| Silanisamsa Jataka - A
Good Friend http://www.accesstoinsight.org/lib/authors/kawasaki/bl142.html J.ii.111-113 The Buddha told this story at Jetavana Monastery about a pious lay follower. One evening, when this faithful disciple came to the bank of the Aciravati River on his way to Jetavana to hear the Buddha, there was no boat at the landing stage. The ferrymen had pulled their boats onto the far shore and had gone themselves to hear the Buddha. The disciple's mind was so full of delightful thoughts of the Buddha, however, that even though he walked into the river, his feet did not sink below the surface and he walked across the water as if he were on dry land. When, however, he noticed the waves on reaching the middle of the river, his ecstasy subsided and his feet began to sink. But as soon as he again focused his mind on the qualities of the Buddha, his feet rose and he was able to continue walking joyously over the water. When he arrived at Jetavana, he paid his respects to the Master and took a seat on one side. "Good layman," the Buddha said, addressing the disciple, "I hope you had no mishap on your way." "Venerable sir," the disciple replied, "while coming here, I was so absorbed in thoughts of the Buddha that, when I came to the river, I was able to walk across it as though it were solid." "My friend," the Blessed One said, "you're not the only one who has been protected in this way. In olden days pious laymen were shipwrecked in mid-ocean and saved themselves by remembering the virtues of the Buddha." At the man's request, the Buddha told this story of the past. Long, long ago, at the time of the Buddha Kassapa, a lay disciple who had already entered the path booked passage on a ship along with one of his friends, a rich barber. The barber's wife asked this disciple to look after her husband. A week after the ship left the port, it sank in mid-ocean. The two friends saved themselves by clinging to a plank and were at last cast up on a deserted island. Famished, the barber killed some birds, cooked them, and offered a share of his meal to the follower of the Buddha. "No, thank you," he answered, "I am fine." Then he thought to himself, "In this isolated place, there is no help for us except the Triple Gem." As he sat meditating on the Triple Gem, a naga king who had been born on that island transformed himself into a beautiful ship filled with the seven precious things. The three masts were made of sapphire, the planks and anchor of gold, and the ropes of silver. The helmsman, who was a spirit of the sea, stood on the deck and cried, "Any passengers for India?" "Yes," the lay disciple answered, "that's where we are bound." "Then come on board," the sea spirit said. The layman climbed aboard the beautiful ship and turned to call his friend the barber. "You may come," the sea spirit said, "but he may not." "Why not?" the disciple asked. "He is not a follower of the holy life," answered the sea spirit. "I brought this ship for you, but not for him." "In that case," the layman announced, "all the gifts I have given, all the virtues I have practiced, all the powers I have developed — I give the fruit of all of them to him!" "Thank you, Master!" cried the barber. "Very well," said the sea spirit, "now I can take you both aboard." The ship carried the two men over the sea and up the Ganges River. After depositing them safely at their home in Baranasi, the sea spirit used his magic power to create enormous wealth for both of them. Then, poising himself in mid-air, he instructed the men and their friends, "Keep company with the wise and good," he said. "If this barber had not been in company with this pious layman, he would have perished in the middle of the ocean." Finally, the sea spirit returned to his own abode, taking the naga king with him. Having finished this discourse, the Buddha identified the Birth and taught the Dhamma, after which the pious layman entered on the fruit of the second path. "On that occasion," the Buddha said, "the disciple attained arahantship. Sariputta was the naga king, and I myself was the spirit of the sea." |
Σιλανισαμσα Τζατακα[1]
– Ένας Καλός Φίλος.
Αυτή η μετάφραση έγινε, για το καλό όλων των όντων, από τον Γρηγόρη
Καβαρνό (Sherab Dorje) στις 14 Μαΐου του 2015
J.ii.111-113
Ο Βούδας διηγήθηκε αυτή την
ιστορία, σχετικά με έναν ευσεβή λαϊκό ακόλουθο, στο Μοναστήρι Τζετβανα.
Ένα απόγευμα, όταν αυτός ο πιστός
ακόλουθος έφτασε στην όχθη του ποταμού Ατσιραβάτι -- καθώς πήγαινε προς το
Τζεταβάνα για να ακούσει τον Βούδα, [είδε] πως δεν υπήρχε βάρκα στην
προβλήτα. Όλοι οι βαρκάρηδες είχαν
αράξει στην απέναντι όχθη και είχαν πάει και οι ίδιοι να ακούσουν τον
Βούδα. Ο νους του όμως ήταν τόσο
γεμάτος με ευχάριστες σκέψεις για τον Βούδα. που αν και μπήκε μέσα στο ποτάμι,
τα πόδια του δεν βυθίστηκαν στο νερό και αυτός συνέχισε να περπατάει σαν να
ήταν πάνω στην στεριά. Όταν όμως
έφτασε στο μέσο του ποταμού και διέκρινε τα κύματα, η έκσταση του υποχώρησε
και άρχισε να βυθίζεται. Όταν όμως επικεντρώθηκε
ξανά στις ποιότητες του Βούδα, άρχισε πάλι να επιπλέει και μπορούσε να
συνεχίσει να περπατάει, γεμάτος χαρά, πάνω στο νερό. Όταν έφτασε στο Μοναστήρι Τζεταβάνα
χαιρέτησε με σεβασμό τον Δάσκαλο και μετά κάθισε σε μια άκρη.
«Καλέ μου λαϊκέ ακόλουθε,» είπε ο
Βούδας στον μαθητή «εύχομαι να μην είχες καμιά αναποδιά στο ταξίδι σου.»
«Σεβάσμιε κύριε,» απάντησε ο
μαθητής «καθώς ερχόμουν εδώ, ήμουν τόσο απορροφημένος σκεπτόμενος τον Βούδα που
όταν έφτασα στο ποτάμι, μπορούσα να το διασχίσω λες και ήταν [κάτι] συμπαγές.»
«Φίλε μου,» είπε ο Βούδας «δεν
είσαι ο μόνος που έχει προστατευτεί με αυτό τον τρόπο. Στο παρελθόν, ευσεβείς λαϊκοί που είχαν ναυαγήσει στο
μέσο του ωκεανού, σώθηκαν επειδή θυμήθηκαν τις αρετές του Βούδα.» Κι επειδή του το ζήτησε ο άνθρωπος [αυτός], ο Βούδας διηγήθηκε αυτή την ιστορία του
παρελθόντος:
«Πριν πάρα-πάρα πολύ καιρό, την
εποχή του Βούδα Κάσσαπα[2],
ένας λαϊκός ακόλουθος ο οποίος είχε εισέρθει στο μονοπάτι[3]
είχε κλείσει μια θέση σε ένα πλοίο μαζί με έναν από τους φίλους του, έναν
πλούσιο κουρέα. Η γυναίκα του κουρέα
είχε ζητήσει από τον ακόλουθο να προσέχει τον άντρα της.
Μια εβδομάδα μετά από την
αναχώρηση του πλοίου από το λιμάνι, βυθίστηκε στο μέσο του ωκεανού. Οι δύο φίλοι σώθηκαν κρατώντας γερά μια
σανίδα και τελικά ξεβράστηκαν πάνω σε ένα ερημονήσι. Επειδή λιμοκτονούσε ο κουρέας, σκότωσε
κάποια πουλιά και πρόσφερε ένα μέρος του γεύματος του στον ακόλουθο του
Βούδα.
«Όχι ευχαριστώ, είμαι εντάξει.»
του απάντησε ο ακόλουθος και σκέφτηκε μέσα του: «Σε αυτό το απομακρυσμένο μέρος δε υπάρχει
βοήθεια για εμάς πέρα από τα Τρία Πολύτιμα Πετράδια[4].» Όσο καθόταν εκεί και διαλογιζόταν πάνω στα
Τρία Πολύτιμα Πετράδια, ένας βασιλιάς των νάγκα[5],
που είχε γεννηθεί πάνω σε αυτό το νησί, μεταμόρφωσε τον εαυτό του σε ένα πανέμορφο
πλοίο γεμάτο από τα επτά πολύτιμα πράγματα[6]. Τα κατάρτια ήταν φτιαγμένα από ζαφείρι, τα
σανίδια και η άγκυρα από χρυσό, και τα σκοινιά από ασήμι.
Ο τιμονιέρης, ο οποίος ήταν
θεότητα της θάλασσας, φώναξε από το κατάστρωμα: «Υπάρχουν επιβάτες για την Ινδία;»
«Ναι, για εκεί ταξιδεύουμε.»
απάντησε ο λαϊκός ακόλουθος.
«Τότε ας επιβιβαστείτε.» είπε η
θεότητα.
Ο λαϊκός επιβιβάστηκε στο όμορφο
πλοίο και γύρισε να φωνάξει τον φίλο του τον κουρέα.
«Εσύ μπορείς να έρθεις, αλλά
αυτός δεν μπορεί.» είπε η θεότητα.
«Γιατί όχι;» ρώτησε ο ακόλουθος.
«Αυτός δεν είναι οπαδός της ιερής
ζωής, εγώ έφερα εδώ αυτό το πλοίο για εσένα, αλλά όχι για αυτόν.» απάντησε η
θεότητα.
«Εφόσον είναι έτσι τα πράγματα,
τότε όλα τα δώρα που έχω δώσει, όλες τις αρετές που έχω εξασκήσει, όλες τις
δυνάμεις που έχω αναπτύξει, δίνω τον καρπό όλων αυτών σε εκείνον!»
«Ευχαριστώ Κύριε!» φώναξε ο
κουρέας.
«Πολύ καλά, τώρα μπορώ να σας επιβιβάσω
και τους δύο.» είπε η θεότητα της θάλασσας.
Έτσι το πλοίο μετέφερε τους δύο
άντρες πέρα από την θάλασσα και ανέβηκε τον ποταμό Γάγγη. Αφού τους άφησε
ασφαλείς στην πόλη τους το Βαρανάσι, η θεότητα της θάλασσας χρησιμοποίησε την
μαγική του δύναμη και δημιούργησε τεράστιο πλούτο για τους δύο άντρες. Μετά, ενώ αιωρούνταν στον ουρανό, έδωσε τις
εξής οδηγίες στους άντρες και τους φίλους τους: «Να έχετε συντροφιά τους σοφούς και τους
καλούς. Εάν αυτός ο κουρέας δεν ήταν παρέα με αυτόν τον ευσεβή λαϊκό, θα
πέθαινε στην μέση του ωκεανού.» Και
έτσι η θεότητα της θάλασσας γύρισε πίσω στην κατοικία του παίρνοντας μαζί του
και τον βασιλιά των νάγκα.»
Έχοντας τελειώσει την ομιλία του,
ο Βούδας εξήγησε για την Γέννηση και δίδαξε το Ντάρμα. κι έτσι ο λαϊκός εισήρθε
στο καρπό του δεύτερου μονοπατιού[7]. Σε αυτή την περίπτωση, είπε ο Βούδας, ο
μαθητής έφτασε στο στάδιο του Αρχατ[8].
Ο βασιλιάς των νάγκα ήταν ο Σαριπούττα[9]
και εγώ ήμουν η θεότητα της θάλασσας.»
|
[1]
Τζάτακα (Jataka) είναι
μια συλλογή ιστοριών που αφορούν τις προηγούμενες ζωές (τζατι, jati) του Βούδα.
[2]
Ο Βούδας Κάσσαπα είναι ο τρίτος Βούδας αυτού του χρονικού κύκλου (κάλπα, kalpa). Ο τέταρτος είναι ο Βούδας Σιντάρτα Γκαουτάμα (Sidddhartha Gautama) ή Σακιαμούνι (Shakyamuni) και ο επόμενος,
και τελευταίος για αυτό το καλπα, θα είναι ο Βούδας Μαϊτρέγια (Maitreya).
[3]
Στο μονοπάτι προς την φώτιση.
[4]
Τα Τρία Πολύτιμα Πετράδια είναι: 1. Ο Βούδας 2. Οι διδασκαλίες του, το Ντάρμα (Dharma) 3. Η σύναξη των ακόλουθων, η Σάνγκα (Sangha).
[5]
Θεότητες με μορφή φιδιού στο κάτω άκρο τους.
[6]Τα
επτά πολύτιμα πράγματα είναι ο χρυσός, το ασήμι, το κοχύλι, τα μαργαριτάρια, ο
αχάτης, ο σάρδιος λίθος και ο κυανός.
[7]
Το δεύτερο στάδιο ονομάζεται Σακαντάγκάμι (Sakadāgāmī). Σε αυτό το στάδιο της πνευματικής εξέλιξης ο
ασκητής υφίσταται μόνο μία ακόμα επαναγέννηση στην σφαίρα της μορφής, προτού
φτάσει στην φώτιση.
[8]
Ο Αρχατ (Arhat) είναι
στο τέταρτο και τελευταίο στάδιο της πνευματικής ανάπτυξης (κατά την παράδοση Theravada) και μετά από το
θάνατο του δεν υφίσταται επαναγέννηση ξανά ποτέ. Έχει απελευθερωθεί από το κύκλο της ζωής και
του θανάτου και την δυστυχία.
[9]
Ο Σαριπουττα (Sariputta)
ήταν ένας από τους δύο κύριους μαθητές του Βούδα και ο ίδιος είχε φτάσει στο
στάδιο του Αρχατ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου