16o Κεφάλαιο-Επίσκεψη του βασιλιά Μπιμπισάρα
Μέσω της ευλογίας
του Μποντισάτβα μοναχοί, ο Τσαντάκα είπε στον βασιλιά Σουντοντάνα, την Σάκυα
πριγκίπισσα Γκόπα, την ακολουθία των γυναικών και σε όλους τους υπόλοιπους
μεταξύ των Σάκυα αυτό που συνέβη, για να ανακουφίσει λίγο τον πόνο τους.
Αρχικά ο
Μποντισάτβα έδωσε τα μεταξωτά του ρούχα σ' έναν θεό που είχε τη μορφή ενός
κυνηγού και έπειτα ο ίδιος φόρεσε τα πορτοκαλί ρούχα του κυνηγού. Υιοθέτησε τον
τρόπο ζωής ενός απαρνητή, προκειμένου να είναι σε αρμονία με τις αντιλήψεις των
κοσμικών ανθρώπων και γιατί νοιώθοντας συμπόνια για τους άλλους, θέλησε να τους
ωριμάσει.
Έπειτα ο
Μποντισάτβα πήγε στο ερημητήριο μιας βραχμάνας με το όνομα Σάκι. Η γυναίκα
προσκάλεσε τον Μποντισάτβα να κάτσει και να γευματίσει. Έπειτα ο Μποντισάτβα
πήγε στο ερημητήριο μιας άλλης βραχμάνας με το όνομα Πάντμα, που κι αυτή κάλεσε
τον Μποντισάτβα για φαγητό. Έπειτα πήγε στο ερημητήριο ενός αγίου ιερέα με το
όνομα Ραϊβάτα., που κι αυτός πρόσφερε φιλοξενία στον Μποντισάτβα με τον ίδιο
τρόπο. Και ο γιος του Πατρμανταντίκα, ο Ράτζακα, τον κάλεσε επίσης. Μ' αυτόν
τον τρόπο μοναχοί, ο Μποντισάτβα έφτασε σιγά σιγά στην πόλη Βαϊσάλι.
Εκείνη την εποχή,
είχε φτάσει στο Βαϊσάλι ο Αράντα Κάλαπα, όπου έμενε μαζί με μια σάνγκα ακροατών
και τριακόσιους μαθητές, στους οποίους είχε διδάξει τις ασκήσεις με τις οποίες
πραγματώνει κανείς την κατάσταση της απόλυτης απουσίας[1]. Τη στιγμή που ο Αράντα
Κάλαπα είδε τον Μποντισάτβα να πλησιάζει από απόσταση, έκθαμβος είπε στους
μαθητές του: 'Κοιτάχτε αυτή την μορφή!'
Οι μαθητές
απάντησαν: 'Ναι, τον βλέπουμε, είναι καταπληκτικός.'
Περπάτησα προς τον
Αράντα Κάλαπα μοναχοί, και του είπα τα εξής: 'Ήρθα για να μάθω πνευματικές
ασκήσεις από σένα Αράντα Κάλαπα.[2]'
Ο Αράντα Κάλαπα
απάντησε: 'Γκαουτάμα, θα σου δώσω μια διδασκαλία με την οποία ένας πιστός
άνθρωπος καλής οικογένειας, μπορεί να πραγματώσει την παντογνωσία με πολύ λίγες
δυσκολίες.'
Τότε σκέφτηκα,
μοναχοί: 'Έχω πίστη. Έχω και ζήλο. Είμαι συνειδητός και μπορώ να ασκηθώ στην
απορρόφηση. Έχω και γνώση. Επομένως, με σκοπό να τελειοποιήσω και να πραγματώσω
αυτήν την διδασκαλία, θα ασκηθώ μόνος μου σε απομονωμένο μέρος, χωρίς να
διασπώμαι.'
Έπειτα, μοναχοί,
ασκήθηκα μόνος μου στην ερημιά με προσοχή και ζήλο. Και πράγματι, με πολύ μικρή
δυσκολία, μπόρεσα να κατανοήσω και να πραγματώσω την διδασκαλία.
Πήγα τότε στον
Αράντα Κάλαπα και τον ρώτησα: ΄Αλήθεια δεν είναι, πως κι εσύ Αράντα Κάλαπα
έχεις κατανοήσει και πραγματώσει την διδασκαλία αυτή;'
'Ναι Γκαουτάμα,
πράγματι,' απάντησε.
Τότε του είπα: 'Κι
εγώ την κατανόησα και την πραγμάτωσα.'
Ο Αράντα Κάλαπα
του είπε: 'Τότε Γκαουτάμα, γνωρίζεις κι εσύ όλες τις διδασκαλίες που ξέρω. Ότι
ξέρεις εσύ, το ξέρω κι εγώ. Άρα κι οι δυο μας θα πρέπει να αναλάβουμε την
φροντίδα των μαθητών.'
Μετά από αυτή την
προσφορά, ο Αράντα Κάλαπα με τίμησε κάνοντάς μου εξαίρετες προσφορές και με
έκανε δάσκαλο, για να μοιραστώ τα καθήκοντά του.
Τότε μοναχοί,
σκέφτηκα: 'Η διδασκαλία του Αράντα δεν φέρνει την ελευθερία. Δεν θα φέρει την
τέλεια ελευθερία σε κανέναν από μας. Γι αυτό πρέπει να φύγω, για να ψάξω μια
καλύτερη άσκηση.΄
Αφού έκατσα στο
Βαϊσάλι όσο διάστημα μου ήταν αρεστό, έφυγα για την επαρχία Μάγκαντα και
βρέθηκα στο Ράτζαγκρα, την πρωτεύουσα της. Εκεί έμεινα στον βασιλιά των βουνών
Πάνταβα, σε μια πλαγιά μόνος μου, χωρίς καμία συντροφιά. Εκείνη την εποχή,
τρις/μύρια θεοί με προστάτεψαν.
Ένα πρωί φόρεσα τα
ρούχα ενός επαίτη ασκητή και κρατώντας το μπολ ελεημοσύνης, πέρασα από την Πύλη
του Ζεστού Νερού και μπήκα στην πόλη Ράτζαγκρα. Εκεί ξεκίνησα να ζητιανεύω.
Κοίταξα μπροστά και στις δυο πλευρές και προχώρησα μεγαλόπρεπα, κουνώντας τα άκρα
μου με χάρη. Κρατούσα τα ράσα του μοναχού και του μπολ μ’ έναν πολύ όμορφο
τρόπο. Οι αισθήσεις ήταν ανεμπόδιστες και ο νους μου δεν παρέκκλινε στα
εξωτερικά δρώμενα. Σαν την εικόνα κάποιου που μεταφέρει ένα βάζο γεμάτο λάδι,
κοιτούσα μπροστά στην απόσταση έξι ποδιών.
Όταν με είδαν οι
κάτοικοι της πόλης, σκέφτηκαν με θαυμασμό: ‘ μήπως είναι ο Βράχμα, ή ο Σάκρα ο
βασιλιάς των θεών ή κάποιο είδος θεού των βουνών;’
Πάνω σ’ αυτό το
θέμα έχει ειπωθεί:
Ακηλίδωτος και με
άπειρη μεγαλοπρέπεια
ο Μποντισάτβα
έγινε επαίτης με τη θέλησή του.
Ο νους του
γαλήνιος και οι πράξεις του ευγενείς.
Μένει στις πλαγιές
του Πάνταβα, του βασιλιά των βουνών.
Καθώς ο
Μποντισάτβα γνωρίζει πως ξημέρωσε,
φορά τα ράσα του
κι είναι όμορφος στην όψη.
Κρατά το μπολ
ελεημοσύνης με ταπεινότητα
και μπαίνει στην
Ράτζαγκρα για επαιτεία.
Σαν τον χρυσό έχει
εκλεπτυσμένη φύση
κι έχει τα τριάντα
δύο γνωρίσματα.
Καθώς τον βλέπουν
οι άντρες κι οι γυναίκες,
δεν μπορούν να τον
χορτάσουν.
Οι δρόμοι είναι
στολισμένοι με πολύτιμα υφάσματα.
Οι άνθρωποι
απομακρύνονται από τον δρόμο του και τον ακολουθούν.
Ρωτούν, ‘Ποιος
είναι αυτός, δεν τον έχουμε ξαναδεί
και ποιανού η χάρη
κάνει την πόλη να λάμπει;’
Χιλιάδες γυναίκες
στέκουν στις ταράτσες τους
στις πόρτς και στα
παράθυρα.
Γεμίζουν τους
δρόμους κι αφήνουν έρημα τα σπίτια τους.
Αφήνουν τις
δουλειές τους, κοιτούν μόνο αυτόν τον τέλειο άντρα.
Γρήγορα κάποιος
πετάγεται στο παλάτι
και με χαρά
ανακοινώνει την ιστορία στον βασιλιά Μπιμπισάρα:
‘Σαν να είναι ο
ίδιος ο Μπράχμα που κάνει επαιτεία στην πόλη μας:’
Μεγαλειότατε,
είσαι πολύ τυχερός!’
Κάποιοι λένε στον
βασιλιά πως είναι ο Σάκρα, ο βασιλιάς των θεών.
Άλλοι λένε πως
είναι ένας θεός από Πεδίο Χωρίς Διαμάχη[3].
Άλλοι λένε πως
είναι θεός του Πεδίου της Χαράς ή του Πεδίου που Χαίρονται να Προβάλλουν.
Άλλοι λένε πως
είναι θεός του Πεδίου που Χρησιμοποιούν τις Προβολές των Άλλων.
Κάποιοι λένε πως
είναι το φεγγάρι ή ο Ήλιος.
Κάποιοι λένε πως
είναι ο Ράχου, ο Μπάλι ή ο Βεματσίτρι.
Ενώ κάποιοι άλλοι
λένε πως,
‘Ζει στο Πάνταβα,
τον βασιλιά των βουνών.’
Ο βασιλιάς
ακούγοντας τις αναφορές αυτές
βγήκε στο μπαλκόνι
του γεμάτος χαρά.
Τότε είδε το
Τέλειο Ον, τον Μποντισάτβα,
να λάμπει από
ομορφιά σαν τον πεντακάθαρο χρυσό.
Ο βασιλιάς
Μπιμπισάρα έδωσε στον Μποντισάτβα ελεημοσύνη
και είπε στους
άντρες του, ‘Πηγαίνετε να δείτε που θα πάει’
Είδαν πως
επέστρεψε στο άριστο βουνό και επέστρεψαν:
‘Μεγαλειότατε,
μένει στην πλαγιά του βουνού!’
Ξέροντας πως η
νύκτα είχε περάσει,
ο βασιλιάς
Μπιμπισάρα με την μεγάλη του ακολουθία,
φτάνοντας στα ριζά
του Παντάνα, του βασιλιά των βουνών,
είδε το βουνό να
αστράφτει από μεγαλοπρέπεια.
Κατέβηκε από το
άρμα του και συνέχισε με τα πόδια.
Με μεγάλη
αφοσίωση, είδε τον Μποντισάτβα
να κάθεται στη
βάτζρα στάση με μαξιλάρι του το χορτάρι,
αμετάβλητος, σαν
το κεντρικό όρος.
Ο βασιλιάς
ακούμπησε τα πόδια του Μποντισάτβα με το κεφάλι του.
Μίλησαν για
διάφορα θέματα κι ο βασιλιάς είπε,
'θα σου δώσω το
μισό μου βασίλειο.
Κάτσε κι απόλαυσε
με τις αισθήσεις σου εδώ, θα σου δώσω ότι χρειαστείς.'
Ο Μποντισάτβα
απάντησε με μαλακό τρόπο,
'Ηγέτη του τόπου
αυτού, είθε να έχεις μακροζωία!
Έχω ήδη απορρίψει
ένα πανέμορφο βασίλειο και έγινα μοναχός
για να αναζητήσω την γαλήνη χωρίς να έχω
προσδοκίες για το μέλλον.'
Ο βασιλιάς της Μάγκαντα είπε στον
Μποντισάτβα,
'Είσαι νέος, στο άνθος της ζωής σου.
Έχεις όμορφη όψη και είσαι δυνατός.
Άσε με να σου προσφέρω μεγάλο πλούτο και
πολλές γυναίκες.
΄Μείνε στο βασίλειο μου σε παρακαλώ και
διασκέδασε.
Όταν σε βλέπω γεμίζω με έξοχη χαρά.
Γίνε φίλος μου σε παρακαλώ και θα σου δώσω
ολόκληρο το βασίλειό μου.
Απόλαυσε σε παρακαλώ τις άφθονες χαρές
του.
'Μη μείνεις σε παρακαλώ στο άδειο δάσος.
Από δω και πέρα μην κάθεσαι σε παρακαλώ
κάτω στο χορτάρι.
Το σώμα σου είναι τόσο νεανικό και φρέσκο,
μείνε σε παρακαλώ στο βασίλειο μου και
διασκέδασε.'
Ο Μποντισάτβα απάντησε με απαλή φωνή,
με αγάπη και ενδιαφέρον για την ευημερία
του βασιλιά,
'Βασιλιά, είθε η τύχη να είναι πάντα μαζί
σου!
Δεν αναζητώ τα αντικείμενα της απόλαυσης.
'Η επιθυμία είναι σαν το δηλητήριο κι έχει
αμέτρητα λάθη.
Σπρώχνει τα όντα στις κολάσεις και στα
βασίλεια των πεινασμένων φαντασμάτων και των ζώων.
Οι απαράδεκτες επιθυμίες καταδικάζονται
από τους σοφούς.
Εγκατέλειψα την επιθυμία όπως τα
σκουπίδια.
'Η επιθυμία πέφτει σαν το φρούτο από τα
δέντρα.
Περνά σαν τα σύννεφα και τη βροχή.
Είναι ασταθής και περαστική. κινείται σαν
τον άνεμο.
Καταστρέφει όλα τα καλά και πρέπει να
αποφεύγεται.
'Όταν οι άνθρωποι δεν παίρνουν αυτό που
θέλουν, καίγονται από την επιθυμία.
Ακόμα κι όταν πάρουν αυτό που θέλουν, ποτέ
δεν είναι αρκετό.
Όμως, οι τρομακτικές επιθυμίες φέρνουν τον
μεγαλύτερο πόνο
όταν κατατρώγουν αυτόν που δεν μπορεί να
τις ελέγξει.
'Μεγαλειότατε, ακόμα κι αν κάποιος
μπορούσε
να αποκτήσει όλες τις απολαύσεις των θεών
και κάθε τι επιθυμητό των ανθρώπων,
δεν θα ήταν αρκετό και θα έψαχνε για κάτι
περισσότερο.
'Αλλά όποιος είναι γαλήνιος και ευγενικός
Μεγαλειότατε,
έχοντας γνωρίσει το ευγενές και αμόλυντο
Ντάρμα,
και έχοντας αποκτήσει γνώσεις, είναι
ικανοποιημένος.
Για εκείνον, τα αντικείμενα της απόλαυσης
δεν τον έλκουν.
'Μεγαλειότατε, αν ακολουθεί κανείς την
επιθυμία,
αυτό δεν έχει τελειωμό.
Σαν να πίνεις αλμυρό νερό,
μόνο την όρεξη αυξάνεις ακολουθώντας την
επιθυμία.
'Μεγαλειότατε, σκέψου πόσο ασταθές είναι
το σώμα.
Δεν υπάρχει καμία ουσία στο σώμα, είναι
σαν μηχανή δυστυχίας.
Στάζει συνεχώς από τα εννιά ανοίγματα.
Μεγαλειότατε, καμία επιθυμία δεν έχω για
απολαύσεις.
'Εγκατέλειψα πολλές χαρές
και χιλιάδες πανέμορφες γυναίκες.
Τώρα επιζητώ την τέλεια γαλήνη της
πολύτιμης φώτισης.
Αφού καμία χαρά δεν βρίσκω στην εξαρτημένη
ύπαρξη, την άφησα.'
Ο βασιλιάς της Μάγκαντα ρώτησε:
'Από που έρχεσαι μοναχέ;
Που γεννήθηκες; Που είναι ο πατέρας κι η
μητέρα σου;
Ανήκεις στην τάξη των ηγετών, είσαι ιερέας
ή βασιλιάς;
Πές μου τα όλα σε παρακαλώ, αν δεν σε
πειράζει, μοναχέ.'
Ο Μποντισάτβα απάντησε:
'Μεγαλειότατε, έρχομαι από την πόλη των
Σάκυα Καπιλαβάστου,
μια θαυμαστή πόλη που μπορεί να την έχεις
ακούσει.
Ο πατέρας μου ονομάζεται Σουντοντάνα.
Αποκήρυξα αυτή την πόλη γιατί θέλω
βαθύτερες ιδιότητες.'
Ο βασιλιάς της Μάγκαντα είπε:
'Καλώς! Είμαστε χαρούμενοι που σε
βλέπουμε!
Ως προς τη ζωή σου, κι εμείς μπορεί να
μάθουμε από αυτήν.
Συγχωρέσε με και για την προηγούμενη μου
πρόθεση
να καλέσω Αυτόν που είναι Απαλλαγμένος από
Επιθυμία να χαρεί τις απολαύσεις των αισθήσεων.
'Αν φωτιστείς,
Άρχοντα του Ντάρμα, μοιράσου σε παρακαλώ
το Ντάρμα με εμένα.
Αυτογεννημένε, που ζεις τώρα στην χώρα μου
εγώ παίρνω το μεγαλύτερο δώρο.'
Γι άλλη μια φορά ο βασιλιάς υποκλίνεται
στα πόδια του Μποντισάτβα.
Κάνει περιφορές γύρω από τον Μποντισάτβα
με μεγάλο σεβασμό.
Έπειτα συνοδευόμενος από την ακολουθία
του,
ο ηγέτης επέστρεψε στο βασιλικό του
παλάτι.
Ο Προστάτης του Κόσμου ήρθε στην πόλη
Μάγκαντα.
Γαλήνια, έμεινε όσο επιθυμούσε.
Όταν ολοκλήρωσε το όφελος των θεών και των
ανθρώπων,
ο Κύριος των Ανθρώπων πήγε στις όχθες του
Ποταμού Ναϊρατζάνα.
Έτσι ολοκληρώνεται το 16ο κεφάλαιο
17ο Κεφάλαιο
-Ασκητισμός
Εκείνο το διάστημα μοναχοί, ο γιος του Ράμα,
Ρούντρακα, έφτασε στη Ράτζαγκρα κι έμεινε εκεί μαζί με μια ομάδα επτακοσίων
μαθητών του. Τους δίδασκε τότε τις αρχές της πειθαρχημένης συμπεριφοράς, που
είναι απαραίτητη για την επίτευξη μιας κατάστασης όπου δεν υπάρχει ούτε
αντίληψη ούτε μη αντίληψη.
Ο Μποντισάτβα είδε πως ο
Ρούντρακα, ο γιος του Ράμα, ηγείτο μιας μεγάλης πράγματι ομάδας και ως η κεφαλή
της συγκέντρωσης, ήταν φημισμένος και διάσημος, τον τιμούσαν τα πλήθη και τον
αναγνώριζαν όλοι οι λόγιοι. Βλέποντας το αυτό ο Μποντισάτβα αναρωτήθηκε:
«Ο Ρούντρακα, ο γιος του Ράμα,
είναι ο επικεφαλής αυτής της μεγάλης πράγματι ομάδας. Είναι ο επικεφαλής της
ομάδας και επιπλέον είναι φημισμένος και διάσημος, τον τιμούν τα πλήθη και τον
αναγνωρίζουν όλοι οι λόγιοι. Όμως αν δεν με δει να ασκούμαι στην πειθαρχία και
τις στερήσεις, δεν θα με θεωρήσει ποτέ ως κάτι το εξαιρετικό. Ούτε θα αποκτήσει
την κατανόηση που βασίζεται στην άμεση αντίληψη. Έτσι, δεν θα εγκαταλείψει ποτέ
την συγκέντρωσή του, την απορρόφηση του και τα επίπεδα ισορροπίας του, που
είναι κατασκευασμένα, μολυσμένα και τα διαιωνίζει.
«Για αυτό θα πρέπει εγώ ο ίδιος
να πραγματώσω αυτές τις εμπειρίες. Έτσι θα μπορέσω να δείξω πως οι κοσμικές του
απορροφήσεις, που περιορίζονται στην συγκέντρωση και υποστηρίζουν μόνο κάποια
επίπεδα ισορροπίας, δεν έχουν αποτέλεσμα. Θα πάω στον Ρούντρακα, τον γιο του
Ράμα, θα γίνω αποδεκτός ως μαθητής του με σκοπό να δείξω την ανωτερότητα των
ιδιοτήτων της δικής μου απορρόφησης. Θα του δείξω πως οι κατασκευασμένες
απορροφήσεις είναι ανούσιες.»
Έτσι μοναχοί, μ’ αυτόν το σκοπό
κατά νου, ο Μποντισάτβα κίνησε να βρει τον Ρούντρακα, τον γιο του Ράμα. Όταν
τον βρήκε ο Μποντισάτβα τον ρώτησε: «Φίλε μου, ποιος είναι ο δάσκαλός σου; Ποιος σε δίδαξε τόσο καλά;»
Και ο Ρούντρακα απάντησε: «Φίλε
μου, δεν είχα δάσκαλο. Όμως από μόνος μου έφτασα σε μια γνήσια κατανόηση.»
Ρώτησε τότε ο Μποντισάτβα: «Τι
κατανόησες;»
Κι ο Ρούντρακα απάντησε: Τον
τρόπο ισορροπίας, που δεν είναι ούτε αντίληψη ούτε μη αντίληψη.»
Έπειτα ο Μποντισάτβα ρώτησε:
«Μου επιτρέπεις να σε ακολουθήσω ώστε να λάβω τις οδηγίες σου για τον δρόμο της
απορρόφηση;»
Ο Ρούντρακα απάντησε: «Ναι
φυσικά, σε αφήνω να με ακολουθήσεις ώστε να λάβεις τις οδηγίες μου για τον
δρόμο της απορρόφησης.»
Με αυτές, ο Μποντισάτβα πήγε κι
έκατσε με τα πόδια του σταυρωμένα. Μόλις έκατσε, ο Μποντισάτβα πραγμάτωσε
εκατοντάδες από όλες τις κύριες κοσμικές και υπερβατικές ισορροπίες με κάθε
λεπτομέρεια. Ο λόγος που μπόρεσε να το κάνει αυτό, ήταν πως είχε γίνει κύριος
του νου του και κατείχε την υπέρτατη συσσώρευση αρετής και σοφίας, που ήταν ο
εξαιρετικός καρπός όλων των προηγούμενων εκπαιδεύσεών του και είχε μια
ξεχωριστή εξοικείωση με όλες τις απορροφήσεις.
τότε ο Μποντισάτβα σηκώθηκε από
τη θέση του, με συγκέντρωση και επίγνωση και πήγε να δει τον Ρούντρακα , τον
γιο του Ράμα. Του είπε: «Φίλε μου, μήπως υπάρχει κάποιος ανώτερος δρόμος απο το
επίπεδο ούτε αντίληψη ούτε μη αντίληψη;»
«Όχι» απάντησε ο Ρούντρακα.
Τότε ο Μποντισάτβα αναρωτήθηκε,
‘Ο Ρούντρακα, δεν είναι ο μόνος που έχει πίστη, ζήλο, επίγνωση, συγκέντρωση και
σοφία. Κι εγώ έχω πίστη, ζήλο, επίγνωση, συγκέντρωση και σοφία.’ Έτσι είπε στον
Ρούντρακα: «Φίλε μου κατανόησα τη διδασκαλία που πρεσβεύεις.»
Ο Ρούντρακα είπε τότε: «Τότε
έλα να τους διδάξουμε όλους μαζί.» Κι έκανε τον Μποντισάτβα δάσκαλο του ίδιου
επιπέδου με εκείνον.
Ο Μποντισάτβα είπε τότε: «Φίλε
μου, ο δρόμος αυτός δεν απελευθερώνει το νου. Ούτε τον λυτρώνει από την
προσκόλληση. Δεν φέρνει ανώτερη γνώση ούτε οδηγεί στην τέλεια φώτιση. Δεν τον
κάνει ούτε επαίτη[4]
ούτε ιερέα[5] και δεν οδηγεί στη
νιρβάνα.»
Έτσι μοναχοί, ο Μποντισάτβα
καταστάλαξε ως προς τον Ρούντρακα, τον γιο του Ράμα και τους ακολούθους του.
Τους άφησε λέγοντας, «Ως εδώ, φεύγω.»
Υπό την καθοδήγηση του Ρούντρακα, υπήρχαν και
πέντε ασκητές που αναρωτήθηκαν: «Αν και για μεγάλο χρονικό διάστημα έχουμε
προσπαθήσει κι επιμείνει πολύ, δεν μπορέσαμε να πραγματώσουμε τον στόχο μας.
Αυτός ο επαίτης όμως ο Γκαουτάμα, μπόρεσε να τον πραγματώσει με πολύ μικρή
δυσκολία. Και τώρα δεν το θέλει! Σίγουρα, αυτός πρέπει να ψάχνει κάτι ακόμα πιο
ανώτερο από αυτό. Θα γίνει με βεβαιότητα δάσκαλος του κόσμου. Πιθανόν να
μοιραστεί με μας, αυτό που πρόκειται να ανακαλύψει.» Κι έτσι, οι πέντε αυτοί
ασκητές, άφησαν τον Ρούντρακα, τον γιο του Ράμα, και ακολούθησαν τον
Μποντισάτβα.
Μέχρι εκείνη την ώρα ο Μποντισάτβα παρέμενε στην
Ράτζαγκρα, ενώ τώρα, μαζί με τους πέντε ασκητές έφυγαν για να περιπλανηθούν στο
βασίλειο Μάγκαντα. Κάπου μεταξύ Ράτζαγκρα και Γκάγια, συνάντησαν μια ομάδα
ανθρώπων που απολάμβανε ένα συμπόσιο, οι οποίοι κάλεσαν τον Μποντισάτβα και
τους πέντε ασκητές να συνφάγουν μαζί τους.
Μετά απ’ αυτό ο Μποντισάτβα πέρασε την Μάγκαντα
και έφτασε στην Γκάγια. Έκατσε στην κορφή του όρους Γκάγια για να εξασκηθεί
εντατικά. Καθώς βρισκόταν εκεί, του εμφανίστηκαν στο νου τρεις παραβολές που
δεν είχε ποτέ ξανακούσει η ξανασκεφτεί. Ποιες ήταν αυτές οι τρεις;
Στην αρχή σκέφτηκε: «Υπάρχουν κάποιοι μοναχοί
και ιερείς, που δεν μπορούν να διαχωρίσουν το νου και το σώμα τους από τα
αντικείμενα της επιθυμίας τους. Αντιθέτως επιθυμούν εκείνα τα αντικείμενα και
προσκολλιούνται σ’ αυτά, τα λαχταρούν, τα θέλουν, κοπιάζουν γι αυτά, έχουν
άρπαγμα και δίψα γι αυτά, γίνονται παράλογοι γι αυτά και καίγονται απ’ αυτά.
Αυτός ο αγώνας για τα αντικείμενα της επιθυμίας ποτέ δεν φέρνει γαλήνη.
Βλάπτουν ακόμα και τον εαυτό τους και βασανίζουν το σώμα τους και καταλήγουν να
έχουν αβάστακτη αίσθηση δυστυχίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο, είναι ανίκανοι να
πραγματώσουν την θεώρηση της ευγενούς σοφίας που υπερτερεί κάθε ανθρώπινης
διδασκαλίας. Αυτό μοιάζει με κάποιον που μάταια προσπαθεί να ανάψει φωτιά για
να έχει φως, τρίβοντας δυο βρεγμένα κομμάτια ξύλο που είναι βυθισμένα στο νερό.
Δεν θα μπορέσει να ανάψει φωτιά για να έχει φως. Αυτό είναι το ίδιο με τους
μοναχούς και τους ιερείς που δεν μπορούν να διαχωρίσουν το νου και το σώμα τους
από τα αντικείμενα της επιθυμίας τους, που επιθυμούν εκείνα τα αντικείμενα και
προσκολλιούνται σ’ αυτά, τα λαχταρούν, τα θέλουν, κοπιάζουν γι αυτά, έχουν
άρπαγμα και δίψα γι αυτά, γίνονται παράλογοι γι αυτά και καίγονται απ’ αυτά.
Αυτός ο αγώνας για τα αντικείμενα της επιθυμίας ποτέ δεν φέρνει γαλήνη.
Βλάπτουν ακόμα και τον εαυτό τους και βασανίζουν το σώμα τους και καταλήγουν να
έχουν αβάστακτη αίσθηση δυστυχίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο, είναι ανίκανοι να
πραγματώσουν την θεώρηση της ευγενούς σοφίας που υπερτερεί κάθε ανθρώπινης
διδασκαλίας.» Αυτό ήταν το πρώτο παράδειγμα που ήρθε στο νου του Μποντισάτβα,
κάτι που δεν είχε ξανασκεφτεί ούτε
ακούσει πιο πριν.
Έπειτα, σκέφτηκε: «Υπάρχουν κάποιοι μοναχοί και
ιερείς, που διαχωρίζουν το νου και το σώμα τους από τα αντικείμενα της
επιθυμίας τους. Όμως ευχαριστιούνται ακόμα με εκείνα τα αντικείμενα και έχουν
προσκόλληση σ’ αυτά, τα λαχταρούν, τα θέλουν, κοπιάζουν γι αυτά, έχουν άρπαγμα
και δίψα γι αυτά, γίνονται παράλογοι γι αυτά και καίγονται απ’ αυτά. Αυτός ο
αγώνας για τα αντικείμενα της επιθυμίας ποτέ δεν φέρνει γαλήνη. Βλάπτουν ακόμα
και τον εαυτό τους και βασανίζουν το σώμα τους και καταλήγουν να έχουν αβάστακτη
αίσθηση δυστυχίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο, είναι ανίκανοι να πραγματώσουν την
θεώρηση της ευγενούς σοφίας που υπερτερεί κάθε ανθρώπινης διδασκαλίας. Αυτό
μοιάζει με κάποιον που μάταια προσπαθεί να ανάψει φωτιά για να έχει φως,
βάζοντας ένα βρεγμένο κομμάτι ξύλου στο έδαφος και τρίβοντας πάνω του ένα άλλο
βρεγμένο κομμάτι ξύλο. Δεν θα μπορέσει να ανάψει φωτιά για να έχει φως. Αυτό
είναι το ίδιο με τους μοναχούς και τους ιερείς που διαχωρίζουν το νου και το
σώμα τους από τα αντικείμενα της επιθυμίας τους. Όμως ευχαριστιούνται ακόμα με
εκείνα τα αντικείμενα και έχουν προσκόλληση σ’ αυτά, τα λαχταρούν, τα θέλουν,
κοπιάζουν γι αυτά, έχουν άρπαγμα και δίψα γι αυτά, γίνονται παράλογοι γι αυτά
και καίγονται απ’ αυτά. Αυτός ο αγώνας για τα αντικείμενα της επιθυμίας ποτέ
δεν φέρνει γαλήνη. Βλάπτουν ακόμα και τον εαυτό τους και βασανίζουν το σώμα
τους και καταλήγουν να έχουν αβάστακτη αίσθηση δυστυχίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο,
είναι ανίκανοι να πραγματώσουν την θεώρηση της ευγενούς σοφίας που υπερτερεί
κάθε ανθρώπινης διδασκαλίας.» Αυτό ήταν το δεύτερο παράδειγμα που ήρθε στο νου
του Μποντισάτβα, κάτι που δεν είχε
ξανασκεφτεί ούτε ακούσει πιο πριν.
Έπειτα σκέφτηκε: «Υπάρχουν κάποιοι μοναχοί και
ιερείς, που έχουν διαχωρίσει το νου και το σώμα τους από τα αντικείμενα της
επιθυμίας τους. Αν και ευχαριστιούνται εκείνα τα αντικείμενα και έχουν
προσκόλληση σ’ αυτά, τα λαχταρούν, τα θέλουν, κοπιάζουν γι αυτά, έχουν άρπαγμα
και δίψα γι αυτά, γίνονται παράλογοι γι αυτά, εν τούτοις βρίσκουν τη γαλήνη. Αν
και βλάπτουν ακόμα και τον εαυτό τους και βασανίζουν το σώμα τους και
καταλήγουν να έχουν αβάστακτη αίσθηση δυστυχίας, είναι ικανοί να πραγματώσουν
τη θεώρηση της ευγενούς σοφίας που υπερτερεί κάθε ανθρώπινης διδασκαλίας. Είναι
σαν εκείνον που προσπαθεί να ανάψει φωτιά για να έχει φως, βάζοντας ένα στεγνό
κομμάτι ξύλου στο έδαφος και τρίβοντας πάνω του ένα άλλο στεγνό κομμάτι ξύλο.
Σ’ αυτό το άτομο η φωτιά θα ανάψει και θα λάμψει το φως. Μ’ αυτόν τον τρόπο
υπάρχουν κάποιοι μοναχοί και ιερείς, που έχουν διαχωρίσει το νου και το σώμα
τους από τα αντικείμενα της επιθυμίας τους. Αν και ευχαριστιούνται εκείνα τα
αντικείμενα και έχουν προσκόλληση σ’ αυτά, τα λαχταρούν, τα θέλουν, κοπιάζουν
γι αυτά, έχουν άρπαγμα και δίψα γι αυτά, γίνονται παράλογοι γι αυτά, εν τούτοις
βρίσκουν τη γαλήνη. Αν και βλάπτουν ακόμα και τον εαυτό τους και βασανίζουν το
σώμα τους και καταλήγουν να έχουν αβάστακτη αίσθηση δυστυχίας, είναι ικανοί να
πραγματώσουν τη θεώρηση της ευγενούς σοφίας που υπερτερεί κάθε ανθρώπινης
διδασκαλίας.» Αυτό ήταν το τρίτο παράδειγμα που ήρθε στο νου του Μποντισάτβα,
κάτι που δεν είχε ξανασκεφτεί ούτε
ακούσει πιο πριν.
Έπειτα, μοναχοί, ο Μποντισάτβα σκέφτηκε «Κι εγώ
έχω διαχωρίσει το σώμα μου από τα αντικείμενα της επιθυμίας. Παρόλο που
ευχαριστιέμαι αυτά τα αντικείμενα και νοιώθω προσκόλληση σ’ αυτά, τα λαχταρώ,
τα θέλω, κοπιάζω γι αυτά, έχω άρπαγμα και δίψα γι αυτά, και γίνομαι παράλογος
γι αυτά, εν τούτοις βρίσκω γαλήνη. Αν και βλάπτω τον εαυτό μου και βασανίζω το
σώμα μου και καταλήγω να έχω αβάστακτη αίσθηση δυστυχίας, σαν να καίγομαι,
κάνοντάς το αυτό έγινα ικανός να πραγματώνω την θεώρηση της ευγενούς σοφίας που
είναι κατά πολύ ανώτερη της υψηλότερης ανθρώπινης διδασκαλίας.»
Έτσι ο Μποντισάτβα έμεινε για όσο τον
ευχαριστούσε στην Γκάγια, στην κορφή του όρους Γκάγια και μετά πήγε με τα πόδια
στο χωριό Σεναπάτι, κοντά στο Ουρουπίλβα. Στο δρόμο, πέρασε από τον ποταμό
Ναϊραντζάνα. Εκεί είδε με τα μάτια του τα καθαρά του νερά, τα όμορφα μέρη για
λουτρά, τα δέντρα και τα άλση που στόλιζαν τις όχθες και το γύρω χωριό. Αυτό
ευχαρίστησε τον Μποντισάτβα που σκέφτηκε: «Τι υπέροχο μέρος! Είναι τόσο
ευχάριστο! Είναι ένας όμορφος τόπος για να μείνει κανείς, τέλειος για κάποιον
από οικογένεια ευγενών και απόλυτα αφοσιωμένο στην απάρνηση. Αφού εγώ είμαι
απόλυτα αφοσιωμένος στην απάρνηση, θα κάτσω εδώ.»
Ο Μποντισάτβα, μοναχοί, συνέχισε να σκέφτεται:
«Γεννήθηκα σ’ αυτόν τον κόσμο την εποχή των πέντε εκφυλισμών μεταξύ όντων που
καταπιάνονται με κατώτερες επιδιώξεις. Όλοι αυτοί οι θρησκευόμενοι έχουν τόσους
πολλού προσανατολισμούς και θεωρήσεις. Εστιάζονται αποκλειστικά στο σώμα.
Επιζητούν να εξαγνίσουν το σώμα καταπιέζοντάς το με διάφορους τρόπους. Αν και
σε τέλεια άγνοια, δίνουν οδηγίες. Κάποιοι για παράδειγμα, χρησιμοποιούν ξόρκια,
άλλοι γλύφουν τα χέρια τους, μένουν καθιστοί, παύουν να μιλούν, τρώνε διάφορες
ρίζες, άλλοι αποφεύγουν την κατανάλωση κρέατος και ψαριών, περνούν τα
καλοκαίρια τους κλεισμένοι μέσα, αποφεύγουν το ποτό και τα ροφήματα ακόμα και
το νερό και παίρνουν τη τροφή τους από ένα, τρία ή πέντε σπίτια.
«Κάποιοι καταναλώνουν ρίζες, φρούτα, υδρόβια
φυτά, χόρτα κούσα, φύλλα, κοπριά ή ούρα αγελάδας, γάλα, γιαούρτι, βούτυρο,
μελάσσα ή σπόρους που δεν έχουν πέσει. Άλλοι πλένουν και τρώνε τα αποφάγια που
αφήνουν οι κύκνοι και τα περιστέρια. Άλλοι ζουν σε χωριά ή απομονωμένα μέρη.
Υπάρχουν κάποιοι που ασκούνται ζώντας όπως το βόδι, το ελάφι, ο σκύλος, το
γουρούνι, η μαϊμού ή ο ελέφαντας. Υπάρχουν κάποιοι που στέκονται μόνο, κάποιοι
που δεν μιλάνε και κάποιοι στη στάση βιρασάνα[6]. Κάποιοι ζουν με μια
μπουκιά τροφής ή μέχρι και επτά μπουκιές. Κάποιοι τρώνε μια φορά την μέρα,
κάποιοι άλλοι μια φορά κάθε είκοσι τέσσερις ώρες, ενώ άλλοι τρώνε κάθε
τέσσερις, πέντε ή έξι μέρες. Άλλοι νηστεύουν για ένα δεκαπενθήμερο ή ένα μήνα,
σύμφωνα με το φεγγάρι.
«Μερικοί ντύνονται με τα φτερά του γύπα ή της
κουκουβάγιας, ενώ άλλοι φορούν σανίδες, χόρτα μούντζα, φλοιούς ασάνα, χόρτα
ντάρπα ή βαλβάτζα[7].
Άλλοι βάζουν μανδύες από μαλλί καμήλας, κατσίκας, αλόγου ή κάποια προβιά. Ενώ
άλλοι φορούν μόνο βρεγμένα ρούχα. Κάποιοι κοιμούνται σε σκαμνί ή στο νερό, ενώ
άλλοι κοιμούνται στις στάχτες, πάνω σε πέτρες, σε χαλίκια, σε σανίδες, σε
αγκάθια ή σε κλαδιά. Άλλοι κοιμούνται με το κεφάλι τους προς το έδαφος, στη
βάτζρα στάση ή σε γυμνό έδαφος. Υπάρχουν κάποιοι που φορούν ένα, δύο, τρία
τέσσερα, πέντε, έξι, επτά ή και περισσότερα ρούχα, ενώ άλλοι μένουν γυμνοί.
Κάποιοι έχουν τελετές για το λουτρό και άλλοι που κάνουν τελετές επειδή δεν
πλύθηκαν ποτέ. Κάποιοι αφήνουν τα μαλλιά, τα νύχια και τα γένια τους να
μεγαλώσουν ενώ άλλοι έχουν τα μαλλιά τους πλεγμένα σε ψηλά σε κότσο. Υπάρχουν
και κάποιοι που συντηρούνται με ένα μόνο κεδρόμηλο, ένα σπόρο σησαμιού ή ένα
κόκκο ρυζιού.
«Μερικοί πασαλείβουν το σώμα τους με στάχτες,
καπνιά, γύρη από λουλούδια, καρβουνόσκονη, χώμα και λάσπη. Άλλοι στολίζονται με
τρίχες σώματος, καλάμια, τρίχες κεφαλιού, νύχια, κουρέλια, κόκκαλα και κρανία.
Πίνουν καυτό νερό, το νερό που ξέπλυναν το ρύζι, το νερό που φιλτράρει μια
κουβέρτα και νερό από πλύσιμο πιάτων. Κάποιοι φορούν μπογιές από κιμωλία,
ορυκτά ή σαφράν, ξυρίζουν το κεφάλι τους, κουβαλάνε βάζα, ανθρώπινα κρανία και
ρόπαλα.
«Μ’ αυτούς τους τρόπους, οι ανόητοι αυτοί,
πιστεύουν οτι είναι καθαροί. Κάποιοι εισπνέουν καπνό και φωτιά, κοιτάζουν τον
ήλιο και κάνουν τις πέντε τελετές φωτιάς. Στέκονται σε ένα πόδι, σηκώνουν το
ένα τους χέρι ψηλά και μένουν σε ένα μόνο σημείο. Τέτοιες δυσκολίες περνούν.
Χρησιμοποιούν καυτά άχυρα και κάρβουνα και φούρνους ταντούρ[8]. Περπατούν σε αναμμένες πέτρες, σε καυτή φωτιά
ή ζεματιστό νερό. Κάποιοι πηγαίνουν σε ιερές όχθες ποταμών για να πεθάνουν.
Ακολουθούν τέτοιες πρακτικές.
Πιστεύουν πως εξαγνίζονται απαγγέλλοντας ομ,
βάσατ, σβάντα, σβάχα[9], τις ευλογίες, συλλογές
επαίνων ή επικλήσεις, με την επανάληψη μάντρα ή νταράνι ή ασκούμενοι στον
διαλογισμό. Θεωρώντας πως είναι εξαγνισμένοι, παίρνουν προστασία και τιμούν τα
όντα που πιστεύουν πως είναι ουσιώδη, όπως οι Μπράχμα, Ίντρα, Ρούντρα, Βίσνου,
Ντέβι,Κουμάρα, Μάτρ, Κατυαγιάνι, Τσάντρα, Αντίγια, Βαϊσραβάνα, Βαρούνα, οι
Βάσους, οι Άσβινς, νάγκα, γιάκσα, γκαντάρβα, ημίθεοι,γκαρούντα, κιμνάρα,
μαχοράγκα, ράκσασα, μπούτα, κουμπάντα[10], πρέτα, γκάνα, τους
προπάτορες, πισάκας[11], ντεβάρσις, ρατζάρσις[12] και μπραχμάρσις.
«Παίρνουν επίσης προστασία στα στοιχεία, όπως η
γη, το νερό, η φωτιά, ο αέρας και το διάστημα. Παρομοίως καταφεύγουν για
προστασία στα βουνά, τα ποτάμια, τις τεχνητές λίμνες, τις λίμνες λωτών και τις
πηγές. Στα δέντρα, τους θάμνους, τις κληματαριές, το χορτάρι και τους κορμούς
δέντρων. Στα μαντριά, τα κοιμητήρια, τα σταυροδρόμια όπου συναντιούνται
τέσσερις δρόμοι και στις αγορές. Τιμούν τα σπίτια, τις κολώνες και τις πέτρες.
Τα ρόπαλα, τα σπαθιά, τα τόξα, τα τσεκούρια, τα βέλη, τα δόρατα και τις τρίαινες.
Πιστεύουν επίσης πως το γιαούρτι, το βούτυρο, οι σπόροι μουστάρδας, το κριθάρι,
οι μαγικές χορδές, το χόρτο ντούρβα, τα πολύτιμα πετράδια, ο χρυσός, το ασήμι
και άλλα τέτοια, είναι ευνοϊκά.
«Αυτοί οι ακραίοι βασίζονται σ’ αυτά, εξ αιτίας
του μεγάλου τους φόβου για την κυκλική ύπαρξη. Έτσι μερικοί σκέφτονται, ‘Λόγω
αυτών των μεθόδων, στην επόμενη ζωή μας θα βρούμε τον παράδεισο και την τελική
απελευθέρωση.’ Κι έτσι παρεκκλίνουν σε
λάθος δρόμους. Αναζητούν προστασία σε κάτι που δεν μπορεί να προσφέρει
προστασία. Θεωρούν ευνοϊκό κάτι που δεν είναι ευνοϊκό. Θεωρούν καθαρό κάτι που
δεν είναι καθαρό.
«Ωστόσο αν τελειοποιήσω τώρα τις προβλεπόμενες
ασκήσεις και πειθαρχίες, όλες οι αντίθετες θεωρήσεις θα περιοριστούν. Έπειτα θα
δείξω σ’ αυτούς τους ανθρώπους που
παραβλέπουν τις καρμικές πράξεις τους αναπόφευκτους καρπούς των πράξεων. Ως
προς τους θεούς στα πεδία της διαλογιστικής συγκέντρωσης και της μορφής, αν
επιδείξω υπεροχή στην διαλογιστική συγκέντρωση, αυτοί θα ενδιαφερθούν.»
Ακολουθώντας αυτές τις σκέψεις μοναχοί, ο
Μποντισάτβα ξεκίνησε μια εξάχρονη περίοδο πειθαρχίας, κάνοντας τις πιο σκληρές και δύσκολες
προκαθορισμένες ασκήσεις που υπήρχαν. Ο λόγος που ονομάζονται δύσκολες
ασκήσεις, είναι γιατί ήταν υπερβολικά δύσκολες και γι αυτόν το λόγο
περιγράφονται έτσι. Κανένα ανθρώπινο ή μη ανθρώπινο ον, δεν θα μπορούσε να
περάσει τέτοιες δυσκολίες, αν δεν ήταν ένας Μποντισάτβα στην τελευταία του
ενσάρκωση, που μπορεί να παραμένει στην ισότητα της απορρόφησης που διαπερνά τα
πάντα. Αυτή η απορρόφηση λέγεται πως διαπερνά τα πάντα επειδή, καθώς ο Μποντισάτβα
παραμένει στην ισότητα της τέταρτης απορρόφησης, από την αρχή όλες οι κινήσεις
της αναπνοής επιβραδύνονται και παύουν και η απορρόφηση είναι μη διανοητική.
Δεν υπάρχει σκέψη, ούτε κίνηση, ούτε διανοητικός νους, ούτε αλλαγή, όμως
διαπερνά τα πάντα και δεν εξαρτάται από κάτι. Δεν είχε στο παρελθόν υπάρξει
κάποιος μαθητής, δάσκαλος, μοναχικός βούδας ή μποντισάτβα, που να είχε μπει σε
τέτοια απορρόφηση, έχοντας ακολουθήσει αυτού του είδους την άσκηση. Αυτή η
απορρόφηση μοιάζει με το διάστημα, επειδή όπως το διάστημα-που είναι ακίνητο,
χωρίς αιτία και αμετάβλητο- μπορεί να φτάσει παντού. Με αυτόν τον τρόπο
παρομοιάζεται με το διάστημα και γι αυτό περιγράφεται έτσι.
Έτσι μοναχοί, μ’ αυτόν τον τρόπο ο Μποντισάτβα
φανέρωσε αληθινά θαύματα στους κοσμικούς. Το έκανε με σκοπό να σπάσει την
αλαζονική ικανοποίηση των ακραίων ασκητών, για να νικήσει τις επιθέσεις των
αντιπάλων, για να προσελκύσει τους θεούς και για να διορθώσει αυτούς που
πιστεύουν στον μηδενισμό και στην αιωνιότητα αψηφώντας τις καρμικές πράξεις. Το
έκανε επίσης για να δηλώσει τα αποτελέσματα της αρετής, για να διδάξει τα
αποτελέσματα της σοφίας, για να διακρίνει τα επίπεδα της συγκέντρωσης, για να
επιδείξει τη δύναμη και το σθένος του σώματος, για να αναπτυχθεί το θάρρος του
νου. Για τους λόγους αυτούς και μέσα από την διανοητική του αποφασιστικότητα, ο
Μποντισάτβα έκατσε στην τραχιά γη, σταύρωσε τα πόδια του και ξεκίνησε να
τιμωρεί και να βασανίζει το σώμα του.
Για οκτώ χειμωνιάτικες νύχτες μοναχοί, τιμωρούσα
και βασάνιζα το σώμα μου. Ιδρώτας έτρεχε από τις μασχάλες και το κούτελό μου.
Καθώς ο ιδρώτας έπεφτε στη γη, οι σταγόνες γίνονταν πάχνη, ζεσταίνονταν και
εξατμίζονταν. Όπως ένας δυνατός άντρας που αρπάζει απ’ τον λαιμό έναν αδύναμο
και τον στραγγαλίζει, με τέτοιον τρόπο ο νους μου τιμωρούσε και βασάνιζε το
σώμα μου. Ιδρώτας έτρεχε από τις μασχάλες και το κούτελό μου και καθώς ο
ιδρώτας έπεφτε στη γη, οι σταγόνες γίνονταν πάχνη, ζεσταίνονταν και εξατμίζονταν.
Τότε μοναχοί, σκέφτηκα: «Τώρα πρέπει να ασκηθώ
στην απορρόφηση που τα πάντα διαπερνά.» Τότε καθώς
εξασκούσα την απορρόφηση που τα πάντα διαπερνά, σταμάτησε κάθε κίνηση της
αναπνοής από το στόμα και τη μύτη μου και από το άνοιγμα των αυτιών μου, ένας
πολύ δυνατός ήχος ακούστηκε. Ο ήχος ήταν τόσο εκκωφαντικός όπως όταν
συμπιέζεται το φυσερό του σιδηρουργού. Όλη την ώρα μοναχοί, που υπήρχε αυτός ο
εκκωφαντικός ήχος στ’ αυτιά μου, δεν υπήρχε καμία κίνηση της αναπνοής από το
στόμα και τη μύτη μου.
Στη συνέχεια σκέφτηκα: «Πρέπει να ασκηθώ στην
απορρόφηση που διαπερνά τα πάντα». Αφού το στόμα, η μύτη και τα αυτιά μου ήταν
μπλοκαρισμένα, η αναπνοή μου ανέβηκε στο κρανίο μου. Ήταν, μοναχοί, σαν να
τρυπούσε κάποιος το κρανίο μου μ' ένα μυτερό δόρυ. Μ' αυτόν το τρόπο μοναχοί,
καθώς το στόμα, η μύτη και τα αυτιά μου ήταν μπλοκαρισμένα, οι εισπνοές κι οι
εκπνοές μου πίεζαν προς τα πάνω και χτυπούσαν το κρανίο μου.
Κάποιοι θεοί πρόσεξαν τα δεινά του Μποντισάτβα
και είπαν, «Ωχ, όχι! Φαίνεται πως ο νεαρός Σιντάρτα πεθαίνει! »
Οι υπόλοιποι είπαν, «Όχι δεν πεθαίνει, είναι
απλώς ο τρόπος που οι άξιοι[13] παραμένουν στην
απορρόφηση».
Μ' αυτήν την ευκαιρία, τραγούδησαν τους
επόμενους στίχους:
"Είθε αυτός ο γιος των βασιλέων Σάκυα,
που δεν εκπλήρωσε τον στόχο του εδώ σ' αυτό το
δάσος,
ούτε πέθανε χωρίς να εκπληρώσει την πρόθεσή του,
κι άφησε τον τριπλό αυτό κόσμο που υποφέρει
χωρίς προστάτη.
"Ωχ, όχι! Είσαι το ουσιαστικό ον και η
δέσμευσή σου είναι δυνατή.
Προστάτη, στο παρελθόν στο Πεδίο της Χαράς μας
προσκάλεσες
να ακούσουμε το δώρο του ιερού Ντάρμα,
τώρα όμως που είναι η αποφασιστικότητά σου,
Καθαρό Ον;"
Έπειτα αυτοί οι θεοί πήγαν στους θεούς των
Τριάντα Τριών και είπαν στην Μαγιαντέβι,
"Φαίνεται πως ο νεαρός πρίγκηπας πρόκειται
να πεθάνει.''
Η Μαγιαντέβι τα μεσάνυκτα, περιτριγυρισμένη απο
μια συνοδεία θεαινών, πήγαν στις όχθες του ποταμού Ναϊρατζάνα όπου καθόταν ο
Μποντισάτβα.
Είδε πόσο αδύνατος ήταν και έμοιαζε νεκρός. Όταν
το αντίκρυσε αυτό ξέσπασε σε λυγμούς. Έπειτα είπε αυτούς τους στίχους:
"Όταν σε γέννησα γιε μου στο άλσος του
Λουμπίνι,
χωρίς στήριξη, σαν λιοντάρι έκανες επτά βήματα
από μόνος σου.
Κοίταξες στις τέσσερις κατευθύνσεις κι είπες
αυτά τα όμορφα λόγια:
'Αυτή είναι η τελευταία μου γέννηση'. Αυτά τα
λόγια δεν θα πραγματοποιηθούν ποτέ.
"Ο Ασίτα προφήτεψε πως θα γίνεις Βούδας στο
κόσμο αυτό,
η προφητεία του όμως δεν ήταν σωστή, καθώς δεν
προέβλεψε την παροδικότητα.
Γιε μου, χωρίς να έχεις γευτεί τις χαρές του
μεγαλείου ενός τσακραβαρτίν,
θα πεθάνεις στο δάσος αυτό χωρίς να έχεις
πραγματώσει τη φώτιση.
"Σε ποιον να στραφώ τώρα για τον γιο μου;
Σε ποιον να φωνάξω τον πόνο μου;
Ποιος θα δώσει πίσω τη ζωή στον μοναχογιό μου,
που είναι σχεδόν νεκρός;''
Ο Μποντισάτβα απάντησε:
"Ποια είσαι εσύ που κλαις τόσο σπαρακτικά,
με τα μαλλιά ξέμπλεκα και την ομορφιά σου
χτυπημένη,
που θρηνείς το γιο σου τόσο πολύ
πέφτοντας στη γη;"
Η Μαγιαντέβι απάντησε:
"Εγώ είμαι γιε μου, η μητέρα σου,
που για δέκα μήνες
σε κράταγα στη μήτρα μου σαν διαμάντι.
Εγώ είμαι αυτή που φωνάζω απελπισμένα."
Έπειτα για να την παρηγορήσει, ο Μποντισάτβα της
είπε: «Δεν χρειάζεται να ανησυχείς πενθώντας το γιό σου. Η ταλαιπωρία σου θα σου
αποδώσει. Η αποκήρυξη του κόσμου χάριν της φώτισης είναι πράγματι ουσιαστική.
Αυτό που προφήτεψε ο ιερέας Ασίτα θα επαληθευτεί. Και η προφητεία του
Ντιπαμκάρα επίσης θα πραγματοποιηθεί.
«Μπορεί ο κόσμος να σπάσει σε εκατό κομμάτια και
η διαμαντένια κορφή του όρους Μερού να πέσει στον ωκεανό. Ο ήλιος, το φεγγάρι
και τα άστρα μπορεί να κατακρημνιστούν. Ωστόσο, αν κι εγώ είμαι ένας κοινός
άνθρωπος, δεν θα πεθάνω. Γι αυτό μην στεναχωριέσαι. Σύντομα θα αντικρύσεις το
ξύπνημα του Βούδα. »
Όταν η Μαγιαντέβι άκουσε αυτά τα λόγια, γέμισε
χαρά και ανατρίχιασε. Έκανε τρεις περιφορές γύρω απ' τον Μποντισάτβα και τον
ράντισε με λουλούδια μανταράβα. έπειτα με τη συνοδεία ουράνιας μουσικής,
επέστρεψε στη κατοικία της.
Τότε, μοναχοί, σκέφτηκα: «Κάποιοι ασκούμενοι και
ιερείς, πιστεύουν πως εξαγνίζεται κανείς αν τρώει πολύ λίγη τροφή, γι αυτό κι
εγώ πρέπει να δείξω επιμονή στη νηστεία. » Έτσι, μοναχοί, συνειδητοποίησα πως
από εκεί και πέρα θα έπρεπε να επιβιώνω με ένα κεδρόμηλο, και να συγκρατώ τον
εαυτό μου απ' το να τρώω δύο. Μπορεί να σκεφτείτε μοναχοί, πως εκείνη την εποχή
τα κεδρόμηλα ήταν μεγαλύτερα απ' ότι είναι τώρα, αλλά δεν ήταν. Ήταν έτσι όπως
είναι και τώρα.
Καθώς λοιπόν άρχιζα να ζω μόνο με ένα κεδρόμηλο,
αποφεύγοντας να τρώω δεύτερο, το σώμα μου έγινε πολύ ασθενικό και
αποσκελετωμένο. Τα άκρα μου μοναχοί, και οι αρθρώσεις μου άρχισαν να μοιάζουν
με τους ρόζους του φυτού ασιτάκι ή του φυτού κάλα. Ο θώρακάς μου
έμοιαζε με τα πλευρά του καβουριού. Σαν παλιός στάβλος για άλογα ή ελέφαντες,
που οι δυο πλευρές του υποχώρησαν και έγιναν ορατά τα εσωτερικά δοκάρια έτσι
και το εσωτερικό του στήθους μου έγινε ορατό μέσα από τα πλευρά μου. Η
σπονδυλική μου στήλη εμφανίστηκε ανόμοια και τραχιά, σαν μια πλεξούδα μαλλιών
με όλα τα πάνω κάτω της. Ακριβώς σαν τη πικρή κολοκύθα που αν την κόψεις νωρίς
μαραίνεται, ξεραίνεται και κάνει ρωγμές, έτσι και το κεφάλι μου μαράθηκε,
ξεράθηκε και άρχισε κάνει ρωγμές. Ακριβώς όπως σ' ένα πηγάδι, στο τέλος του
καλοκαιριού, η αντανάκλαση των αστεριών έχει βυθιστεί και δύσκολα παρατηρείται,
έτσι και οι βολβοί των ματιών μου βυθίστηκαν στο κεφάλι μου και μετά βίας
φαίνονται. Τα πόδια μου μοιάζουν με πόδια κατσίκας ή καμήλας, το ίδιο και οι
μασχάλες μου,η κοιλιά, το στήθος και τα υπόλοιπα. Όταν μοναχοί, προσπάθησα να
πιάσω την κοιλιά μου με το χέρι μου, έπιασα στην πραγματικότητα τη σπονδυλική
μου στήλη. Είχα καμπουριάσει τόσο, που όποτε επιχειρούσα να σταθώ, έπεφτα. Όταν
τελικά κατάφερνα να σηκωθώ και τίναζα το σκονισμένο μου σώμα με τα χέρια μου,
τα σαθρά μαλλιά μου έπεφταν απ' το σώμα μου. Στο παρελθόν το δέρμα μου ήταν
όμορφο και απαλό, τώρα όμως όλη του η ακτινοβολία είχε εξαφανιστεί από τη
σκληρή εξάσκηση.
Οι άνθρωποι από τα γύρω χωριά, άρχισαν να λένε, "Ο ζητιάνος Γκαουτάμα μαύρισε! Έχετε δεί πόσο μαύρος
έγινε! Ο ζητιάνος Γκαουτάμα έχει το χρώμα του ψαριού μαντγκούρα! Είχε
τόσο όμορφο δέρμα πριν, τώρα όμως έχει αλλάξει."
Καθώς
μοναχοί, άρχισα να τρέφομαι με έναν μόνο κόκκο ρυζιού, το σώμα μου γρήγορα
αδυνάτησε και οι άνθρωποι άρχισαν να λένε: "Ο ζητιάνος Γκαουτάμα μαύρισε!
Έχετε δεί πόσο μαύρος έγινε! Ο ζητιάνος Γκαουτάμα έχει το χρώμα του ψαριού μαντγκούρα!
Είχε τόσο όμορφο δέρμα πριν, τώρα όμως έχει αλλάξει."
Τότε
μοναχοί, σκέφτηκα: « Πρέπει να αρχίσω να τρώω ακόμα πιο λίγο απ' αυτό που
τρώω.» Συνειδητοποίησα πως πρέπει να ζω μόνο με ένα σπόρο σησαμιού και να
αποφεύγω να τρώω δύο σπόρους. Όπως έγινε και πριν, αδυνάτισα ακόμα πιο πολύ και
οι άνθρωποι συνέχιζαν να σχολιάζουν πως το όμορφο δέρμα που είχα πριν, είχε
εξαφανιστεί.
Τότε
μοναχοί, σκέφτηκα: «Υπάρχουν κάποιοι μοναχοί και ιερείς, που πιστεύουν ότι
εξαγνίζονται όταν αποφεύγουν να τρώνε οποιαδήποτε τροφή. »
Τότε
μοναχοί, ξεκίνησα την πλήρη νηστεία. Καθώς άρχισα να ζω, χωρίς καμία τροφή, το
σώμα μου έγινε εξαιρετικά ασθενικό και κοκκαλιάρικο. Τα άκρα και οι αρθρώσεις
μου, έγιναν σταδιακά δύο φορές, τρεις, τέσσερις, πέντε και τέλος δέκα φορές πιο
αδύνατα, από ότι είναι οι ρόζοι στα φυτά ασιτάκι και κάλα. Ο
θώρακάς μου έμοιαζε με τα πλευρά του καβουριού κι έμοιαζε με παλιό στάβλο για
άλογα ή ελέφαντες, που οι δυο πλευρές τους υποχώρησαν και έγιναν ορατά τα
εσωτερικά δοκάρια. Η σπονδυλική μου στήλη έμοιαζε με κοτσίδα. Το κρανίο έμοιαζε
με ραγισμένη κολοκύθα. Οι βολβοί των ματιών μου μοιάζαν με άστρα σε ένα
βυθισμένο πηγάδι. Όταν ήθελα να σηκωθώ και προσπαθούσα να το κάνω, το σώμα μου
ήταν τόσο καμπουριασμένο, που έπεφτα συνέχεια κάτω. Όταν τελικά τα κατάφερνα
μετά από μεγάλη προσπάθεια και τίναζα το σκονισμένο σώμα με τα χέρια μου,
έπεφταν απ το σώμα μου οι τρίχες του, με τις ρίζες τους σάπιες. Πριν το δέρμα
μου ήταν όμορφο και απαλό, τώρα όμως, όλη του η ακτινοβολία είχε εξαφανιστεί εξ
αιτίας της ακραίας εξάσκησης.
Οι
άνθρωποι από τα γύρω χωριά, άρχισαν να λένε, "Ο ζητιάνος Γκαουτάμα
μαύρισε! Έχετε δεί πόσο μαύρος έγινε! Ο ζητιάνος Γκαουτάμα έχει το χρώμα του
ψαριού μαντγκούρα! Είχε τόσο όμορφο δέρμα πριν, τώρα όμως έχει
αλλάξει."
Εκείνη
την περίοδο, ο βασιλιάς Σουντοντάνα, έστελνε καθημερινώς έναν αγγελιοφόρο για
να βλέπει τον Μποντισάτβα. Έτσι μοναχοί, μ’ αυτόν τον τρόπο ο Μποντισάτβα
φανέρωσε αληθινά θαύματα στους κοσμικούς. Το έκανε με σκοπό να σπάσει την
αλαζονική ικανοποίηση των ακραίων ασκητών, για να νικήσει τις επιθέσεις των
αντιπάλων, για να προσελκύσει τους θεούς και για να διορθώσει αυτούς που
πιστεύουν στον μηδενισμό και στην αιωνιότητα αψηφώντας τις καρμικές πράξεις.
Ζούσε με έναν μονάχα σπόρο σησαμιού, με ένα μόνο κεδρόμηλο και με ένα σπόρο
ρυζιού ώστε να παρουσιάσει τη συσσώρευση αρετής, για να διδάξει τις ιδιότητες
της μεγάλης σοφίας και για να ξεχωρίσει τα επίπεδα της απορρόφησης. Έτσι μ'
αυτόν το τρόπο και για έξι χρόνια, παρουσίασε τις κακουχίες, χωρίς ποτέ να μειωθεί
η αποφασιστικότητα του.
Ο
Μποντισάτβα παράμεινε καθισμένος στη βάτζρα στάση για έξι χρόνια. Απλά καθόταν
όπως ήταν, χωρίς να αφήνει τη δράση του. Όταν ο ήλιος έλαμπε, δεν αναζητούσε
σκιά. Όταν η σκιά έπεφτε πάνω του, δεν πήγαινε στον ήλιο. Ούτε ποτέ αναζήτησε
καταφύγιο από τον αέρα, τον ήλιο και τη βροχή. Ποτέ δεν έδιωξε τα κουνούπια,
τις μέλισσες και τα δηλητηριώδη φίδια. Δεν αφόδευσε, δεν ούρησε, δεν έφτυσε
ούτε φύσηξε τη μύτη του. Ούτε τέντωσε ή δίπλωσε τα άκρα του. Ποτέ δεν ξάπλωσε
μπρούμητα, στο πλάι ή ανάσκελα.
Η θερμή
εποχή, ο χειμώνας και τα μεγάλα σύννεφα, οι καταιγίδες , οι βροχές και οι
αστραπές του φθινοπώρου χτύπησαν το σώμα του Μποντισάτβα. Στην πραγματικότητα,
ο Μποντισάτβα δεν χρησιμοποίησε ούτε το χέρι του ποτέ για να προστατευτεί. Δεν
εμπόδισε τις αισθήσεις του αλλά ούτε και ακολούθησε τα αντικείμενα των
αισθήσεων. Όσοι πέρναγαν από μπροστά του, τα κορίτσια και τα αγόρια του χωριού,
οι βοσκοί των βοδιών, οι βοσκοί των αγελάδων, οι συλλέκτες χόρτων και ξύλων κι
όσοι έψαχναν σβουνιές, νόμιζαν πως ήταν ένας δαίμονας φτιαγμένος από σκόνη. Τον
κορόιδευαν και τον πασπάλιζαν με σκόνη.
Έξι
χρόνια πέρασε ο Μποντισάτβα έτσι ώσπου το σώμα του γινόταν όλο και πιο αδύνατο,
ισχνό και σκελετωμένο. Οι άνθρωποι του έβαζαν χορτάρι ή βαμβάκι στα αυτιά του
κι αυτό έβγαινε από τα ρουθούνια του. Όταν έκαναν το ίδιο με τα ρουθούνια του,
το χορτάρι ή το βαμβάκι έβγαινε από τα αυτιά του. Όταν έβαζαν διάφορα πράγματα
στ' αυτιά του, έβγαιναν απ' το στόμα του. Κι όταν έβαζαν πράγματα στο στόμα του
αυτά έβγαιναν απ΄ τα αυτιά ή τη μύτη του. Αυτά που βάζαν στα ρουθούνια του,
έβγαιναν απ' τα αυτιά, τη μύτη και το στόμα του.
Οι θεοί,
νάγκα, γιάκσα, γκαντάρβα, ημίθεοι, γκαρούντα, κιμνάρα και μαχοράγκα που έβλεπαν
τις ιδιότητες του Μποντισάτβα, τον πρόσεχαν μέρα και νύχτα, του έκαναν
προσφορές και έλεγαν ευχές. Ενώ ο Μποντισάτβα παρουσίαζε τις στερήσεις για έξι
χρόνια, χίλια διακόσια δισ/μύρια θεοί και άνθρωποι, ωρίμασαν στα Τρία Οχήματα.
Γι αυτό
το θέμα, έχει ειπωθεί:
Ο
Μποντισάτβα άφησε το σπίτι του
έχοντας
όλες τις καλές ιδιότητες.
Για να
ωφελήσει τα αισθανόμενα όντα
εμφάνισε
την επιδέξια συμπεριφορά.
'Την
εποχή των πέντε παρακμών,
όταν οι
ταπεινοί άνθρωποι αφιερώθηκαν στο μη Ντάρμα,
γεννήθηκα
σ' αυτόν το κόσμο,
όπου οι
άνθρωποι με ελεύθερο χρόνο ασκούν το Ντάρμα.
Περπατούν
στις ρεματιές, τη φωτιά και στα έρημα μέρη.
Γυμνοί,
πασαλείβονται με χώμα και στάχτη.
Για να
τιμωρήσουν το σώμα,
κάνουν
τις πέντε τελετές με φωτιά.
Κάνουν
το σφάλμα να χρησιμοποιούν μάντρα.
Από
άγνοια γλύφουν τα χέρια τους.
Κάποιοι
δεν παίρνουν τροφή από τα δοχεία.
Άλλοι
αρνούνται τις προσφορές κοντά σε πόρτες ή κολώνες.
Κάποιοι
δεν παίρνουν προσφορές από εκεί που ζει σκύλος.
Άλλοι
απορρίπτουν τα μέρη όπου τους λένε να μείνουν ή να έρθουν.
Λαμβάνοντας
μια προσφορά από ένα σπίτι,
σκέφτονται
πως έχουν γίνει αγνοί.
"Κάποιοι
απορρίπτουν το βούτυρο, το λάδι, τη μελάσα και το γιαούρτι.
Άλλοι
δεν τρώνε ψάρι, κρέας και γάλα.
Αλλά
τρώνε λαχανικά και σιτηρά,
ρίζες
λωτών και σπόρους γκαρντούλα.
Επιβιώνουν
με ρίζες, φρούτα και φύλλα,
φοράνε
χόρτα, τα ρούχα του επαίτη και δέρματα.
Ενώ
άλλοι τριγυρνούν γυμνοί-
αυτοί οι
ανόητοι πιστεύουν πως έχουν συλλάβει τη μοναδική αλήθεια.
Κάποιοι
κρατάν ψηλά το χέρι τους τεντωμένο.
Άλλοι
κάνουν τα μαλλιά τους πλεκτό κόμπο.
Απομακρύνονται
από τον δρόμο,
έχουν
χάσει τον δρόμο, αλλά ακόμα ελπίζουν σε ευτυχισμένη επαναγέννηση.
Κοιμούνται
σε κρεβάτια από χορτάρι, ραβδιά και στάχτες.
Κοιμούνται
πάνω σε αγκάθια ή στέκονται όρθιοι.
Κάποιοι
στέκονται πάντα στο ένα πόδι,
κοιτάζοντας
με τα πρόσωπα στραμμένα προς τα πάνω, τον ήλιο και το φεγγάρι.
Τιμούν
τις πηγές, τις λίμνες και νερόλακους,
τον
ωκεανό, τα ποτάμια, τον ήλιο και το φεγγάρι,
τα
δέντρα και τις κορφές των βουνών,
τις
πέτρες και το χώμα.
Αυτοί οι
ανόητοι χρησιμοποιούν διάφορες μεθόδους
για να
εξαγνίσουν το σώμα τους.
Εξ
αιτίας των αρνητικών τους θεωρήσεων
θα
πέσουν γρήγορα στα κατώτερα πεδία.
Η έντονη
κακουχία
στην
οποία σκοπεύω τώρα να εμπλακώ,
αποτελείται
από στερήσεις, πειθαρχία και αντιξοότητες
που δεν
μπορεί να υποστεί ούτε θεός ούτε άνθρωπος.
Η
συγκέντρωσή μου θα είναι τέτοια
που ούτε
οι μοναχικοί βούδες δεν μπορούν να επιδείξουν.
Σταθερός
και σκληρός σαν διαμάντι,
θα
ασκηθώ στη συγκέντρωση που διαπερνά τα πάντα.
Υπάρχουν
κάποιοι θεοί και άνθρωποι
που
χαίρονται να βλέπουν την στρεβλή πειθαρχία των ακραίων.
Με σκοπό
να ωριμάσουν αυτά τα όντα,
θα
ασκηθώ τώρα στην σκληρή κακουχία και πειθαρχία."
Καθισμένος
στη βάτζρα στάση
στο
γυμνό έδαφος,
παρουσίασε
την μέθοδο της συντήρησης
με ένα
μόνο μούρο, σπόρο σησαμιού ή ρυζιού.
Κόβοντας
όλες τις κινήσεις της αναπνοής,
αμετάβλητα,
έδειξε την δύναμή του.
Ασκήθηκε
στην υπέρτατη συγκέντρωση για έξι χρόνια-
τη
συγκέντρωση που τα πάντα διαπερνά.
Χωρίς
νοητικές σκέψεις,
ακλόνητος
και νοητικά ακίνητος,
ασκήθηκε
στην συγκέντρωση που τα πάντα διαπερνά
που
ενώνεται με το στοιχείο του διαστήματος.
Δεν
μετακινήθηκε από τον ήλιο στη σκιά,
ούτε από
τη σκιά στον ήλιο.
Ακλόνητος
σαν το κεντρικό βουνό,
ασκήθηκε
στη συγκέντρωση που τα πάντα διαπερνά.
Δεν
προστάτεψε τον εαυτό του από τον άνεμο και τη βροχή,
ούτε από
τα κουνούπια, τα δηλητηριώδη φίδια και τις μέλισσες.
Με
τελείως αδιατάραχτη συμπεριφορά,
ασκήθηκε
στη συγκέντρωση που τα πάντα διαπερνά.
Δεν
ασκήθηκε μόνο για το δικό του όφελος
στην
συγκέντρωση που τα πάντα διαπερνά.
Έχοντας
συμπόνια για τους άλλους
ασκήθηκε
και για το δικό τους όφελος.
Όμως τα
χωριατόπαιδα και οι αγελαδάρηδες
κι αυτοί
που μαζεύουν χόρτα και ξύλα,
νόμιζαν
πως ήταν δαίμονας φτιαγμένος από σκόνη
και τον
σκέπασαν με χώμα.
Τον
σκέπασαν και με ακάθαρτες ουσίες
και τον
έβλαψαν με διάφορους τρόπους.
Αυτός
όμως ακλόνητος και ήρεμος
ασκήθηκε
στη συγκέντρωση που τα πάντα διαπερνά.
Ούτε
σηκώθηκε, ούτε ξάπλωσε,
δεν
έκανε τίποτα για να προστατέψει το σώμα του.
Δεν
αφόδευσε ούτε ούρησε.
Όταν
ακούγονταν ήχοι, ούτε ξαφνιάστηκε ούτε μετακίνησε το βλέμμα του.
Η σάρκα
και το αίμα του ξεράθηκαν τόσο
που τα
κόκκαλα κι οι τένοντες κόλλησαν στο δέρμα του.
Η
σπονδυλική του στήλη ήταν ορατή απ' την κοιλιά του,
στριμμένη
σαν κοτσίδα.
Οι θεοί,
ημίθεοι, γιάκσα, γκαντάρβα και νάγκα
που τον
στήριζαν,
του
έκαναν προσφορές μέρα και νύκτα
βλέποντας
τις ιδιότητές του.
Αφού ο
νους του είναι σαν τον ουρανό,
ασκήθηκε
στη συγκέντρωση που τα πάντα διαπερνά.
"Είθε
κι εμείς γρήγορα να γίνουμε σαν κι αυτόν!"
Τέτοιες
ευχές έκανε.
Παρακινημένος
από την συμπόνια του για τους άλλους,
επιδίωξε
να φέρει τεράστιο όφελος στον κόσμο.
Δεν
ασκήθηκε για τον εαυτό του,
ούτε για
ευχαρίστηση ή για να έχει τη γεύση του σαμάντι.
Ξεπέρασε
τις επιθέσεις των αντιπάλων του,
επισκίασε
το αδύναμο πνεύμα των ακραίων.
Οι άθλοι
και οι πράξεις που είχε περιγράψει ο Κάσιαπα
τώρα
παρουσιάζονταν.
Αυτή η
αφύπνιση ήταν ίδια με την αφύπνιση του ΚρακουΤσαντάκα.
Δύσκολα
βρίσκει κανείς όμοια ακόμα και για πολλά κάλπα.
Για να
φέρει όφελος στην ανθρωπότητα,
ασκήθηκε
στη συγκέντρωση που τα πάντα διαπερνά.
Χίλια
διακόσια δις/μύρια θεοί και άνθρωποι
οδηγήθηκαν
στα Τρία Οχήματα.
Για το
δικό τους όφελος Αυτός με την Άριστη Ευφυία
ασκήθηκε
στη συγκέντρωση που τα πάντα διαπερνά.
Έτσι
ολοκληρώνεται το 17ο κεφάλαιο-Ασκητισμός
18ο Κεφάλαιο -Ποταμός
Ναϊρατζάνα
Στη διάρκεια των έξι χρόνων που ο Μποντισάτβα
ασκήτευε μοναχοί, τον ακολουθούσε συνεχώς ο Μάρα, ο κακόβουλος. Όμως αν και
προσπαθούσε αδιάκοπα να κάνει κακό στον Μποντισάτβα, δεν έβρισκε ποτέ την
ευκαιρία. Καθώς γινόταν προφανές πως δεν θα μπορούσε να βλάψει τον Μποντισάτβα,
λυπημένος και απογοητευμένος ο Μάρα τελικά έφυγε.
Αυτό εκφράζεται και με τον ακόλουθο τρόπο:
Ανατολικά της Ουρουμπίλβα[14],
εκεί που ρέει ο ποταμός Ναϊρατζάνα,
υπάρχει μια ευχάριστη ερημιά,
με πυκνά δάση γεμάτα βότανα.
Εκεί για χάρη της απάρνησης,
ο Μποντισάτβα επέμεινε με συνεχή και σταθερή
δύναμη.
Για να πραγματώσει τις επιτεύξεις και την
ευδαιμονία,
παράμενε γαλήνιος με ζήλο.
Ο Μάρα πλησίασε και του είπε,
με απαλή και ευχάριστη φωνή,
"Γιε των Σάκυα σήκω πάνω!
Για ποιο λόγο να βασανίζεις το σώμα σου;
Η ζωή είναι καλύτερη για τους ζωντανούς,
ζωντανός μπορείς να ασκηθείς στο Ντάρμα.
Ως έμβιο ον που είσαι, μπορείς να το κάνεις
αυτό,
κι αργότερα δεν θα το μετανιώσεις.
Το δέρμα σου έχει ξεθωριάσει και σχεδόν
εξαφανίστηκε,
φαίνεται πως είσαι στα πρόθυρα του θανάτου.
Ο θάνατος έχει χίλιες πιθανότητες,
ενώ η ζωή μόνο μία.
Αυτό που προσφέρει πάντα
και κάνει προσφορές φωτιάς
θα συσσωρεύσει μεγάλη αρετή.
Γιατί λοιπόν να ασκήσε στην απάρνηση;
Ο δρόμος της απάρνησης μόνο ταλαιπωρία φέρνει
και το δάμασμα του νου είναι δύσκολο."
Αυτά είπε ο Μάρα
απευθυνόμενος στον Μποντισάτβα.
Ο Μποντισάτβα απάντησε
στον Μάρα μ' αυτά τα λόγια,
"Κακόβουλε εσύ, τρελέ!
Ήρθες εδώ με απώτερα κίνητρα.
Καμιά δικιά σου πρόθεση
δεν ταιριάζει με τις αρετές μου.
Αν σε ενδιέφερε η αρετή,
θα κάτι τέτοιο:
«Δεδομένου οτι το τέλος της ζωής είναι ο
θάνατος,
δεν θα ασχοληθώ με τον θάνατο.
Θα αφοσιωθώ στην πνευματική μου άσκηση,
και δεν θα υποχωρήσω ποτέ.
Αφού ακόμα κι η ροή των ποταμών
μπορεί να στεγνώσει από τον άνεμο,
τότε τι θα γίνει το σώμα και το αίμα του
απαρνητή;
Δεν θα στεγνώσει κι αυτό;
Όταν το αίμα του στεγνώσει, η σάρκα του θα
μαραθεί.
Όταν η σάρκα του χαθεί,
το μυαλό του θα γίνει ακόμα πιο καθαρό.
Θα έχει περισσότερη αφοσίωση, επιμέλεια και
απορρόφηση.»
Αφού μ' αυτόν το τρόπο ζω,
πέτυχα την υψηλότερη αντίληψη,
γι αυτό δεν ανησυχώ για το σώμα και τη ζωή μου.
Αρκεί να δεις την καθαρότητα της ύπαρξής μου.
Είμαι αφοσιωμένος κι έχω ζήλο.
Έχω και διόραση.
Σ' αυτόν το κόσμο δεν βλέπω κανένα
που να μπορεί να ταράξει τον ζήλο μου.
Είναι καλύτερος ο θάνατος, ο κλέφτης της
ζωτικής ενέργειας,
από τον αρνητικό τρόπο ζωής.
Καλύτερα να πεθάνεις στη μάχη,
παρά να ζεις νικημένος απ' τον εχθρό.
Ένας δειλός δεν μπορεί να νικήσει έναν στρατό.
Οι στρατιές κατακτούν και κερδίζουν τον
σεβασμό.
Όμως ένας ήρωας μπορεί να νικήσει ένα στρατό,
εύκολα θα σε νικήσω, Μάρα.
" στρατιά σου είναι η επιθυμία,
κι η δυσαρέσκεια ακολουθεί.
Τρίτη έρχεται η πείνα και η δίψα,
κι η λαχτάρα είν' η τέταρτη στρατιά.
Πέμπτη είναι η νωθρότητα κι ο λήθαργος,
κι ο φόβος λέγεται πως είναι η έκτη.
Έβδομος στρατός είναι η αμφιβολία,
θυμός κι υποκρισία είναι η όγδοη.
Φιλοδοξία, απληστία και η επιθυμία για
επαίνους,
η φήμη που κερδήθηκε με εξαπάτηση,
επαινώντας τον εαυτό
και υποβιβάζοντας τους άλλους.
Αυτή είναι η στρατιά του Μάρα,
ο κακόβουλος φίλος που φέρνει βάσανα.
Φαίνεται πως κάποιοι ασκητές και ιερείς
έχουν παγιδευτεί απ' αυτόν.
Τη στρατιά σου
που ξεπερνά τον κόσμο αυτό και των θεών
θα την καταστρέψω με τη γνώση,
ακριβώς όπως το νερό καταστρέφει ένα δοχείο από
άψητο πηλό.
Με την επαγρύπνηση ως θεμέλιο,
και τη γνώση ως εκπαίδευσή μου,
δρω προσεκτικά.
Λοιπόν, τι θα κάνεις τώρα, ανόητε ;
Καθώς ο Μποντισάτβα μιλούσε έτσι, ο Μάρα ο
κακόβουλος, ένοιωσε πολύ άβολα και λυπήθηκε. Χάνοντας έτσι τη σιγουριά του,
εξαφανίστηκε.
Τότε μοναχοί, ο Μποντισάτβα σκέφτηκε,
"Υπάρχουν μοναχοί και ιερείς, που στο παρελθόν, στο μέλλον και στο παρόν
βλάπτουν τον εαυτό τους. Βασανίζονται πολύ από αβάστακτη ζέστη και βιώνουν πολύ
δυσάρεστες εμπειρίες. Μ' αυτόν το τρόπο υποφέρουν πολύ."
Συνέχισα να σκέφτομαι, "Μ΄ αυτούς τους
τρόπους και μεθόδους, δεν έχω μπορέσει να εκδηλώσω κάποια αληθινή γνώση,
ανώτερη των κατασκευασμένων διδασκαλιών. Αυτός ο δρόμος δεν οδηγεί στην
αφύπνιση. Αυτός ο δρόμος δεν μπορεί να εξαλείψει τη συνέχεια της γέννησης, της
γήρανσης και του θανάτου στο μέλλον. Πρέπει να υπάρχει κάποιος άλλος δρόμος για
την αφύπνιση, που να μπορεί να εξαλείφει τη μελλοντική δυστυχία της γέννησης,
της γήρανσης και του θανάτου."
Συνέχισα να σκέφτομαι μοναχοί, "Όταν
κάποτε καθόμουν κάτω από τη σκιά ενός δέντρου[15], στο
πάρκο του πατέρα μου, χαιρόμουν καθώς είχα πετύχει το πρώτο επίπεδο
συγκέντρωσης, που είναι απαλλαγμένο από επιθυμίες και αρνητικότητες, έχει καλές
ιδιότητες, είναι στοχαστικό, διερευνητικό και γεμάτο χαρά που απορρέει από τη
διάκριση. Αγαλλίαζα καθώς πραγμάτωνα τα επίπεδα της συγκέντρωσης μέχρι το
τέταρτο. Αυτός πρέπει να είναι ο δρόμος προς την αφύπνιση, που εξαλείφει τα
βάσανα της γέννησης, της γήρανσης, της αρρώστιας και του θανάτου. Έτσι
γεννήθηκε μια βεβαιότητα μέσα μου: 'αυτός είναι ο δρόμος για την φώτιση!'
"
Έπειτα σκέφτηκα, " Ωστόσο, τον δρόμο αυτόν
δεν μπορεί να τον πραγματώσει κάποιος τόσο αδύναμος. Αν προσχωρούσα προς τη
θέση της φώτισης απλώς και μόνο με τη δύναμη της υπερφυσικής μου γνώσης,
έχοντας ένα τόσο αδύναμο σώμα, τα όντα στο μέλλον δεν θα με έβλεπαν με ευνοϊκό
τρόπο κι αυτός ο δρόμος δεν θα οδηγούσε στη φώτιση. Επομένως, πρέπει να αρχίσω
πάλι να τρώω στερεά τροφή. Έτσι θα ανακτήσω τη σωματική μου δύναμη. Και μετά θα
προχωρήσω προς τη θέση της φώτισης."
Τότε μοναχοί, μερικοί θεοί ανησύχησαν για μένα.
Γνώριζαν τις σκέψεις μου κι έτσι ήρθαν εκεί που βρισκόμουν και μου είπαν,
" Άγιε Άνθρωπε, μη φας στέρεα τροφή! Εμείς θα σε θρέψουμε μέσα από τους
πόρους του σώματός σου."
Τότε σκέφτηκα μοναχοί, "Πήρα όρκο να
παραμείνω σε νηστεία, έτσι οι άνθρωποι στα γύρω χωριά γνωρίζουν πως ο ζητιάνος
Γκαουτάμα απέχει από το φαγητό. Έτσι, θα ήμουν μεγάλος υποκριτής, αν άφηνα να
με θρέψουν από τους πόρους του σώματός μου, αυτοί οι θεοί που με νοιάζονται.
"
Κι έτσι ο Μποντισάτβα αποφάσισε να αγνοήσει τα
λόγια των θεών, για να αποφύγει την υποκρισία. Αντ' αυτού αποφάσισε να φάει
στέρεα τροφή. Έτσι μοναχοί, ο Μποντισάτβα σηκώθηκε από τη θέση που για έξι
χρόνια ασκήθηκε στην πειθαρχία και τις στερήσεις και διακήρυξε, "Τώρα θα
τρώγω στερεά τροφή όπως μελάσα, σούπα από φασόλια και φακές, χυλό βρώμης και
ρύζι!"
Τότε μοναχοί, οι πέντε συνασκητές του
σκέφτηκαν, "Φαίνεται πως ο Γκαουτάμα, δεν μπορεί να πραγματώσει κάποια
ανώτερη σοφία που να είναι υψηλότερη από τις κατασκευασμένες διδασκαλίες,
βασιζόμενος σ' αυτό τον δρόμο και αυτές τις ασκήσεις. Όμως πως μπορεί να
βοηθήσει, η λήψη στέρεας τροφής και η άνετη διαβίωση. Τι αδαής και παιδαριώδης
άνθρωπος!"
Μ' αυτή τη σκέψη στο νου, οι σύντροφοι του
άφησαν τον Μποντισάτβα και πήγαν προς το Βαρανάσι, όπου και κατασκήνωσαν στο
Πάρκο του Ελαφιού δίπλα απ' τον Λόφο των Πεσόντων Σοφών.
Από τη στιγμή που ο Μποντισάτβα ξεκίνησε να
ασκείται στις στερήσεις, υπήρχαν δέκα κορίτσια από το χωριό που τον υπηρετούσαν
ώστε να μπορούν να τον βλέπουν, να τον τιμούν και να τον βοηθούν. Ταυτόχρονα οι
πέντε σύντροφοί του, τον υπηρετούσαν κι αυτοί φέρνοντάς του το μοναδικό
κεδρόμηλο, τον σπόρο σησαμιού ή ρυζιού που έτρωγε. Τα ονόματα των κοριτσιών
ήταν Μπάλι, Μπαλαγκούπτα, Σουπρίγια, Βιτζαγιασένα,Ατιμουκτακαμάλα, Σουντάρι,
Κουμπακάρι, Ουλουβιλίκα, Τζατιλίκα και Σουτζάτα.
Αυτά τα νεαρά κορίτσια τώρα ετοίμασαν διάφορες
σούπες για τον Μποντισάτβα και τους τις πρόσφεραν. Ο Μποντισάτβα δέχτηκε τα
γεύματα αυτά αλλά ταυτόχρονα ξεκίνησε να πηγαίνει για ελεημοσύνη στο χωριό.
Έτσι απόκτησε πάλι την πρότερή του χάρη, την εμφάνιση και τη δύναμη του. Οι
άνθρωποι άρχισαν να τον φωνάζουν ' όμορφο μοναχό' και
'σπουδαίο μοναχό'.
Καθημερινά μοναχοί, από το ξεκίνημα της
ασκητείας του Μποντισάτβα, η χωριατοπούλα Σουτζάτα πρόσφερε φαγητό σε
οκτακόσιους ιερείς με την ελπίδα πως ο Μποντισάτβα θα αφήσει την πειθαρχία και
τις στερήσεις και θα διατηρήσει τις ζωτικές του λειτουργίες. Καθώς το έκανε,
έλεγε και την προσευχή , "είθε ο Μποντισάτβα να πάρει την τροφή μου κι
έτσι να πετύχει πραγματικά την τέλεια και ολοκληρωμένη ανυπέρβλητη
φώτιση!"
Μοναχοί, αφού πέρασαν τα έξι χρόνια, είχα αυτή
τη σκέψη, "Τα πορτοκαλί μου ράσα πάλιωσαν. Καλό θα ήταν μάλλον να έβρισκα
ρούχα να με καλύπτουν." Τότε μοναχοί, μια από τις υπηρέτριες της Σουτζάτα
πέθανε. Την τύλιξαν με καναβάτσο και την άφησαν στο νεκροταφείο. Εγώ βλέποντας
αυτό το σκονισμένο κουρέλι, αποφάσισα να το πάρω για να καλυφθώ.
Καθώς ήμουν εκεί σκυμμένος, με το αριστερό μου
πόδι τεντωμένο και το δεξί μου χέρι να πιάνει από κάτω το κουρέλι, ένας θεός
της γης φώναξε προς τους ουράνιους θεούς, "Φίλοι, ιδού ένας απόγονος μιας
σπουδαίας βασιλικής οικογένειας. Εγκατέλειψε τη βασιλεία του ως παγκόσμιος
μονάρχης και τώρα η προσοχή του στρέφεται στο σκονισμένο κουρέλι. Τι θέαμα!
Φίλοι μου, αυτό είναι πράγματι εκπληκτικό!"
'Όλοι οι ουράνιοι θεοί άκουσαν τη φωνή του θεού
της γης και μετέφεραν το μήνυμα στο Πεδίο των Μεγάλων Βασιλέων. Οι θεοί
εκείνοι, το είπαν στους θεούς του Πεδίου των Τριάντα Τριών, εκείνοι με τη σειρά
τους το μετάδωσαν στους θεούς του Πεδίου απαλλαγμένο από Διαμάχες[16] κι
από εκεί μεταδόθηκε στο Πεδίο της Χαράς, το Πεδίο Απόλαυση Εκπορεύσεων, το
Πεδίο που Χρησιμοποιεί τις Εκπορεύσεις των Άλλων και τέλος έφτασε μέχρι το
πεδίο του Μπράχμα. Τότε μοναχοί, εκείνο το λεπτό, εκείνη ακριβώς τη στιγμή αυτό
το μήνυμα αντήχησε και ταξίδεψε μέχρι το Ανώτερο Πεδίο: "Φίλοι, ιδού ένας
απόγονος σπουδαίας βασιλικής οικογένειας. Εγκατέλειψε τη βασιλεία του ως
παγκόσμιος μονάρχης και τώρα η προσοχή του στρέφεται στο σκονισμένο κουρέλι. Τι
θέαμα! Φίλοι μου, αυτό είναι πράγματι εκπληκτικό!"
Τότε ο Μποντισάτβα σκέφτηκε, "Βρήκα αυτό
το σκονισμένο κουρέλι, τώρα καλό θα ήταν αν έβρισκα λίγο νερό για να το
πλύνω." Εκείνη τη στιγμή οι θεοί χτύπησαν τη γη με τα χέρια τους και στο
σημείο εκείνο εμφανίστηκε μια λιμνούλα με λωτούς. Ακόμα και σήμερα η λιμνούλα
αυτή ονομάζεται "Η λιμνούλα εκεί όπου τα χέρια χτύπησαν"
Για άλλη μια φορά ο Μποντισάτβα σκέφτηκε, Τώρα
που έχω το νερό, καλό θα ήταν να έβρισκα και μια επίπεδη πέτρα ώστε να πλύνω το
ρούχο." Εκείνη τη στιγμή ο Σάκρα τοποθέτησε μια τέτοια πέτρα μπροστά του
και ο Μποντισάτβα ξεκίνησε να πλένει το σκονισμένο κουρέλι.
Ο βασιλιάς των θεών Σάκρα, τότε είπε στον
Μποντισάτβα: "Άγιε άνθρωπε, δώσε μου το κουρέλι. Εγώ θα το πλύνω."
Επειδή όμως ο Μποντισάτβα ήθελε να δείξει τη συμπεριφορά ενός ασκητή, δεν έδωσε
το ρούχο στον Σάκυα και το έπλυνε μόνος του.
Στη συνέχεια ο Μποντισάτβα αισθάνθηκε κούραση
και θέλησε να βγει από την λιμνούλα. Ο Μάρα όμως που ένοιωσε ζήλια, ύψωσε την
όχθη της λιμνούλας. Στην μια άκρη όμως της λίμνης, υπήρχε ένα μεγάλο δέντρο κακούμπα[17]. Με
σκοπό να ακολουθήσει τα κοσμικά έθιμα και να ευχαριστήσει τη θεά αυτού του
δέντρου, ο Μποντισάτβα την φώναξε, "Άκου με θεά, χαμήλωσε ένα από τα
κλαδιά σου!" Η θεά έγειρε ένα κλαδί, ο Μποντισάτβα το έπιασε και μπόρεσε
να βγει από την λίμνη. Ελεύθερος πια, κάθησε κάτω από τη σκιά του δέντρου και
έφτιαξε από το σκονισμένο κουρέλι ράβοντάς το, ράσα μοναχού. Ακόμα και σήμερα
το μέρος αυτό είναι γνωστό ως "Το Ράψιμο των Σκονισμένων Κουρελιών."
Τότε ένας θεός των καθαρών πεδίων, ο
Βιμαλαπράμπα, πρόσφερε στον Μποντισάτβα θεϊκά υφάσματα, βαμμένα στο χρώμα του
σαφράν, όπως αρμόζει για μοναχούς. Ο Μποντισάτβα δέχτηκε το δώρο του και το
επόμενο πρωί, φόρεσε αυτά τα υφάσματα και τα τακτοποίησε σαν ράσα και πήγε στο
κοντινό χωριό.
Τα μεσάνυκτα οι θεοί ανήγγειλαν τα ακόλουθα
στην Σουτζάτα, την κόρη του χωρικού Ναντίκα, στο χωριό Σεναπάτι της
Ουρουμπίλβα: "Αυτός στον οποίο έκανες προσφορές, χαλάρωσε την πειθαρχία
του και αποφάσισε να φάει πάλι θρεπτική και στέρεα τροφή. Στο παρελθόν είχες
ευχηθεί, 'Είθε ο Μποντισάτβα να λάβει τη τροφή μου ώστε να πετύχει την τέλεια και ολοκληρωμένη ανυπέρβλητη φώτιση.'
Τώρα ήρθε αυτή η στιγμή γι αυτό κάνε αυτό που πρέπει να κάνεις."
Τότε μοναχοί, η Σουτζάτα, η κόρη του χωρικού
Ναντίκα, αφού άκουσε αυτά που της είπαν οι θεοί, αμέσως πήγε και μάζεψε το γάλα
από χίλιες αγελάδες. Κι αφού ξάφρισε τη κρέμα από το γάλα επτά φορές, στο τέλος
είχε μια παχιά, δυναμωτική κρέμα. Έπειτα έβαλε την κρέμα σ' ένα καινούργιο
πήλινο δοχείο, την ανακάτεψε με ολόφρεσκο ρύζι και την τοποθέτησε σε μια
καινούργια εστία. Καθώς ψηνόταν ο χυλός, εμφανίστηκαν διάφοροι οιωνοί. Μέσα στο
γάλα εμφανίστηκε το περίγραμμα ενός τροχού αιωνιότητας, μια απλή σβάστικα, μια περίτεχνη
σβάστικα, ένας λωτός, ένα βαρνταμάνα[18] και
άλλα ευοίωνα σημάδια. Βλέποντάς τα, η Σουτζάτα σκέφτηκε, "Η εμφάνιση αυτών
των σημαδιών καταδεικνύει πω ο Μποντισάτβα θα πάρει την τροφή και θα πετύχει
την τέλεια και ολοκληρωμένη ανυπέρβλητη φώτιση." Εκείνη τη στιγμή ένας
μάντης που γνώριζε τα τελετουργικά και την ανάγνωση των σημαδιών, έφτασε στο
χωριό και προφήτεψε πως κάποιος θα πετύχει την αθανασία εκεί.
Η Σουτζάτα, τελειώνοντας το μαγείρεμα του
χυλού, το τοποθέτησε εκεί όπου προηγουμένως είχε φτιάξει τη θέση του
Μποντισάτβα σκορπίζοντας λουλούδια και αρωματισμένο νερό. Έπειτα είπε στην
Ουτάρα, μια από τις υπηρέτριές της, "Ουτάρα, άντε να φέρεις τον ιερέα. Εγώ
θα κάτσω εδώ να προσέχω τον χυλό με το γάλα και μέλι."
"Πολύ καλά κυρία μου" είπε η Ουτάρα
κι έκανε αυτό που της είπαν. Πήγε στην ανατολική κατεύθυνση αλλά εκεί βρήκε
μόνο τον Μποντισάτβα. Έπειτα πήγε νότια, αλλά κι εκεί μόνο τον Μποντισάτβα
βρήκε. Έπειτα πήγε δυτικά και βόρεια, αλλά κι εκεί συναντούσε τον Μποντισάτβα.
Μερικοί θεοί από τα καθαρά πεδία, είχαν απομακρύνει όλους τους ακραίους ασκητές
και δεν μπορούσε να βρει κανέναν.
Επιστρέφοντας η Ουτάρα είπε στην κυρία της τι
συνέβει: "Όπου κι αν πάω, ο μόνος που συναντώ μπροστά μου, είναι εκείνος ο
όμορφος μοναχός. Εκτός απ' αυτόν δεν υπάρχει κανείς, ούτε μοναχοί, ούτε
ιερείς."
Η Σουτζάτα είπε, "Αυτός και μόνο είναι ο
μοναχός και ο ιερέας! Γι αυτόν ετοίμασα το φαγητό αυτό. Πήγαινε Ουτάρα να τον
φέρεις."
"Πολύ καλά κυρία μου," είπε η Ουτάρα
και πήγε να τον βρει. Όταν τον συνάντησε, υποκλίθηκε στα πόδια του και
μεταβίβασε την πρόσκληση της Σουτζάτα.
Ο Μποντισάτβα στη συνέχεια έφτασε στο σπίτι της
χωριατοπούλας Σουτζάτα κι έκατσε στη θέση που είχε προετοιμαστεί για εκείνον.
Έπειτα μοναχοί, η χωριατοπούλα Σουτζάτα γέμισε ένα χρυσό δοχείο με το χυλό από
γάλα και μέλι και το πρόσφερε στον Μποντισάτβα.
Έπειτα ο Μποντισάτβα σκέφτηκε: "Η Σουτζάτα
προσφέρει αυτή την τροφή που αν τη φάω τώρα, χωρίς αμφιβολία θα πετύχω την
τέλεια και ολοκληρωμένη ανυπέρβλητη φώτιση." Και ο Μποντισάτβα έφαγε το
γεύμα του, Όταν τελείωσε, σηκώθηκε και ρώτησε τη Σουτζάτα, "Αδελφή μου, τι
να κάνω μ' αυτό το χρυσό δοχείο;"
"Πάρτο σε παρακαλώ μαζί σου,"
απάντησε.
Ο Μποντισάτβα της είπε, "Δεν χρειάζομαι
αυτό το δοχείο."
Η Σουτζάτα τότε του είπε, "Τότε κάνε ότι
σε ευχαριστεί. Αλλά δεν δίνω σε κανέναν τη τροφή, χωρίς να του δώσω και το
δοχείο."
Έτσι ο Μποντισάτβα πήρε το δοχείο και έφυγε από
την Ουρουμπίλβα. Πριν το μεσημέρι έφτασε στις όχθες του ποταμού Ναϊραντζάνα, το
ποτάμι των νάγκα. Άφησε το δοχείο και το σχοινί του και μπήκε στο νερό για να
φρεσκαριστεί. Καθώς ο Μποντισάτβα έκανε το μπάνιο του μοναχοί, ήρθαν για να τον
τιμήσουν αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες θεοί. Έχυσαν στο νερό θεϊκή αλόη, σκόνη
σανταλόξυλου και διάφορα λάδια και σκόρπισαν διάφορα ουράνια λουλούδια όλων των
χρωμάτων. έτσι, μ' αυτόν το τρόπο ο μεγάλος ποταμός Ναϊραντζάνα, γέμισε με
θεϊκά αρώματα και λουλούδια που έπεφταν από ψηλά. Τρισεκατομμύρια θεοί ήρθαν να
μαζέψουν το αρωματισμένο νερό που ο Μποντισάτβα χρησιμοποίησε για να πλυθεί. Το
πήραν στις κατοικίες τους για να το φυλάξουν, ώστε να το τιμούν. Η χωριατοπούλα
Σουτζάτα μάζεψε όλα τα μαλλιά και τα γένια του Μποντισάτβα. Με τη σκέψη ότι
είναι ιερά, τα πήρε μαζί της για να τα φυλάξει και να τα τιμά.
Όταν ο Μποντισάτβα βγήκε απ' το νερό, ήθελε
κάπου να κάτσει και γι αυτό έψαχνε να βρει ένα κατάλληλο μέρος στην όχθη. Τότε,
από την επιφάνεια της γης πρόβαλλε ένα κορίτσι νάγκα που ζούσε στον ποταμό
Ναϊραντζάνα και πρόσφερε στον Μποντισάτβα έναν θρόνο από πολύτιμα πετράδια.
Ο Μποντισάτβα έκατσε εκεί και καθώς σκεφτόταν
τη Σουτζάτα στοργικά, ήπιε όσο ήθελε από τον χυλό με το γάλα και το μέλι.
Τελειώνοντας το φαγητό του, έριξε το χρυσό δοχείο στο νερό χωρίς καμία
προσκόλληση. Τη στιγμή που το δοχείο ακουμπούσε το νερό, ήρθε ο νάγκα βασιλιάς
Σαγκάρα, γεμάτος αφοσίωση και μεγάλο σεβασμό, έπιασε το δοχείο και το μετέφερε
στο βασίλειό του, με τη σκέψη, " Αυτό είναι αντικείμενο σεβασμού!"
Τότε ο Ίντρα με τους χίλιους οφθαλμούς, ο
καταστροφέας των πόλεων, μεταμορφώθηκε σε γκαρούντα με διαμαντένιο ράμφος και
προσπάθησε να κλέψει το χρυσό δοχείο από τον νάγκα βασιλιά Σαγκάρα. Όταν είδε
όμως οτι δεν μπορούσε, πήρε τη δική του μορφή και το ζήτησε ευγενικά. Αυτή τη
φορά το πήρε, το έφερε στο Πεδίο των Τριάντα Τριών και το έβαλε σε μνημείο ως
αντικείμενο λατρείας. Στο πεδίο αυτό ξεκίνησε μια θρησκευτική γιορτή που
ονομαζόταν Η Πομπή της Κούπας, κατά τις ημέρες αστρολογικών συνόδων. Μέχρι
σήμερα οι θεοί των Τριάντα Τριών κάνουν αυτή τη Γιορτή της Κούπας. Το νάγκα
κορίτσι πήρε το θρόνο μαζί του ώστε να γίνει λατρευτικό μνημείο.
Μοναχοί, λόγω της δύναμης που είχε η αρετή και
η ενόραση του Μποντισάτβα, το σώμα του άλλαξε αμέσως από τη στιγμή που έφαγε
στέρεα τροφή. Σε μια στιγμή το σώμα του επανάκτησε την προηγούμενη όμορφη σαν
του λωτού, λάμψη που είχε. Τώρα εκδήλωσε τα τριάντα δύο και τα ογδόντα σημάδια
ενός μεγάλου όντος καθώς και μια άλω φωτός με διάμετρο μια οργιά[19], γύρω
απ' το σώμα του.
Ως προς αυτό το θέμα, λέγεται:
Μετά από έξι χρόνια ασκητισμού, ο Ευλογημένος
σκέφτηκε,
«Μπορεί να κατέχω τη δύναμη της συγκέντρωσης
και την υπερφυσική γνώση,
αν όμως πάω κάτω από τα κλαδιά του βασιλιά των
δέντρων με σκοπό να αφυπνιστώ στην παντογνωσία, ενώ είμαι τόσο αποσκελετωμένος,
αυτό δεν θα ήταν καλό για τα όντα στο μέλλον.
Άνθρωποι
και θεοί με λιγοστή αρετή ψάχνουν για τη σοφία με λάθος τρόπους.
Όντας σε αδύναμη κατάσταση, δεν μπορούν να
πραγματώσουν την αφύπνιση που είναι σαν το νέκταρ. Αν όμως φάω στέρεα και
εξαίσια τροφή, θα επανακτήσω το σωματικό μου σφρίγος.
Τότε θα μπορέσω να πάω στον βασιλιά των δέντρων
για να πραγματώσω την παντογνωστική φώτιση κάτω από τα κλαδιά του.»
Η χωριατοπούλα Σουτζάτα, που έχει κάνει μεγάλο
καλό στο παρελθόν,
κάνει συνέχεια προσφορές και σκέφτεται, «Είθε
αυτός ο οδηγός να ολοκληρώσει την πειθαρχία του!» Ακούγοντας το θέλημα των
θεών, φέρνει χυλό με γάλα και μέλι.
Πηγαίνει στο ποτάμι και χαρούμενη κάθεται στις
όχθες του Ναϊραντζάνα.
Ο Μποντισάτβα ασκήθηκε στην πειθαρχία για χίλια
κάλπα και οι ικανότητές του είναι γαλήνιες.
Πάει στον Ναϊραντζάνα κυκλωμένος από θεούς,
νάγκα καθώς και σοφούς.
Κάνει το πέρασμα και πλένεται με σκέψεις που
στοχεύουν στην απελευθέρωση των άλλων.
Ο Σοφός, αγνός και ακηλίδωτος, πλένεται στο
ποτάμι από αγάπη για τον κόσμο.
Τρισεκατομμύρια θεοί κατεβαίνουν χαρούμενοι
στον ποταμό και γεμίζουν τα νερά
με αρώματα και αρωματισμένες σκόνες για να
πλυθεί το Ιερό Ον. Αφού έκανε το μπάνιο του
ο Ακηλίδωτος Μποντισάτβα κι αναπαύεται γαλήνια
στην ακτή, χιλιάδες θεοί αγαλλιάζουν και παίρνουν το νερό του λουτρού ως
αντικείμενο λατρείας του Αγνού Όντος.
Ένας θεός του προσφέρει τα πορτοκαλί ράσα από
υπέροχο αψεγάδιαστο ύφασμα.
Ντυμένος μ' αυτά τα κατάλληλα ράσα, ο
Ευλογημένος αναπαύεται στις όχθες του ποταμού.
Ένα κορίτσι νάγκα με χαρά και αφοσίωση
εμφανίζει ένα υπέροχο θρόνο
που πάνω του κάθεται γαλήνια ο οδηγός του
σύμπαντος.
Η Σουτζάτα γεμίζει μια χρυσή κούπα με τροφή και
την προσφέρει στον Έχοντα Επίγνωση.
Υποκλίνεται στα πόδια του λέγοντας με χαρά, «Μεγάλε
Οδηγέ, απόλαυσέ το!»
Ο Έχων Επίγνωση τρώει όσο είναι απαραίτητο και
μετά ρίχνει την κούπα στο ποτάμι.
Ο ανώτερος θεός, ο καταστροφέας των πόλεων, την
παίρνει λέγοντας, «Θα την τιμώ!»
Τη στιγμή που ο Νικητής έφαγε στέρεα και
εξαίρετη τροφή,
το σώμα του επανάκτησε την προηγούμενη του
δύναμη, υπεροχή και μεγαλείο.
Στην Σουτζάτα και τους θεούς προσφέρει μια
διδασκαλία που τους ωφελεί πολύ.
Αυτός, το λιοντάρι με τη συμπεριφορά του κύκνου
και το βάδισμα του εξαίσιου ελέφαντα,
πηγαίνει προς το δέντρο της Φώτισης.
Έτσι ολοκληρώνεται το 18ο κεφάλαιο- Ποταμός
Ναϊραντζάνα
19ο Κεφάλαιο - Πλησιάζοντας στη Θέση της
Φώτισης[20]
Όταν ο Μποντισάτβα μοναχοί, πλύθηκε στον
ποταμό Ναϊραντζάνα και απόλαυσε το φαγητό του, επανάκτησε το σωματικό του
σφρίγος και με θριαμβευτικό βάδισμα ξεκίνησε να πηγαίνει προς το μεγαλειώδες
δέντρο Μπόντι. Αυτό το δέντρο ήταν ο βασιλιάς των δέντρων και φύτρωνε σε μέρη
που κατείχαν δεκαέξι μοναδικά χαρακτηριστικά.
Περπάτησε με την περπατησιά ενός σπουδαίου
όντος. Ήταν ένα αδιατάραχτο βάδισμα, το βάδισμα του νάγκα Ιντραγιάστι, ένα
ακλόνητο βάδισμα, ένα βάδισμα τόσο σταθερό όσο του Όρους Μερού, του βασιλιά των
βουνών. Περπάτησε σε μια ευθεία γραμμή χωρίς να παραπατάει, ούτε πολύ γρήγορα
ούτε πολύ αργά, χωρίς να πατάει βαριά ούτε και να σέρνει τα πόδια του. Ήταν μια
πορεία όλο χάρη, μια αψεγάδιαστη πορεία, μια περπατησιά όμορφη, απαλλαγμένη από
θυμό, απαλλαγμένη από πλάνη, απαλλαγμένη από προσκόλληση. Ήταν το βάδισμα του
λιονταριού, του βασιλιά των κύκνων, του
βασιλιά των ελεφάντων, ήταν η περπατησιά του Ναραγιάνα, αιωρείτο πάνω από την
επιφάνεια κι η πορεία του άφηνε τα ίχνη ενός τροχού χιλίων ακτίνων στο έδαφος,
είχε το βάδισμα εκείνου που τα δάκτυλα των ποδιών ενώνονται με μεμβράνη και τα
νύχια του είναι στο χρώμα του χαλκού, η περπατησιά του έκανε τη γη να αντηχήσει
και σύνθλιψε τον βασιλιά των βουνών.
Η περπατησιά του ήταν ίσια με το έδαφος,
είτε στην κατηφόρα είτε στην ανηφόρα, οδηγούσε τα όντα σε ευτυχισμένες
γεννήσεις από την επαφή τους με τις ακτίνες φωτός που έβγαιναν από την μεμβράνη
ανάμεσα στα δάκτυλα, περπατούσε πάνω σε ακηλίδωτους λωτούς, ο βηματισμός του
προέκυπτε από τις προηγούμενες ενάρετες πράξεις, ήταν ο βηματισμός των
προηγούμενων Βούδα-λιονταριών, η περπατησιά που πηγάζει από μια σταθερή και
άτρωτη πρόθεση, σαν του διαμαντιού. Με την περπατησιά του κατέστρεφε όλα τα
κατώτερα πεδία και όλες τις δυστυχείς υπάρξεις, έφερνε ευτυχία σε όλα τα όντα,
καταδείκνυε το δρόμο προς την απελευθέρωση, καθιστούσε ανίσχυρη τη δύναμη των
δαιμόνων, κατέστειλε τους αρνητικούς αντιπάλους και τα δόγματά τους, αφαιρούσε
τον καταρράκτη του σκότους και των ενοχλητικών συναισθημάτων και ακύρωνε τις
διεργασίες της κυκλικής ύπαρξης.
Με την περπατησιά του επισκίαζε τον Σάκρα,
τον Μπράχμα, τον Μαχεσβάρα και τους κοσμικούς προστάτες. Περπατούσε ως ο
μοναδικός άρχοντας του μεγάλου τρισχιλιόκοσμου, ήταν αυθόρμητος βηματισμός που
δεν μπορούσε να εξουδετερωθεί, ο βηματισμός που πραγμάτωνε την επίτευξη της
παντογνωστικής σοφίας, η περπατησιά επίγνωσης και ενόρασης, οδηγούσε σε
ευτυχισμένη επαναγέννηση, γαλήνευε τα γηρατειά και τον θάνατο, ήταν η πορεία
της ακηλίδωτης γαλήνης, που οδηγούσε στην πόλη της νιρβάνα, που είναι ευνοϊκή,
ακηλίδωτη και απαλλαγμένη από τον φόβο. Μ' αυτήν την περπατησιά ξεκίνησε ο
Μποντισάτβα για τη θέση της φώτισης.
Το δρόμο μεταξύ του ποταμού Ναϊραντζάνα
και της θέσης της φώτισης μοναχοί, σκούπισαν για τον Μποντισάτβα οι θεοί των
νεφών του αέρα, ενώ οι θεοί των νεφών
της βροχής ράντισαν το δρόμο του με αρωματισμένο νερό και σκόρπισαν παντού
λουλούδια. Εκείνη την ώρα, όλα τα δέντρα του μεγάλου τρισχιλιόκοσμου έγειραν
τις κορφές τους προς τη θέση της φώτισης. Όλα τα βρέφη που γεννήθηκαν εκείνη
ακριβώς την μέρα, κοιμήθηκαν με το κεφάλι τους στραμμένο προς τη θέση της
φώτισης. Ομοίως όλα τα βουνά που υπάρχουν σ΄ αυτόν το μεγάλο τρισχιλιόκοσμο,
έγειραν προς τη θέση της φώτισης.
Σε όλη τη διαδρομή από τον ποταμό
Ναϊραντζάνα μέχρι τη θέση της φώτισης, ο δρόμος είχε εξωραϊστεί για αρκετά
μίλια, από τους θεούς του πεδίου της επιθυμίας. Και στις δυο πλευρές του
δρόμου, είχαν κατασκευάσει μαγικά ένα κιγκλίδωμα από επτά είδη πολύτιμων λίθων.
Ο δρόμος ήταν σκιασμένος στο ύψος επτά φοινίκων, με πολύτιμα πλέγματα και
στολισμένος με θεϊκές ομπρέλες, σημαίες και λάβαρα. Σε απόσταση μιας σαϊτιάς
είχαν εμφανίσει μια σειρά από φοίνικες, ψηλότερους από τα κιγκλιδώματα και
φτιαγμένους από επτά είδη πολύτιμων λίθων. Ανάμεσα στα φοινικόδεντρα ήταν
κρεμασμένες γιρλάντες πολύτιμων λίθων. Ανάμεσα από κάθε ζεύγος φοινικόδεντρων,
υπήρχε μια λιμνούλα λωτών με αρωματισμένο νερό και χρυσή άμμο, γεμάτη από μπλε,
κίτρινους, κόκκινους και λευκούς λωτούς. Πρεβάζια από πολύτιμους λίθους και
σκάλες από βηρύλλιο[21]
περιέβαλλαν τις λίμνες. Στις λίμνες αντηχούσαν φωνές από πάπιες, πελαργούς,
κύκνους, χήνες, γερανούς και παγώνια. Ογδόντα χιλιάδες νεαρές θεές έραναν το
δρόμο με θεϊκά αρωματικά λουλούδια. Μπροστά σε κάθε φοινικόδεντρο υπήρχε ένα
βάθρο από πολύτιμους λίθους, στο οποίο στέκονταν ογδόντα χιλιάδες νεαρές θεές,
που πρόσφεραν δοχεία με σκόνη σανταλόξυλου και αλόης και κρατούσαν θυμιατά με
σανταλόξυλο. Σε κάθε ένα από αυτά τα βάθρα υπήρχαν πέντε χιλιάδες νεαρές θεές
που τραγουδούσαν ουράνια τραγούδια.
Έτσι μοναχοί, καθώς ο Μποντισάτβα συνέχιζε
στον δρόμο του εκπέμποντας τρισεκατομμύρια ακτίνων φωτός, τα πεδία σείονταν,
ακουγόταν μουσική από εκατομμύρια όργανα, έπεφτε μια δυνατή βροχή από πληθώρα
λουλουδιών, ακουγόταν ο χτύπος εκατομμυρίων τυμπάνων και γύρω απ' τον
Μποντισάτβα έκαναν περιφορές άλογα, ελέφαντες και ταύροι. Η παρουσία του
Μποντισάτβα προσέλκυσε εκατοντάδες χιλιάδες παπαγάλους, μάϊνες, κούκους,
πέρδικες, κύκνους, μπεκατσόνια, παγώνια και πουλιά τσακραβάκα[22].
Έτσι στολισμένος με εκατοντάδες χιλιάδες ευοίωνα σημάδια, ήταν ο δρόμος που
ο Μποντισάτβα διέσχισε μέχρι τη θέση της φώτισης.
Την ίδια εκείνη νύκτα που ο Μποντισάτβα
έβαλε σκοπό να πετύχει την πλήρη και ολοκληρωμένη φώτιση, ο παντοδύναμος
Μπράχμα, ο κυβερνήτης του μεγάλου τρισχιλιόκοσμου[23]κάλεσε
τη μεγάλη του ακολουθία στο πεδίο του Μπράχμα.
«Φίλοι,» είπε, «πρέπει να ξέρετε το εξής.
Ο Μποντισάτβα, το Μεγάλο Ον, έβαλε τη μεγάλη πανοπλία. Χωρίς να έχει ξεχάσει
τον μεγάλο του όρκο, προστατευμένος από την στέρεα πανοπλία του, είναι απτόητος
και έχει τελειοποιήσει όλη τη συμπεριφορά ενός Μποντισάτβα. Έφτασε στην
αντίπερα όχθη όλων των τελειοτήτων και κατέχει όλα τα επίπεδα των Μποντισάτβα.
Είναι τέλεια καθαρός ως προς τις επιδιώξεις/ευχές ενός Μποντισάτβα και
συμμετέχει στις πνευματικές ικανότητες[24]
όλων των αισθανόμενων όντων. Μπήκε στους μυστικούς τόπους όλων των Βούδα και
έχει υπερβεί όλα τα μονοπάτια της δαιμονικής δραστηριότητας. Δεν εξαρτάται από
άλλους ως προς τη βάση για την απόκτηση αρετής. Έχει ευλογηθεί από όλους τους
Βούδες. Δείχνει το δρόμο προς την ολοκληρωμένη απελευθέρωση για όλα τα όντα.
Είναι ο μεγάλος καπετάνιος που κατακτά τον κύκλο της στρατιάς του Μάρα. Είναι ο
μοναδικός ήρωας του τρισχιλιόκοσμου.
«Πραγμάτωσε όλα τα ιάματα του Ντάρμα και
είναι ο μεγάλος βασιλιάς των ιατρών, φορώντας τον μεταξωτό κεφαλόδεσμο της
σωτηρίας. Είναι ο μεγάλος βασιλιάς του Ντάρμα που ακτινοβολεί το λαμπερό φως
της γνώσης. Είναι ο μεγάλος- σαν τον μετεωρίτη- βασιλιάς, που όπως και το έξοχο
άνθος του λωτού, δεν τον κηλιδώνουν οι οκτώ κοσμικές ανησυχίες[25].
Δεν ξεχνά ποτέ του τα νταράνι[26]
οποιασδήποτε διδασκαλίας. Είναι σαν τον μεγάλο ωκεανό, απαλλαγμένος από την
προσκόλληση και την απέχθεια. Είναι ακίνητος και ακλόνητος σαν το μεγάλο
κεντρικό βουνό. Είναι τέλεια ακηλίδωτος, καθαρός και κατέχει ένα πολύ
ευεργετικό πνεύμα και γι αυτό είναι σαν ένα έξοχο πετράδι. Έγινε κύριος όλων
των φαινομένων και είναι σε όλες τις ενέργειές του, πέρα από προθέσεις.
«Ο Μποντισάτβα, που είναι σαν τον μεγάλο
Μπράχμα, προχωρά προς τη θέση της φώτισης με την επιθυμία να αφυπνιστεί στην
ανυπέρβλητη, τέλεια και ολοκληρωμένη Φώτιση με σκοπό να δαμάσει τον Μάρα.
Προχωρά με σκοπό να πραγματώσει τέλεια τις δέκα δυνάμεις, την τετράπτυχη αφοβία
και τις δεκαοκτώ μοναδικές ποιότητες ενός Βούδα. Σκοπός του είναι να στρέψει
τον μεγάλο τροχό του Ντάρμα και να βγάλει τον μεγάλο βρυχηθμό του λιονταριού.
Με το δώρο του Ντάρμα θα ικανοποιήσει όλα τα όντα. Θα εξαγνίσει το μάτι του
Ντάρμα όλων των όντων και καταστρέψει όλους τους αντιπάλους του και τα δόγματά
τους. Πηγαίνει προς τη θέση της φώτισης για να επιδείξει την εκπλήρωση των
προηγούμενων όρκων του και να αποκτήσει την πλήρη γνώση ενός αρχηγού πάνω σε
όλα τα φαινόμενα. Φίλοι, γι αυτούς τους λόγους θα πρέπει να τιμήσετε τον
Μποντισάτβα και με χαρά να τον βοηθήσετε με όποιον τρόπο μπορείτε!»
Τότε ο παντοδύναμος Μπράχμα μίλησε με τους
εξής στίχους:
Εκείνος, με του οποίου τις αρετές και το
ένδοξο μεγαλείο μπορεί να γίνει γνωστός ο μεγάλος δρόμος-η αγάπη, η συμπόνια, η
χαρά και η ισοψυχία, καθώς και οι απορροφήσεις και τα είδη της ανώτερης
γνώσης-που ασκήθηκε στην ενάρετη συμπεριφορά για χίλια κάλπα, τώρα πηγαίνει
προς το δέντρο μπόντι. Θα πρέπει να κάνετε προσφορές σ' αυτόν τον σοφό, καθώς
εξασκείται για να εκπληρώσει τις προσδοκίες
του.
Ζητείστε προστασία από εκείνον, και δεν θα
συναντήσετε ούτε θα βιώσετε τους φόβους των κατώτερων πεδίων ή την έλλειψη των
ελευθεριών.
Αντιθέτως θα βρείτε την ευτυχία των θεών
του πεδίου της επιθυμίας στην απέραντη κατοικία του Μπράχμα.
Πέρασε δυσκολίες για έξι χρόνια και τώρα
φεύγει για το δέντρο μπόντι.
Εύγε! Ας τιμήσουμε αυτόν τον άνθρωπο με
χαρά και αφοσίωση!
Είναι ο βασιλιάς του τρισχιλιόκοσμου, ο
άριστος των δασκάλων, ο βασιλιάς του Ντάρμα.
Δεν υπάρχει ίσος μ' αυτόν στις πόλεις του
Ίντρα, του Μπράχμα, του Ήλιου και της Σελήνης.
Όταν γεννήθηκε, ένα τρισεκατομμύριο κόσμοι
σείστηκαν με έξι διαφορετικούς τρόπους.
Σήμερα ξεκίνησε προς το θεσπέσιο δέντρο
για να κατακτήσει τις στρατιές του Μάρα.
Δεν μπορώ να δω το στέμμα στο κεφάλι του,
ούτε οι άλλοι μπορούν εδώ στο πεδίο του Μπράχμα.
Το σώμα του φέρει τα καλύτερα από τα έξοχα
σημάδια, κοσμείται με τα τριάντα δύο.
Ο λόγος του είναι όμορφος, γλυκός και
ευχάριστος στην ακοή, έχει μελωδική φωνή σαν του Μπράχμα.
Ο νους του είναι γαλήνιος και απαλλαγμένος
από θυμό. Ελάτε να του προσφέρουμε τιμές!
Οι ευφυείς που έχουν σκοπό να υπερβούν την
αέναη ευδαιμονία στα πεδία του Ίντρα και του Μπράχμα,
ή εκείνοι που επιθυμούν να κόψουν το
δίκτυο των εμποδίων των ενοχλητικών συναισθημάτων,
ή εκείνοι που επιθυμούν να πετύχουν την
αθανασία χωρίς να το ακούσουν από άλλους,
κάτι που είναι μια ευοίωνη μοναχική
αφύπνιση-
αν κάποιος επιθυμεί να φωτιστεί, στα τρία
πεδία, θα πρέπει να αποδώσει τιμές αυτόν τον οδηγό.
Αυτός απαρνήθηκε τη γη με τους ωκεανούς
της και τα αμέτρητα πολύτιμα αντικείμενα.
Αυτός εγκατέλειψε τα παλάτια με τα οβάλ
παράθυρα, τις βεράντες και τα μεταφορικά μέσα,
τη γη που είναι στολισμένη με εξαίσια
άνθη, όμορφα πάρκα, πηγές και λιμνούλες.
Αυτός παράδωσε τα άκρα του, το κεφάλι του
και τα μάτια του και τώρα προχωρά προς τη θέση της φώτισης!
Τότε μοναχοί, ο μεγάλος Μπράχμα ο άρχοντας
του τρισχιλιόκοσμου, έκανε μέσα σε μια στιγμή όλους τους κόσμους του μεγάλου
τρισχιλιόκοσμου, το ίδιο. Ο κόσμος τώρα είχε γίνει απαλός, σαν τη παλάμη του
χεριού. Δεν υπήρχαν πια χαλίκια ή πέτρες αλλά ο κόσμος ήταν γεμάτος με πολύτιμα
πετράδια, μαργαριτάρια, κοχύλια, κρύσταλλα, κοράλλια, χρυσό και ασήμι. Κάλυψε
ολόκληρο τον κόσμο του μεγάλου τρισχιλιόκοσμου με απαλό πράσινο γρασίδι, που
έτεινε προς τα αριστερά στο σχήμα της σβάστικας, τόσο απαλό όσο το πιο λεπτό
ύφασμα και ευχάριστο στην αφή.
Εκείνη τη στιγμή, όλοι οι μεγάλοι ωκεανοί
γαλήνεψαν σαν τις ερήμους και όλα τα όντα που ζούσαν στα νερά, απαλλάχτηκαν από
κάθε κακό. Όταν είδαν πόσο όμορφος είχε γίνει ο κόσμος, όλοι οι κοσμικοί
προστάτες των δέκα κατευθύνσεων, όπως ο Ίντρα και ο Μπράχμα, αποφάσισαν να
αποδώσουν τιμές στον Μποντισάτβα, κοσμώντας με τον ίδιο τρόπο εκατό χιλιάδες
βουδικά πεδία.
Όλοι οι άλλοι Μποντισάτβα που βρίσκονται
πέρα από τον κόσμο των ανθρώπων και των θεών, θέλησαν κι αυτοί να αποδώσουν
τιμές στον Μποντισάτβα και γι αυτό στόλισαν τα αμέτρητα βουδικά πεδία των δέκα
κατευθύνσεων, με μια σειρά από προσφορές. Όλα εκείνα τα βουδικά πεδία, αν και
ήταν στολισμένα με διαφορετικούς τρόπους, τώρα εμφανίστηκαν ως ένα ενιαίο
βουδικό πεδίο. Ο χώρος μεταξύ των κόσμων εξαφανίστηκε, όπως και τα γύρω βουνά
και τα μικρότερα και μεγαλύτερα περιμετρικά τείχη. Όλα αυτά τα βουδικά πεδία
φαίνονταν να τα διαπερνά το φως που έβγαινε από τον Μποντισάτβα.
Την περιοχή στη θέση της φώτισης
προστάτευαν δεκαέξι θεοί. Ονομάζονταν Ουτκαλίν, Σουτκαλίν, Πρατζαπάτι,
Σουραμπάλα, Κέιουραμπάλα, Σουπρατιστίτα, Μαχιντάρα, Αβαμπασακάρα, Βιμάλα,
Νταρμεσβάρα, Νταρμακέτου, Σινταπάτρα, Απρατιχατανέντρα, Μαχαβιούχα,
Σιλαβισουντανέτρα, και Παντμαπράμπα. Αυτοί οι δεκαέξι θεοί που όλοι
τους είχαν πραγματώσει την μη αναστρέψιμη υπομονή, προστάτευαν τη θέση της
φώτισης.
Ως ένδειξη σεβασμού, οι Μποντισάτβα είχαν
στολίσει τη θέση της φώτισης. Είχαν περιβάλλει το μέρος με επτά σειρές από
κιγκλιδώματα, για μια απόσταση 80 λευγών[27].
Ένα επταπλό πλέγμα με πολύτιμα κουδουνάκια περιέβαλλε τις επτά σειρές από
φοινικόδεντρα που είχαν επίσης τοποθετηθεί εκεί. Όλα αυτά περιβάλλονταν από
επτά νήματα φτιαγμένα από πολύτιμα υλικά.
Η θέση της φώτισης ήταν καλυμμένη από
ύφασμα φτιαγμένο από χρυσό του ποταμού Τζάμπου, ένα ύφασμα διάστικτο από
πολύτιμες πέτρες και υφασμένο με χρυσή κλωστή. Είχε σκορπισμένους χρυσούς
λωτούς από τον ποταμό Τζάμπου, ευωδίαζε από τα αρώματα και ήταν καλυμμένη από
πολύτιμη τέντα. Όλα τα υπέροχα και εξαίσια δέντρα που φυτρώνουν και τιμώνται
στους διαφορετικούς κόσμους των δέκα κατευθύνσεων, μαζί με τους κόσμους των
θεών και των ανθρώπων, βρίσκονταν τώρα στη θέση της φώτισης. Παρομοίως, όλα τα
διαφορετικά είδη λουλουδιών που φυτρώνουν στο νερό καθώς και στη γη, πρόβαλλαν
κι αυτά στη θέση της φώτισης.
Επιπλέον, οι Μποντισάτβα των διαφόρων
κόσμων των δέκα κατευθύνσεων, ήταν πλέον ορατοί στη θέση της φώτισης, κοσμώντας
τον τόπο με τις αμέτρητες συσσωρεύσεις αρετής και σοφίας.
M' αυτόν το τρόπο, οι θεοί που προστάτευαν τη θέση της φώτισης
εκδήλωσαν με μαγικό τρόπο διάφορα πράγματα εκεί. Ήταν όλα τόσο υπέροχα, που
μόλις τα είδαν οι θεοί, οι νάγκα, οι γιάκσα, οι γκαντάρβα και οι ημίθεοι,
άρχισαν να βλέπουν τους δικούς τους κόσμους σαν νεκροταφεία. Όταν τα είδαν
αυτά, ένοιωσαν μεγάλο σεβασμό και αναφώνησαν με χαρά, «Πόσο υπέροχα! Πόσο
ασύλληπτη είναι η εκδήλωση αυτής της αξιέπαινης ωρίμανσης!»
Στο ίδιο το δέντρο μπόντι υπήρχαν τέσσερις
θεότητες, οι Βένου, Βάλγκου, Σουμάνας
και Οτζοπάτι. Αυτές οι τέσσερις θεότητες επιθυμούσαν κι αυτές να τιμήσουν τον
Μποντισάτβα, γι αυτό διαμόρφωσαν το δέντρο μπόντι ώστε να έχει τέλειες ρίζες,
κορμό, κλαδιά, φύλλα λουλούδια και φρούτα, καθώς και τέλειο ύψος και
περιφέρεια. Ήταν υπέροχο, όμορφο να το βλέπεις, απλωμένο, ψηλό όσο ογδόντα
φοινικόδεντρα και με ανάλογη περίμετρο, πολύ μεγαλοπρεπές. Ήταν πράγματι ένα
έξοχο και πανέμορφο δέντρο. Το περιέβαλλαν πολύτιμες εξέδρες σε επτά σειρές.
Πολύτιμα φοινικόδεντρα είχαν επίσης τοποθετηθεί γύρω τους σε επτά κύκλους και
αυτά τα περιέβαλλε ένα πλέγμα με καμπανάκια από πολύτιμες πέτρες. Όλα αυτά,
περιβάλλονταν από επτά νήματα φτιαγμένα από πολύτιμα υλικά, που σχημάτιζαν έτσι
τον εξωτερικό δακτύλιο.
Ήταν ένα δέντρο που κανείς δεν κουραζόταν
να βλέπει, σαν το κοραλλένιο δέντρο ή το δέντρο κοβιντάρα. Αυτό το μέρος, όπου
ο Μποντισάτβα επρόκειτο να καθήσει με την πρόθεση να πραγματώσει την πλήρη και
ολοκληρωμένη φώτιση, είχε γίνει η ουσία του άφθαρτου διαμαντιού, που είναι πιο
σκληρό από κάθε άλλο διαμάντι του μεγάλου τρισχιλιόκοσμου.
Καθώς ο Μποντισάτβα, μοναχοί, προχωρούσε
προς τη θέση της φώτισης, από το σώμα του έβγαιναν ακτίνες φωτός. Το φως
γαλήνευε τα κατώτερα πεδία και σταματούσε όλες τις δυσμενείς καταστάσεις[28].
Σταματούσε τα οδυνηρά συναισθήματα των
όντων στα κατώτερα πεδία. Τα όντα με μειωμένες ικανότητες ανακτούσαν τις
αισθήσεις τους. Τα όντα που υποφέραν από αρρώστιες, γιατρεύονταν. Όσα
αισθάνονταν ταλαιπωρία, αποκτούσαν ευτυχία. Όσα ήταν χτυπημένα απ' τον φόβο,
απαλλάσσονταν. Όσα όντα ήταν δέσμια, απελευθερώνονταν από τα δεσμά τους. Όσα
όντα υποφέραν από ανέχεια, ανακάλυπταν πλούτο. Όλοι οι άνθρωποι που
βασανίζονταν από ενοχλητικά συναισθήματα, απαλλάσσονταν από την αγωνία τους.
Όσοι πεινούσαν, χόρταιναν. Όσοι υπέφεραν από δίψα, ανακουφίζονταν. Οι έγκυες
γυναίκες, γεννούσαν εύκολα. Όσοι ήταν γερασμένοι και αδύναμοι, ανακτούσαν τις
δυνάμεις τους.
Εκείνη τη στιγμή όλα τα όντα
ανακουφίζονταν από τα βάσανα που προκαλούνται από την προσκόλληση, τον θυμό,
την άγνοια, την οργή, την απληστία, τη βαναυσότητα, τη μοχθηρία, τον φθόνο[29]
και τη ζήλια[30].
Εκείνη τη στιγμή, κανείς δεν είχε την εμπειρία του θανάτου, της μετάβασης στην
επόμενη ζωή και της γέννησης. Εκείνη τη στιγμή σε όλους γεννιόταν αγάπη,
αλτρουισμός και η αίσθηση πως όλα τα όντα ήταν μητέρες και πατέρες τους.
Αυτό εκφράζεται και με στίχους:
Μέχρι και την κόλαση του Υπέρτατου
Μαρτυρίου, τα όντα των κολάσεων παρουσίαζαν ένα τρομακτικό θέαμα.
Τα βάσανα αυτών των όντων γαλήνεψαν και
βίωσαν συναισθήματα ευτυχίας.
Όταν το φως του Κυρίου άγγιξε τα όντα που
ήταν γεννημένα ως ζώα
και έβλαπταν το ένα το άλλο με αμέτρητους
τρόπους, τότε για το καλό τους, γέννησαν στοργή.
Τα πνεύματα, όσα κι αν είναι στον κόσμο,
που τα βασανίζει η πείνα και η δίψα,
ανακάλυψαν φαγητό και ποτά μέσα από τη
δύναμη του Μποντισάτβα.
Όλες οι ατυχείς καταστάσεις έπαυσαν, και
άδειασαν τα κατώτερα πεδία.
Όλα τα όντα απόκτησαν ευτυχία και γέμισαν
με θεϊκή αγαλλίαση.
Όσοι δεν είχαν μάτια και αυτιά, και οι
υπόλοιποι με τις ατελείς ικανότητες,
επανάκτησαν τις αισθήσεις τους πλήρως και
απόκτησαν υπέροχα άκρα.
Η προσκόλληση και ο θυμός κι όλα τα άλλα
ενοχλητικά συναισθήματα που βλάπτουν τα όντα-
εκείνη τη στιγμή όλα τα ενοχλητικά
συναισθήματα γαλήνεψαν και τα όντα γέμισαν ευτυχία.
Όσοι είχαν χάσει το μυαλό τους απέκτησαν
την αυτοκυριαρχία τους. Όσοι ζούσαν στη φτώχεια, βρήκαν πλούτο.
Όσοι ήταν χτυπημένοι από αρρώστια,
γιατρεύτηκαν. Όσοι ήταν δέσμιοι, απελευθερώθηκαν.
Δεν υπήρχε κακία ή εχθρότητα, μοχθηρία ή
διαμάχη.
Όλα τα όντα συναναστρέφονταν με αρμονία κι
ο νους τους ήταν γεμάτος καλοσύνη.
Όπως φροντίζει ο πατέρας κι η μητέρα το
μοναχοπαίδι τους,
εκείνη τη στιγμή όλα τα όντα ένοιωσαν
γονική αγάπη μεταξύ τους.
Το πλέγμα των ακτίνων φωτός του
Μποντισάτβα απλωνόταν παντού στις δέκα κατευθύνσεις
και φώτιζε τον ασύλληπτο αριθμό των
πεδίων, που είναι τόσα πολλά, όσοι είναι οι κόκκοι της άμμου στον Γάγγη.
Τα Μαύρα Όρη και τα περιβάλλοντα
περιμετρικά τείχη εξαφανίστηκαν.
Όλοι οι αμέτρητοι κόσμοι εμφανίστηκαν τώρα
ως ένας.
Ήταν φτιαγμένοι από πολύτιμα πετράδια και
φαίνονταν ξεκάθαρα σαν την παλάμη του χεριού.
Για να τιμήσουν τον Μποντισάτβα, όλα τα
πεδία ήταν καλά κοσμημένα.
Ομάδα από δεκαέξι θεούς, ήταν οι
φροντιστές της θέσης της φώτισης.
Μέχρι την απόσταση 80 λευγών είχαν
στολίσει τη θέση της φώτισης.
Όλα τα σπουδαία εκθέματα στα αμέτρητα
εκατομμύρια πεδία,
πρόβαλλαν τώρα σ' αυτό το μέρος με τη
δύναμη του Μποντισάτβα.
Οι θεοί, νάγκα, γιάκσα, κιμνάρα και
μαχοράγκα
θεώρησαν τώρα τα θεϊκά τους παλάτια ως
νεκροταφεία.
Όταν οι θεοί και οι άνθρωποι είδαν όλη
αυτή την παρουσίαση, γέμισαν θαυμασμό.
'Πόσο σπουδαία είναι αυτή η εκδήλωση της
αρετής, που οδηγεί σε μια τόσο ευνοϊκή συγκυρία!'
Χωρίς καμία προσπάθεια, σωματική, λεκτική
ή νοητική,
όλοι οι στόχοι, οι ευχές και οι προθέσεις
του Μποντισάτβα, εκπληρώθηκαν εντελώς.
Ακόμα και οι επιθυμίες των άλλων
εκπληρώθηκαν, μέσα από τις πράξεις του στο παρελθόν.
Η ωρίμανση αυτών των πράξεων τώρα
παρήγαγαν αυτά τα τέλεια αποτελέσματα.
Οι τέσσερις θεότητες στη θέση της φώτισης,
στόλισαν τη θέση της φώτισης,
για να την κάνουν ακόμα πιο έξοχη κι από
τα θεϊκά κοραλλένια δέντρα.
Όλα τα εκθέματα στη θέση της φώτισης
δημιουργήθηκαν από αυτές τις τέσσερις θεότητες.
είναι απολύτως αδύνατον να περιγραφούν οι
ιδιότητές τους με λέξεις.
Το φως που έβγαινε από το σώμα του
Μποντισάτβα μοναχοί, φώτιζε την κατοικία του Καλίκα, του βασιλιά των νάγκα. Το
φως, όντας αγνό κι αμόλυντο, ικανοποιούσε το σώμα και το νου όσων άγγιζε και
τους γέμιζε χαρά. Έδιωχνε όλα τα ενοχλητικά συναισθήματα και έφερνε χαρά,
ευτυχία, εμπιστοσύνη και υπέρτατη αγαλλίαση σε όλα τα όντα. Όταν ο Καλίκα, ο
βασιλιάς των νάγκα, είδε με ποιον τρόπο φώτιζε το φως την κατοικία του, είπε
αυτούς τους στίχους μπροστά στην ακολουθία του:
Βλέπω ένα φως που μοιάζει με του ΚρακουΤσαντάκα[31]
ή τη λάμψη του Κανακαμούνι. Είναι σα να βλέπεις το αμόλυντο και αψεγάδιαστο φως
του Κασιάπα, του βασιλιά του Ντάρμα. Είναι βέβαιο πως υπάρχει εδώ ένα ον με
έξοχα χαρακτηριστικά, χρήσιμη δραστηριότητα και σοφία. Γι αυτό η κατοικία μου
κοσμήθηκε με αυτό το λαμπρό χρυσό φως.
Μέχρι τώρα, το απομονωμένο μας σπίτι ήταν
γεμάτο σκοτάδι ως αποτέλεσμα των προηγούμενων αρνητικών μας πράξεων.
Ακόμα κι οι ακτίνες του ήλιου και της
σελήνης που φτάνουν μακριά, δεν διαπερνούν αυτό το μέρος. Ούτε το αγνό φως της
φωτιάς, των πετραδιών, των κεραυνών και των άστρων, διαπερνά αυτό το μέρος.
Ακόμα και οι ακτίνες φωτός του Ίντρα, του Μπράχμα και των ημιθέων, δεν μπορούν
να φωτίσουν.
Όμως σήμερα αυτή η κατοικία φωτίστηκε με
ομορφιά αντάξια του ήλιου.
Ο νους μας γέμισε χαρά και το σώμα μας
χαλαρό και ανακουφισμένο.
Ακόμα και την βροχή από ζεστή άμμο που
πέφτει στο σώμα μου, αισθάνομαι δροσερή.
Είναι ξεκάθαρο πως Αυτός που Ασκήθηκε στην
Θετική Δραστηριότητα για Πολλά Εκατομμύρια Κάλπα πηγαίνει προς το δέντρο
μπόντι.
Γρήγορα, φέρτε όμορφα άνθη νάγκα, υπέροχα
και μυρωδάτα ρούχα, μαργαριταρένια περιδέραια, στολίδια και βραχιόλια, πούδρες
και τα καλύτερα λιβάνια.
Προσφέρετε σ' αυτόν μελωδικούς ήχους
τραγουδιών και μουσικής και κρούστε τα καλύτερα τύμπανα. Πηγαίντε τώρα! Κάντε
προσφορές στον ευεργέτη που είναι άξιος του σεβασμού όλων.
Έπειτα ο Καλίκα σηκώθηκε, μαζί με τις
νάγκα κόρες, και κοίταξε στις δέκα κατευθύνσεις. Είδε τον Μποντισάτβα, να
λάμπει από μεγαλείο σαν το κεντρικό βουνό.
Ήταν κυκλωμένος από εκατομμύρια θεούς,
ημίθεους, Μπράχμα, Ίντρα και γιάκσα.
Με αγαλλίαση τον τιμούσαν και του έδειχναν
το δρόμο
Ο βασιλιάς των νάγκα πασίχαρος έκανε
προσφορές γεμάτος σεβασμό στο Υπέρτατο Ον του κόσμου.
Με αφοσίωση υποκλίθηκε στα πόδια του Σοφού
και στάθηκε μπρος του.
Οι νάγκα θυγατέρες επίσης τίμησαν τον Σοφό
με αγαλλίαση και σεβασμό.
Σκόρπισαν λουλούδια, λιβάνια κι αρώματα
και έπαιξαν μουσική.
Πασίχαρος από τις τέλειες ιδιότητες του
Κυρίου, ο βασιλιάς των νάγκα ένωσε τα χέρια του.
«Οδηγέ, Άριστε στον κόσμο εσύ! Είναι
υπέροχο να βλέπω το πρόσωπο σου που είναι σαν την πανσέληνο! Καθώς είδα τους
οιωνούς που προείπαν τους προηγούμενους σοφούς, βλέπω τα ίδια σημάδια και σε
σένα. Σήμερα θα υποτάξεις τις στρατιές του Μάρα και θα πραγματώσεις την
επιθυμητή κατάσταση.
Γι αυτόν το λόγο ασκήθηκες στο παρελθόν
στην πειθαρχία, την γενναιοδωρία και τη χαλιναγώγηση και εγκατέλειψες όλα τα
αποκτήματα.
Γι
αυτόν το λόγο καλλιέργησες την πειθαρχία, την ηθική συμπεριφορά, την αγάπη, τη
συμπόνια και τη δύναμη της υπομονής/μακροθυμίας
Γι αυτόν το λόγο υπήρξες επιμελής,
σταθερός, απολάμβανες τη συγκέντρωση και άφηνες την ενόρασή σου να ακτινοβολεί.
Σήμερα όλες οι ευχές σου θα εκπληρωθούν
και θα είσαι νικηφόρος.
Αφού τα υπόλοιπα δέντρα με τα φύλλα, τα
άνθη και τους καρπούς τους υποκλίνονται στο δέντρο μπόντι, αφού χίλια βάζα
γεμάτα με νερό κάνουν γύρω σου περιφορές,
αφού πλήθος απσαράσες[32]
αγαλλιάζει και βγάζει τρυφερούς ήχους,
αφού σμήνη κύκνων και πελαργών
παιχνιδιάρικα πετούν στον ουρανό
και με χαρά κάνουν δεξιόστροφους κύκλους
πάνω από τον Σοφό, σήμερα θα γίνεις άξιος[33]
Αφού εκατοντάδες βουδικά πεδία γέμισαν με
υπέροχο χρυσό φως,
αφού όλα τα κατώτερα πεδία έπαυσαν και η
δυστυχία των όντων σταμάτησε,
αφού έπεσαν άνθη στις κατοικίες του ήλιου
και της σελήνης και ένα απαλό αεράκι φύσηξε, σήμερα θα γίνεις ο ηγέτης που
απαλλάσσει τα όντα από τη γέννηση και τα γηρατειά στα τρία πεδία.
Αφού οι θεοί εγκατέλειψαν τις απολαύσεις
τους και ήρθαν να σε τιμήσουν,
αφού ο Μπράχμα και οι θεοί της τάξης
Μπραχμαπουροχίτα άφησαν την ευδαιμονία της συγκέντρωσης και όπως και οι
υπόλοιποι των τριών πεδίων ήρθαν εδώ, σήμερα θα γίνεις ο βασιλιάς των ιατρών
που ελευθερώνει τα όντα από τη γέννηση και τα γηρατειά στα τρία πεδία.
Αφού τον δρόμο που περπάτησες σήμερα, τον
σκούπισαν οι θεοί,
ένα δρόμο που επίσης περπάτησαν οι κύριοι
ΚρακουΤσαντάκα, Κανακαμούνι και Κασυάπα,
αφού στα βήματά σου φυτρώνουν αμόλυντοι
και τέλειοι λωτοί, ξεπροβάλλοντας από τη γη
που πάνω της περπάτησες με παντοδύναμα
βήματα, σήμερα θα γίνεις άξιος.
Τρις/μύρια δαίμονες, τόσοι πολλοί όσοι οι
κόκκοι της άμμου στον Γάγγη,
δεν μπορούν να σε βγάλουν κάτω από τα
κλαδιά του δέντρου μπόντι ή να σε κουνήσουν.
Έχεις κάνει τρις/μύρια προσφορές, τόσες
πολλές όσοι οι κόκκοι της άμμου στον Γάγγη,
δρώντας πάντα για το όφελος του
κόσμου-αυτός είναι ο λόγος που σήμερα λάμπεις εδώ.
Οι πλανήτες, το φεγγάρι, τ' άστρα και ο
ήλιος μπορεί να πέσουν από τον ουρανό στη γη,
τα παντοδύναμα βουνά μπορεί να κινηθούν
από τη θέση τους και οι ωκεανοί μπορεί να στεγνώσουν, κάποιος που γνωρίζει,
μπορεί να εμφανίσει μαγικά καθένα από τα τέσσερα στοιχεία, ωστόσο είναι
αδύνατον να πας στον βασιλιά των δέντρων και να σηκωθείς, πριν πραγματώσεις τη
φώτιση.
Οδηγέ, βλέποντας σε απέκτησα από τύχη
μεγάλη ευημερία.
Σου έκανα προσφορές, μίλησα για τις
ποιότητές σου και αγωνίστηκα για τη φώτιση.
Είθε εγώ και όλες οι γυναίκες και τα
παιδιά μου να ελευθερωθούν από αυτή την ύπαρξη.
Η περπατησιά σου μοιάζει με του
ελέφαντα-είθε να βαδίσουμε κι εμείς σαν εσένα!»
Τότε μοναχοί, η επικεφαλής βασίλισσα του
βασιλιά Καλίκα των νάγκα, η Σουβαρναπραμπάσα, πήγε να δει τον Μποντισάτβα. Την
συνόδευαν και την περιβάλλαν πολλά κορίτσια νάγκα, κρατώντας διάφορα είδη
υφασμάτων, ομπρέλες από διάφορα πετράδια, διάφορα μαργαριταρένια περιδέραια,
ποικιλία πολύτιμων πετραδιών, διάφορες γιρλάντες, μυριάδες αλοιφών και πούδρας
που είχαν φτιάξει θεοί και άνθρωποι και δοχεία με διάφορα αρώματα. Αυτά τα
νάγκα κορίτσια φρόντιζαν τον Μποντισάτβα ενώ τραγουδούσαν μελωδικά τραγούδια
συνοδεία μουσικής. Μ' αυτόν τον τρόπο, καθώς ο Μποντισάτβα προχωρούσε το δρόμο
του, αυτές τον ράντιζαν με βροχή λουλουδιών από πολύτιμες πέτρες και τον
επαινούσαν με αυτούς τους στίχους:
Είσαι αλάνθαστος, άφοβος, σίγουρος και
γενναίος
Δεν
είσαι θλιμμένος, είσαι ατρόμητος, χαρούμενος και δύσκολα σου επιβάλλονται.
Δεν έχεις προσκόλληση, θυμό, πλάνη και
επιθυμία.
Είσαι νηφάλιος και απελευθερωμένος.
Υποκλίνομαι σε σένα, Μεγάλε Σοφέ!
Είσαι ο γιατρός που απομακρύνει τον πόνο
και ο οδηγός για όσους χρειάζονται καθοδήγηση.
Είσαι ο ανώτερος γιατρός που απελευθερώνει
τα όντα από τα δεινά.
Λαμβάνοντας υπ' όψιν όσους δεν έχουν
καταφύγιο ή προστασία,
έχεις εκδηλωθεί ως το σπίτι και το
καταφύγιο σ' αυτόν τον τρίπτυχο κόσμο.
Επειδή η συνάθροιση των θεών είναι
ευχαριστημένη και χαρούμενη,
προκαλούν να πέσει αυτή η μεγάλη βροχή
λουλουδιών από τον ουρανό.
Επειδή ρίχνουν κάτω πολλά από τα καλύτερα
υφάσματα,
θα είσαι νικηφόρος σήμερα. Γι αυτό να
είσαι χαρούμενος!
Πλησίασε τον άρχοντα των δέντρων και κάτσε
εκεί χωρίς φόβο!
Νίκησε τον στρατό του Μάρα και
απελευθερώσου από το δίκτυ των ενοχλητικών συναισθημάτων!
Όπως και οι νικητές του παρελθόντος έτσι
κι εσύ,
θα πραγματώσεις την υπέρτατη, ιερή και
γαλήνια φώτιση!
Τόσα εκατομμύρια κάλπα αυτό προσδοκούσες.
Για να απελευθερώσεις τα όντα πέρασες
τόσες δυσκολίες.
Τώρα ήρθε η ώρα να εκπληρωθούν οι
επιθυμίες σου.
Γι αυτό πήγαινε στον άρχοντα των δέντρων
και συνδέσου με την υπέρτατη φώτιση.
Ο Μποντισάτβα σκέφτηκε, «Που κάθονταν οι
προηγούμενοι Τατάγκατα όταν πραγμάτωσαν την ανυπέρβλητη, αυθεντική και τέλεια
φώτιση; Κάθονταν σε μια στρώση από χορτάρι!»
Τότε εκατοντάδες χιλιάδων θεοί των καθαρών
πεδίων, κατέβηκαν στην ατμόσφαιρα. Γνωρίζοντας τις σκέψεις του Μποντισάτβα,
είπαν: «Ναι, έτσι είναι. Άγιε Άνθρωπε, σωστά μιλάς. Οι προηγούμενοι Τατάγκατα
κάθονταν σε μια στρώση από χορτάρι καθώς πραγμάτωναν την ανυπέρβλητη, αυθεντική
και τέλεια φώτιση.»
Τότε μοναχοί, ο Μποντισάτβα παρατήρησε
έναν πωλητή χορταριού, στη δεξιά πλευρά του δρόμου, που λεγόταν Σβάστικα και
ήταν απασχολημένος στο να κόβει χορτάρι. Το χορτάρι ήταν πράσινο, απαλό, όμορφο
και φρέσκο. Έστριβε στα δεξιά κι έμοιαζε με λαιμού του παγωνιού. Ήταν τόσο
απαλό στην αφή όσο ένα θεϊκό ύφασμα, είχε την πιο γλυκιά μυρωδιά και το πιο
όμορφο χρώμα.
Βλέποντας το αυτό, ο Μποντισάτβα βγήκε απ'
τον δρόμο και πήγε προς τον Σβάστικα, τον πωλητή χορταριού και του μίλησε
γλυκά. Τα λόγια του αξιόπιστα, ενημερωτικά και καθαρά.
Ο λόγος του ήταν αδιάκοπος, μαγευτικός κι
ευχάριστος. Ήταν στοργικός, άξιζε να τον θυμάσαι, ήταν ενθαρρυντικός,
ικανοποιητικός και απολαυστικός.
Οι λέξεις του δεν ήταν σκληρές. Δεν υπήρχε
κόμπιασμα ούτε εχθρότητα. Δεν ήταν λόγος εκκεντρικός αλλά απαλός, ευγενικός,
γλυκός και ευχάριστος. Ήταν μια ομιλία που ευχαριστούσε τόσο το σώμα όσο και το
πνεύμα και απομάκρυνε κάθε προσκόλληση, θυμό, πλάνη, διαμάχη και φιλονικία. Η
φωνή του ήταν σαν το κάλεσμα του κούκου, του κουνάλα και της πέρδικας.
Ακουγόταν σαν ένα τύμπανο ή μια μελωδική ψαλμωδία. Δεν προκαλούσε κακό και ήταν
αληθινή, καθαρή και αυθεντική. Η φωνή του αντηχούσε σαν τη φωνή του Μπράχμα ή το
κύμα στον ωκεανό ή τον ήχο από τις πέτρες που χτυπά η μια την άλλη. Η φωνή του
εγκωμιάστηκε από τον άρχοντα των θεών και τον ημιθέων. Δύσκολα μετριόταν η
εμβρίθεια και το βάθος της. Έκανε τους ισχυρούς δαίμονες, ανίσχυρους και
εξάλειφε τις αντίθετες θεωρίες.
Μίλησε με τη δύναμη του βρυχηθμού του
λέοντα, του χλιμιντρίσματος του αλόγου, του σαλπίσματος του ελέφαντα κι η φωνή
του αντήχησε σαν τη φωνή των νάγκα. Η φωνή του έμοιαζε με το χτύπημα του
κεραυνού, διαπερνώντας όλα τα βουδικά πεδία των δέκα κατευθύνσεων. Ξεσήκωσε όλα
τα αισθανόμενα όντα που χρειάζονταν καθοδήγηση. Δεν είχε σύγχυση, ήταν αβλαβής
και χωρίς δισταγμό. Ήταν κατάλληλη, λογική, έγκαιρη και περιείχε εκατοντάδες
χιλιάδες διδασκαλίες. Ήταν ομαλή, ανεμπόδιστη και αδιακόπως εύγλωττη. Μίλησε με
μια φωνή αλλά ακούστηκε σε όλες τις γλώσσες. Η φωνή του προκάλεσε την
αναγνώριση όλων των εννοιών, παρήγαγε όλα τα είδη ευτυχίας, έδειξε τον δρόμο
προς την απελευθέρωση, διακήρυξε τις συσσωρεύσεις που είναι απαραίτητες για τον
δρόμο, δεν αγνόησε το κοινό του και ευχαρίστησε όλες τις ακολουθίες, και
προσαρμόστηκε με τις διδασκαλίες όλων των Βούδα.
Με αυτές τις λέξεις, σε στίχους, ο
Μποντισάτβα απευθύνθηκε στον Σβάστικα, τον πωλητή χορταριού:
Σβάστικα, γρήγορα, φέρε μου το χορτάρι!
Αυτό το χορτάρι είναι πολύ σημαντικό σε
μένα σήμερα.
Αφού κατακτήσω τον Μάρα και τις ορδές του,
θα βιώσω την γαλήνη της απαράμιλλης
φώτισης.
Αυτή η γαλήνη, που για χάρη της εδώ και
πολλές χιλιάδες αιώνες
έχω ασκηθεί στη γενναιοδωρία, στην
αυτοσυγκράτηση, στην απάρνηση,
στην ηθική και πειθαρχημένη συμπεριφορά,
καθώς και στον ασκητισμό-
αυτή η γαλήνη θα καρποφορήσει σήμερα.
Τη δύναμη της υπομονής και τη δύναμη του
ζήλου,
τη δύναμη της συγκέντρωσης και τη δύναμη
της ενόρασης,
τη δύναμη της αρετής, τη δύναμη της
πραγμάτωσης και τη δύναμη της απελευθέρωσης,
σήμερα θα τις πραγματώσω.
Τη δύναμη της ενόρασης και τη δύναμη των
μέσων,
τη δύναμη των θαυμάτων και την αγάπη χωρίς
προσκόλληση,
τη δύναμη της ορθής διάκρισης και της
ολοκληρωμένης αλήθειας,
σήμερα θα τις πραγματώσω.
Αν μου δώσεις σήμερα αυτό το χορτάρι,
θα καρπωθείς σήμερα τη δύναμη αμέτρητης
αρετής.
Αυτό για σένα είναι ένα σημάδι που
προφητεύει,
ότι θα γίνεις ένας αξεπέραστος δάσκαλος!
Ο Σβάστικα, ακούγοντας αυτά τα υπέροχα και
γλυκά λόγια από τον Οδηγό,
ενθουσιάστηκε, γέμισε χαρά και αγαλλίαση.
Κρατώντας ένα σωρό από μαλακό, φρέσκο και
τρυφερό χορτάρι,
στάθηκε μπροστά στον Μποντισάτβα και του
είπε, με την καρδιά του να ξεχειλίζει χαρά:
Αν αυτό το χορτάρι μπορεί να σε βοηθήσει
να πετύχεις την ανώτερη κατάσταση της αθανασίας-
το ξύπνημα, το εξαιρετικά γαλήνιο, το τόσο
δύσκολο να βρεθεί, το μονοπάτι που διέσχισαν οι προηγούμενοι Βούδες-
τότε παρακαλώ, Μεγάλε Ωκεανέ Ιδιοτήτων της
Αμέτρητης Δόξας, περίμενε λίγο,
να αφυπνιστώ εγώ ο ίδιος πρώτα στην
ανώτατη κατάσταση της αθανασίας.
Ο Μποντισάτβα απάντησε:
Σβάστικα, αν δεν έχεις ασκηθεί στην
πειθαρχημένη συμπεριφορά και στις στερήσεις για πολλά κάλπα, δεν θα αφυπνιστείς
επειδή έκατσες σε ένα στρώμα από ωραίο χορτάρι.
Ωστόσο, όταν ένας έξυπνος άνθρωπος
αναβαθμιστεί με τα εργαλεία της ενόρασης και της αρετής,
τότε οι σοφοί κάνουν μια προφητεία και
λένε ότι, 'Αργότερα θα γίνεις ένας αμόλυντος νικητής.
Σβάστικα, αν ήταν δυνατόν να δώσει κανείς
τη φώτιση σε κάποιο άλλο ον,
κάνοντάς την ένα σβώλο τροφής για
ελεημοσύνη, σίγουρα θα την έδινα σε όλους!
Όταν πραγματώσω τη φώτιση, πρέπει να
ξέρεις ότι θα μοιράσω αθανασία.
Πρέπει να έρθεις, να ακούσεις και να
εφαρμόσεις στον εαυτό σου τη διδασκαλία και τότε θα γίνεις αμόλυντος.
Ο Οδηγός πήρε ένα δεμάτι από μαλακό και
τέλειο χορτάρι.
Καθώς έφευγε, με την περπατησιά του
λιονταριού και του κύκνου, η γη σείστηκε.
Τα πλήθη των θεών και των νάγκα, ένωσαν τα
χέρια τους σε προσευχή, αγαλλίασαν και σκέφτηκαν,
«Σήμερα θα κατακτήσει τις ορδές των
δαιμόνων και θα αποκτήσει αθανασία!»
Καθώς ο Μποντισάτβα περπατούσε προς το
δέντρο μπόντι μοναχοί, οι θεοί και οι μποντισάτβα κατάλαβαν πως τη στιγμή που ο
Μποντισάτβα καθόταν εκεί, θα πραγμάτωνε τη φώτιση και θα γινόταν ένας αληθινά,
τέλεια φωτισμένος. Γι αυτό αποφάσισαν να διακοσμήσουν ακόμα ογδόντα χιλιάδες
δέντρα μπόντι. Μερικά δέντρα μπόντι, ήταν φτιαγμένα από λουλούδια κι είχαν
εκατό χιλιάδες λεύγες ύψος. Άλλα δέντρα μπόντι, ήταν φτιαγμένα από ευωδιαστές
ουσίες κι είχαν ύψος διακόσιες χιλιάδες λεύγες. Μερικά δέντρα μπόντι ήταν
φτιαγμένα από σανταλόξυλο κι είχαν ύψος τριακόσιες χιλιάδες λεύγες. Ενώ άλλα
ήταν φτιαγμένα από ύφασμα και είχαν ύψος πεντακόσιες χιλιάδες λεύγες. Μερικά
δέντρα μπόντι ήταν φτιαγμένα από πετράδια και είχαν ύψος ένα εκατομμύριο
λεύγες. Άλλα δέντρα μπόντι φτιάχτηκαν από διάφορα είδη πετραδιών κι είχαν ένα
τρις/μύριο λεύγες ύψος.
Στη ρίζα καθενός από αυτά τα δέντρα
μπόντι, έφτιαξαν έναν κατάλληλο λιονταρίσιο θρόνο, τυλιγμένο με διάφορα είδη
θεϊκού υφάσματος. Από κάποια δέντρα μπόντι, ετοίμασαν επίσης έναν θρόνο λωτού ή
ένα θρόνο φτιαγμένο από αρωματικές ουσίες ή ένα θρόνο από διάφορα πολύτιμα
υλικά.
Ο Μποντισάτβα τώρα έκατσε σε ισορροπία
στην απορρόφηση που λέγεται παιχνιδίζουσα παράταξη. Μόλις ο Μποντισάτβα
έκατσε στην απορρόφηση της
παιχνιδίζουσας παράταξης, εμφανίστηκε την ίδια στιγμή ένας πανομοιότυπος
μποντισάτβα, με το σώμα του όμορφα στολισμένο με τα εξαιρετικά σημάδια και τις
αναπαραστάσεις καθισμένος σε καθέναν από τους λιονταρίσιους θρόνους στη ρίζα
των δέντρων μπόντι.
Εκείνη τη στιγμή οι μποντισάτβα και οι
θεοί, αντιλήφθηκαν ότι ο Μποντισάτβα βρισκόταν σε ισορροπία πάνω στον
συγκεκριμένο θρόνο λιονταριού και όχι σε εκείνους που έφτιαξαν οι άλλοι. Η
δύναμη της απορρόφησης στην παιχνιδίζουσα παράταξη του Μποντισάτβα, παρήγαγε
παρόμοιες αντιλήψεις στα όντα των κολάσεων, σε εκείνα που γεννήθηκαν ως ζώα, σ'
αυτά που ζουν στο πεδίο του άρχοντα του θανάτου, σ' όλους τους θεούς και τους
ανθρώπους και όλα τα άλλα όντα, ανεξάρτητα από τη μορφή της ύπαρξής τους. Όλα
τα όντα είδαν τώρα τον Μποντισάτβα να κάθεται στον λιονταρίσιο θρόνο στη ρίζα
του δέντρου μπόντι.
Παρ 'όλα αυτά για να ικανοποιήσει και τη
νοημοσύνη εκείνων που δεν είχαν αφοσίωση, ο Μποντισάτβα πήρε το δεμάτι του
χορταριού, πήγε στο δέντρο μπόντι και έκανε επτά περιφορές γύρω του. Έπειτα ο
Κύριος, τακτοποίησε το χορτάρι έτσι ώστε οι άκρες του να δείχνουν προς τα μέσα
και οι ρίζες του προς τα έξω. Μ' αυτόν τον τρόπο έφτιαξε για εκείνον μια πολύ
καλή θέση από χορτάρι.
Στη συνέχεια κάθισε σαν λιοντάρι, σαν
ήρωας, μ' έναν ισχυρό τρόπο, μ' έναν σταθερό τρόπο, με επιμελή τρόπο, με
δυναμικό τρόπο, σαν ελέφαντας, σαν άρχοντας, με φυσικό τρόπο, σαν σοφός, σαν
ανυπέρβλητος άνθρωπος, σαν ένας ιδιαίτερος άνθρωπος, σαν ένας υπέρτατος, σαν
ένας φημισμένος άνθρωπος, σαν κάποιον δοξασμένο, σαν ένας γενναιόδωρος, σαν
ένας πειθαρχημένος, σαν ένα επιμελές άτομο, σαν ένα συγκεντρωμένο άνθρωπο, σαν
ένα ενορατικό ον, με σοφό τρόπο, με αξιέπαινο τρόπο, σαν αυτόν που έχει
κατακτήσει τις επιθέσεις των δαιμόνων και σαν κάποιον που έχει τελειοποιήσει
τις συσσωρεύσεις.
Μ' αυτόν τον τρόπο έκατσε στη θέση από
χορτάρι και σταύρωσε τα πόδια του κοιτώντας ανατολικά. Έπειτα ίσιωσε την πλάτη
του, συγκέντρωσε τον εαυτό του μονοσημειακά και σχημάτισε την σταθερή του
απόφαση:
Σ' αυτή τη θέση μπορεί το σώμα μου να
μαραθεί και να σαπίσει,
το δέρμα, τα οστά και η σάρκα μου μπορεί
να διαλυθούν.
Ωστόσο, μέχρι να πραγματώσω τη φώτιση, που
τόσο δύσκολα βρίσκεις ακόμη και μετά από πολλά κάλπα, δεν θα μετακινήσω το σώμα
μου από αυτή τη θέση.
Έτσι ολοκληρώνεται
το 19ο κεφάλαιο - Πλησιάζοντας στη Θέση της Φώτισης
20ο Κεφάλαιο-Οι Εκδηλώσεις στη Θέση της
Φώτισης
Όταν ο Μποντισάτβα μοναχοί, έκατσε στη θέση της
φώτισης, οι θεοί των έξι τάξεων του πεδίου της επιθυμίας, αποφάσισαν να τον
προστατέψουν από τα εμπόδια. Γι αυτό πήραν τη θέση τους στην ανατολική
κατεύθυνση. Και με τον ίδιο τρόπο τις κατευθύνσεις του νότου, της δύσης και του
βορρά, τις κατέλαβαν άλλες τάξεις θεών.
Όταν ο Μποντισάτβα μοναχοί, έκατσε στη θέση της
φώτισης, άρχισε να εκπέμπει ένα φως προς στις δέκα κατευθύνσεις, που λέγεται αυτό
που εμπνέει τους μποντισάτβα. Το φως έλαμψε στις δέκα κατευθύνσεις
φωτίζοντας όλα τα απεριόριστα κι αμέτρητα βουδικά πεδία-τα πεδία που γεμίζουν
ολόκληρο το πεδίο των φαινομένων.
Στην ανατολική κατεύθυνση, αυτό το φως, ενθάρρυνε τον
μποντισάτβα, το σπουδαίο ον Λαλιταβιούχα, που διέμενε στον κόσμο Βιμάλα, του
βουδικού πεδίου του Τατάγκατα Βιμαλα-μπραμπάσα. Περιτριγυρισμένος και
συνοδευόμενος από έναν αμέτρητο αριθμό μποντισάτβα, προχώρησε προς τη θέση της
φώτισης, όπου βρισκόταν καθισμένος ο Μποντισάτβα. Για να τιμήσει τον
Μποντισάτβα δημιούργησε μια θαυματουργική εκδήλωση, όπου σε ένα και μόνο
μάνταλα από μπλε βηρύλλιο εμφανίζονταν όλα τα βουδικά πεδία, όλων των
κατευθύνσεων μέχρι τα όρια του σύμπαντος.
Ταυτόχρονα ο Λαλιταβιούχα, έκανε τον Μποντισάτβα ο
οποίος καθόταν στη θέση της φώτισης, να είναι ορατός σε όλα τα όντα των πέντε
τύπων ύπαρξης. Αυτά τα όντα, έδειξαν με το δάκτυλό τους τον Μποντισάτβα και
ρώτησαν το ένα το άλλο: "Ποιο είναι αυτό το γοητευτικό ον; Ποιο είναι αυτό
το όμορφο άτομο;" Τότε από τον Μποντισάτβα εκπορεύτηκαν κι άλλοι
μποντισάτβα μπροστά σε όλους. Οι μορφές εκείνων των μποντισάτβα τραγούδησαν
αυτούς τους στίχους:
Αυτός είναι απαλλαγμένος από προσκόλληση, θυμό, πέπλα
και τις κεκτημένες του τάσεις. Το φως λάμπει από το σώμα του στις δέκα
κατευθύνσεις, ξεπερνώντας κάθε άλλο φως.
Για πολλά κάλπα αύξησε τις συσσωρεύσεις αρετής,
απορρόφησης και σοφίας.
Ο Σακυαμούνι, ο πιο επιφανής των μεγάλων σοφών,
ομορφαίνει τώρα όλα τα μέρη.
Στη νότια κατεύθυνση, το φως ενθάρρυνε τον
μποντισάτβα, το σπουδαίο ον Ρατνατσατρα κουτασαμνταρσάνα, που διέμενε στον
κόσμο Ρατναβιούχα, του βουδικού πεδίου του Τατάγκατα Ρατναρκίς.
Περιτριγυρισμένος και συνοδευόμενος από έναν αμέτρητο αριθμό μποντισάτβα,
προχώρησε προς τη θέση της φώτισης, όπου βρισκόταν καθισμένος ο Μποντισάτβα. Για
να τιμήσει τον Μποντισάτβα, προφύλαξε ολόκληρη την περιοχή με μια μοναδική
πολύτιμη ομπρέλα.
Ο Ίντρα, ο Μπράχμα και οι κοσμικοί προστάτες, είπαν
μεταξύ τους, «Πως εμφανίστηκε αυτή η πολύτιμη ομπρέλα; Ποιανού είναι αυτό το
καρμικό αποτέλεσμα;» Τότε από την πολύτιμη ομπρέλα ακούστηκαν από αυτοί οι
στίχοι:
Αυτός που δώρισε τρις/μύρια πολύτιμους λίθους,
αρωματικές ουσίες και ομπρέλες
στους απαράμιλλους που διαμένουν στην κατάσταση πέρα
από δυστυχία, με το νου τους γεμάτο αγάπη και καλοσύνη, είναι ο ευεργέτης,
ο προικισμένος με τα καλύτερα σημάδια, που έχει τη
δύναμη του Ναραγιάνα.
Αυτή είναι προσφορά γι αυτόν, τον κύριο όλων των καλών
ποιοτήτων, που πήγε στο δέντρο μπόντι!
Στην δυτική κατεύθυνση, το φως ενθάρρυνε τον
μποντισάτβα, το σπουδαίο ον Ιντρατζαλίν, που διέμενε στον κόσμο Τσαμπακαβάρνα,
του βουδικού πεδίου του Τατάγκατα Πουσπαβάλι Βαναράτζι Κουσου μιταμπίτζνα.
Περιτριγυρισμένος και συνοδευόμενος από έναν αμέτρητο αριθμό μποντισάτβα,
προχώρησε προς τη θέση της φώτισης, όπου βρισκόταν καθισμένος ο Μποντισάτβα. Για
να τιμήσει τον Μποντισάτβα, προφύλαξε ολόκληρη την περιοχή με έναν μοναδικό
πολύτιμο θόλο.
Οι θεοί όλων των κατευθύνσεων, μαζί με νάγκα, γιάκσα
και γκαντάρβα, είπαν μεταξύ τους, «Ποιος δημιούργησε αυτήν την εκδήλωση φωτός;»
Τότε από τον πολύτιμο θόλο ακούστηκαν αυτοί οι στίχοι:
Αυτός είναι ένα ορυχείο πολύτιμων λίθων, ένα πολύτιμο
λάβαρο και η αγαλλίαση για τα τρία πεδία. Είναι ο καλύτερος πολύτιμος λίθος, ο
φημισμένος πολύτιμος λίθος που απολαμβάνει το αληθινό Ντάρμα.
Με τον ζήλο που έχει, δεν θα αποκοπεί ποτέ από τα Τρία
Πολύτιμα Πετράδια.
Αυτό δημιουργήθηκε για να τιμηθεί Εκείνος που
Πρόκειται να Πραγματώσει την Υπέρτατη Αφύπνιση.
Στην βόρεια κατεύθυνση, το φως ενθάρρυνε τον
μποντισάτβα, το σπουδαίο ον Βιουχαράτζα, που διέμενε στον κόσμο Σουρυαβάρτα του
βουδικού πεδίου του Τατάγκατα Τσαντρασουρυα-τζιχμικαραπράμπα. Περιτριγυρισμένος
και συνοδευόμενος από έναν αμέτρητο αριθμό μποντισάτβα, προχώρησε προς τη θέση
της φώτισης, όπου βρισκόταν καθισμένος ο Μποντισάτβα. Για να τιμήσει τον
Μποντισάτβα, μέσα στον ακάλυπτο χώρο αποκάλυψε τις ποιότητες όλων των βουδικών
πεδίων που περιέχονται σε όλους τους κόσμους των δέκα κατευθύνσεων.
Βλέποντάς το αυτό, κάποιοι μεταξύ τους είπαν μεταξύ
τους, «Ποιος τα δημιούργησε αυτά;» Τότε από τις εκδηλώσεις αυτές, ακούστηκαν οι
στίχοι:
Το μέγεθος της αρετής και της σοφίας του, εξάγνισε το
σώμα του.
Η πειθαρχημένη δράση του, οι στερήσεις/ασκητισμός και
το αληθινό Ντάρμα εξάγνισαν την ομιλία του.
Η ευσυνειδησία του, η αφοσίωση, η αγάπη και η συμπόνια
του εξάγνισαν το νου του.
Αυτά δημιουργήθηκαν για να τιμηθεί εκείνος, το
Λιοντάρι των Σάκυα, που πήγε στον βασιλιά των δέντρων
Στην νοτιοανατολική κατεύθυνση, το φως ενθάρρυνε τον
μποντισάτβα, το σπουδαίο ον Γκουναμάτι, που διέμενε στον κόσμο Γκουνακάρα του
βουδικού πεδίου του Τατάγκατα Γκουναρατζα-πραμπάσα. Περιτριγυρισμένος και
συνοδευόμενος από έναν αμέτρητο αριθμό μποντισάτβα, προχώρησε προς τη θέση της
φώτισης, όπου βρισκόταν καθισμένος ο Μποντισάτβα. Για να τιμήσει τον
Μποντισάτβα, εμφάνισε θαυματουργικά μέσα στην ιερή περιοχή, ένα πολυόροφο
παλάτι με όλες τις τέλειες ιδιότητες.
Τα μέλη της ακολουθίας του Γκουναμάτι ρώτησαν, «Ποιος
το δημιούργησε αυτό;» Τότε από το πολυόροφο παλάτι αντήχησαν αυτοί οι στίχοι:
Αυτό είναι απλώς ένα ίχνος των ιδιοτήτων του που δεν
θα έχουν ποτέ οι θεοί, οι ημίθεοι, οι γιάκσα και οι μαχοράγκα.
με τέτοια χαρακτηριστικά γεννήθηκε σε μια βασιλική
οικογένεια πολλών ιδιοτήτων.
Τώρα αυτός ο Ωκεανός Ιδιοτήτων κάθεται κάτω από τα
κλαδιά του δέντρου μπόντι.
Τότε, στην νοτιοδυτική κατεύθυνση, το φως ενθάρρυνε
τον μποντισάτβα, το σπουδαίο ον Ρατνασαμπάβα, που διέμενε στον κόσμο
Ρατνασαμπάβα του βουδικού πεδίου του Τατάγκατα Ρατναγιάστι. Περιτριγυρισμένος
και συνοδευόμενος από έναν αμέτρητο αριθμό μποντισάτβα, προχώρησε προς τη θέση
της φώτισης, όπου βρισκόταν καθισμένος ο Μποντισάτβα. Για να τιμήσει τον
Μποντισάτβα, εμφάνισε θαυματουργικά μέσα στην ιερή περιοχή, έναν απέραντο κι
απεριόριστο αριθμό από κιόσκια φτιαγμένα από πολύτιμα πετράδια. Από αυτά τα
θεϊκά κιόσκια ακούστηκαν έπειτα οι στίχοι:
Αυτός που αποκήρυξε τον ωκεανό και τη γη μαζί και όλα
τα πολύτιμα αντικείμενα,
που άφησε το παλάτι του με τα όμορφα οβάλ παράθυρα και
τις βεράντες του καθώς και τις άμαξες, τα περίτεχνα κιόσκια, τα υπέροχα άνθη
και τις γιρλάντες, τα πάρκα, τις πηγές και τις σάλες, που εγκατέλειψε τα πόδια,
τα χέρια, το κεφάλι και τα μάτια του- κάθεται τώρα στη θέση της φώτισης.
Τότε, στην βορειοδυτική κατεύθυνση, το φως ενθάρρυνε
τον μποντισάτβα, το σπουδαίο ον Μεγκακουτα μπιγκαρ τζιτασβάρα που διέμενε στον
κόσμο Μεγκαβάτι του βουδικού πεδίου του Τατάγκατα Μεγκαράτζα. Περιτριγυρισμένος
και συνοδευόμενος από έναν αμέτρητο αριθμό μποντισάτβα, προχώρησε προς τη θέση
της φώτισης, όπου βρισκόταν καθισμένος ο Μποντισάτβα. Για να τιμήσει τον
Μποντισάτβα, εκδήλωσε πάνω από την ιερή περιοχή, ένα σύννεφο από ρητίνη
μοσχολίβανου[34]
και αετόξυλου[35]
και προκάλεσε μια βροχή από σανταλόξυλο. Το σύννεφο στη συνέχεια αντήχησε μ'
αυτούς τους στίχους:
Αυτός που λάμπει με το φως της βεβαιότητας της γνώσης,
απλώνει το σύννεφο του Ντάρμα και στα τρία πεδία. Αυτός, απαλλαγμένος από
προσκόλληση, κάνει το ιερό Ντάρμα-το νέκταρ που απομακρύνει τα όντα μακριά από
τη δυστυχία-πέφτει σαν βροχή.
Θα κόψει τα δεσμευτικά πλοκάμια της προσκόλλησης και
των αρνητικών συναισθημάτων,
και τις κεκτημένες τάσεις τους και
ανθίζοντας με τη συγκέντρωση, τα θαύματα, τις
ικανότητες και τις δυνάμεις, θα δώσει στα όντα μια πηγή πίστης.
Τότε, στην βορειοανατολική κατεύθυνση, το φως
ενθάρρυνε τον μποντισάτβα, το σπουδαίο ον Χεματζαλα λαμκρτα που διέμενε στον
κόσμο Χεματζαλα-πρατιτσάνα του βουδικού πεδίου του Τατάγκατα Ρατνατσατρα
μπυουντ γκαταβαμπάσα. Περιτριγυρισμένος και συνοδευόμενος από έναν αμέτρητο
αριθμό μποντισάτβα, προχώρησε προς τη θέση της φώτισης, όπου βρισκόταν
καθισμένος ο Μποντισάτβα. Για να τιμήσει τον Μποντισάτβα, εκπόρευσε εκδηλώσεις
μποντισάτβα που ο καθένας τους ήταν κοσμημένος με τα τριάντα δύο σημάδια, σε
κάθε ένα από τα παλάτια και τα κιόσκια. Κάθε μια από αυτές τις εκδηλώσεις
μποντισάτβα, κρατούσε στεφάνια λουλουδιών από τα θεϊκά και τα ανθρώπινα πεδία.
Όλοι υποκλίθηκαν στον Μποντισάτβα και καθώς πρόσφεραν αυτές τις γιρλάντες,
τραγουδούσαν τους ακόλουθους στίχους:
Ποιος επαίνεσε ένα εκ/μύριο Βούδες
και ανέπτυξε με σεβασμό μεγάλη πίστη;
Ποιος μιλά με όμορφη φωνή σαν τη μελωδία του Μπράχμα;
Σ' αυτόν που τώρα έφτασε στη θέση της φώτισης,
υποκλίνομαι.
Στην κάτω περιοχή, το φως ενθάρρυνε τον μποντισάτβα,
το σπουδαίο ον Ρατναγκάρμπα που διέμενε στον κόσμο Σαμανταβιλοκίτα του βουδικού
πεδίου του Τατάγκατα Σαμαντανταρσίν.
Περιτριγυρισμένος και συνοδευόμενος από έναν αμέτρητο
αριθμό μποντισάτβα, προχώρησε προς τη θέση της φώτισης, όπου βρισκόταν
καθισμένος ο Μποντισάτβα. Για να τιμήσει τον Μποντισάτβα, εμφάνισε λωτούς από
χρυσό από τον ποταμό Τζάμπου μέσα σ' ένα μάνταλα από βηρύλλιο. Στο κέντρο των
λωτών, μπορούσε να δει κανείς το άνω σώμα πολλών γυναικών, σε τέλειο σχήμα και
μορφή και στολισμένο με διάφορα κοσμήματα. Με τα χέρια τους πρόσφεραν πολλά
είδη κοσμημάτων, όπως περιδέραια, βραχιόλια, χρυσές αλυσίδες και μαργαριταρένια
κολιέ. Καθώς τα πρόσφεραν μαζί με ανθισμένα στεφάνια και μεταξωτές φούντες,
υποκλίνονταν προς την κατεύθυνση της θέσης της φώτισης και του Μποντισάτβα και
τραγουδούσαν αυτούς τους στίχους:
Αυτός υποκλινόταν πάντοτε στους Βούδες, τους Ακροατές,
τους Μοναχικούς Βούδα και τους Δασκάλους του.
Πειθαρχημένος, συνειδητός, χαρούμενος και χωρίς
υπερηφάνεια,
σ' αυτόν που είναι γεμάτος ποιότητες, πρέπει να
υποκλιθείς!
Στην πάνω περιοχή, το φως ενθάρρυνε τον μποντισάτβα,
το σπουδαίο ον Γκαγκαναγκαντζά που διέμενε στον κόσμο Βαραγκάνα του βουδικού
πεδίου του Τατάγκατα Γκανέντρα. Περιτριγυρισμένος και συνοδευόμενος από έναν
αμέτρητο αριθμό μποντισάτβα, προχώρησε προς τη θέση της φώτισης, όπου βρισκόταν
καθισμένος ο Μποντισάτβα. Για να τιμήσει τον Μποντισάτβα, στάθηκε στη μέση του
ουρανού κι έριξε μια βροχή από αντικείμενα που κανείς δεν είχε ξαναδεί ούτε
ξανακούσει σε κάποιο απ' τα βουδικά πεδία των δέκα κατευθύνσεων.
Έπεσαν πολλά είδη από λουλούδια, θυμιάματα, αρώματα, στεφάνια
λουλουδιών, αλοιφές, πούδρες, υφάσματα, στολίδια, ομπρέλες, σημαίες, γιρλάντες,
λάβαρα της νίκης, κοσμήματα, πολύτιμοι λίθοι, χρυσός, ασήμι, μαργαριτάρια,
άλογα, ελέφαντες, άρματα, πεζικάριοι, άμαξες, ανθισμένα δέντρα, φύλλα, φρούτα,
αγόρια, κορίτσια, νάγκα, γιάκσα, γκαντάρβα, ημίθεοι, γκαρούντα, κιμνάρα,
μαχοράγκα, Ίντρα, Μπράχμα, κοσμικοί προστάτες, άνθρωποι και μη ανθρώπινα όντα.
Όλοι ένοιωθαν γεμάτοι χαρά και ευτυχία, κανείς δεν προκαλούσε τον φόβο ούτε
προκαλείτο κάποιο κακό. Αυτό μπορεί να ειπωθεί και σε στίχους:
Εν συντομία, οι απόγονοι των νικητών έφτασαν από τις
δέκα κατευθύνσεις
για να τιμήσουν τον ευεργέτη που πραγμάτωσε τη φώτιση.
Εσείς θα ακούσετε έναν μικρό απολογισμό για τις
εκδηλώσεις αυτών των μποντισάτβα,
των μποντισάτβα που κατέχουν ομορφιά και δύναμη.
Κάποιοι πρόσφεραν ένα εκ/μύριο περιδέραια.
Κατέφτασαν στον ουρανό βροντεροί σαν κεραυνοί.
Κάποιοι εμφάνισαν λουλούδια και ανάκτορα στην έκταση
του ουρανού.
Κατέφτασαν με πολύτιμα διαδήματα να στολίζουν τα
μαλλιά τους.
Κάποιοι δίδαξαν την κενότητα, την απουσία σημείων και
την απουσία προσδοκιών[36].
Καθώς έφταναν στο έδαφος, βρυχιούνταν
σαν τα λιοντάρια.
Κάποιοι σκόρπισαν όμορφα λουλούδια που δεν είχε κανείς
ξαναδεί.
Καθώς έφταναν, βρυχιούνταν σαν ταύροι.
Κάποιοι αποκάλυπταν τα σώματά τους με χιλιάδες
χρώματα.
Καθώς κατέφταναν στους ουρανούς, έκραξαν σαν τα
παγώνια.
Κάποιοι προφήτεψαν τις γιρλάντες των ποιοτήτων του
γιου των Τατάγκατα.
Καθώς κατέφταναν στον ουρανό ήταν σαν την πανσέληνο.
Κάποιοι όπως τον ήλιο, εκπόρευσαν ακτίνες φωτός.
Καθώς κατέφταναν, έκαναν όλες τις κατοικίες του μάρα
να σκοτεινιάζουν.
Κάποιοι που είχαν τη συσσώρευση αρετής
κατέφτασαν στη θέση της φώτισης, φωτεινή σαν ουράνια
τόξα.
Κάποιοι σκόρπισαν ένα δίκτυ με πολύτιμες πέτρες από
τον ουρανό,
που έλαμπε σαν το όμορφο καινούργιο φεγγάρι.
Σκόρπισαν λουλούδια μανταράβα και στεφάνια από
λουλούδια τσαμπάκα[37]
προς τον Μποντισάτβα καθώς ήταν καθισμένος στα πόδια
του βασιλιά των δέντρων.
Κάποιοι με τον ερχομό τους έκαναν τη γη να σειστεί με
τα δυο τους πόδια.
Το σειόμενο έδαφος χαροποίησε τους ανθρώπους.
Κάποιοι πρόσφεραν το κεντρικό βουνό πάνω στις παλάμες
των χεριών τους
καθώς βρίσκονταν στον αέρα, σκορπίζοντας άνθη από
καλάθια.
Κάποιοι έφεραν τους τέσσερις ωκεανούς στη κορφή των
κεφαλιών τους.
Με τον ερχομό τους έρεναν και σκόρπιζαν αρώματα στο
έδαφος.
Κάποιοι κρατούσαν διάφορα πολύτιμα ραβδιά.
Καθώς κατέφταναν υποδείκνυαν από μακριά τον
Μποντισάτβα.
Κάποιοι όπως ο Μπράχμα, είχαν ήρεμες μορφές.
Ο ήρεμος νους τους παράμενε γαλήνια και η συγκέντρωσή
τους ήταν σταθερή.
Με τον ερχομό τους, από τους πόρους των σωμάτων τους
αντηχούσαν οι όμορφοι ήχοι
της απεριόριστης αγάπης, της συμπόνιας, της χαράς και
της ισοψυχίας[38].
Κάποιοι κατέφτασαν όπως ο θεός Ίντρα.
Ήρθαν περικυκλωμένοι από εκ/μύρια θεούς.
Στο δέντρο μπόντι ένωσαν τις παλάμες τους
και σκόρπισαν πετράδια σαν κι αυτά που έχει ο Ίντρα.
Κάποιοι κατέφτασαν σαν τους προστάτες των τεσσάρων
κατευθύνσεων,
κυκλωμένοι από γκαντάρβα, ράκσασα και κιμνάρα.
Σαν αστραπή, έφεραν βροχή αστραφτερών λουλουδιών
και δόξασαν τον Ήρωα με την φωνή των γκαντάρβα και των
κιμνάρα.
Κάποιοι έφτασαν έχοντας ουράνια ολάνθιστα δέντρα,
με φρούτα, λουλούδια και τέλεια αρώματα,
Ανάμεσα στα φυλλώματα, ήταν ορατό το άνω σώμα των
Βούδα.
Υποκλίθηκαν στο κέντρο του κόσμου και σκόρπισαν
λουλούδια.
Κάποιοι κατέφτασαν προσφέροντας λιμνούλες με
ανθισμένους λωτούς.
Έφερναν ανοικτούς μπλε και άσπρους λωτούς.
Στο κέντρο του κάθε άνθους υπήρχαν όντα με τα τριάντα
δύο σημάδια,
που υμνολογούσαν τον πολυμαθή Μποντισάτβα και τον
αμόλυντο νου του.
Κάποιοι κατέφταναν με σώματα τόσο μεγάλα όσο το
κεντρικό όρος.
Στο μέσον του ουρανού, απέβαλλαν το σώμα τους
κι αμέσως μεταμορφώνονταν σε γιρλάντες από λουλούδια,
που κάλυπταν τα πεδία των νικητών σε όλο τον
τρισχιλιόκοσμο.
Κάποιοι κατέφτασαν έχοντας μάτια φλεγόμενα σαν τη
φωτιά στο τέλος ενός κάλπα,
δείχνοντας τη διάλυση και τη δημιουργία.
Από το σώμα τους ακούγονταν πολλές πύλες του Ντάρμα,
προκαλώντας εκ/μύρια όντα να εγκαταλείψουν τη σφοδρή
επιθυμία.
Κάποιοι κατέφταναν με χείλια τόσο όμορφα όσο του
φρούτου μπίμπα[39]
Το τέλειο στόμα τους μιλούσε με φωνή σαν των κιμνάρα.
Εμφανίστηκαν ως κόρες, όμορφα στολισμένες με
περιδέραια.
Δεν μπορούσαν να τις χορτάσουν οι θεοί που τις
έβλεπαν.
Κάποιοι έφταναν με σώματα άτρωτα σαν το βάτζρα.
Έφτασαν μέσα από τα νερά κάτω.
Κάποιοι είχαν πρόσωπα σαν του ήλιου ή της πανσελήνου.
Οι ακτίνες φωτός τους και η λάμψη τους κατακτούσαν τα
σφάλματα των ενοχλητικών συναισθημάτων.
Κάποιοι έφταναν στολισμένοι με πολύτιμες πέτρες,
κρατώντας κοσμήματα.
Μ' αυτά τα πετράδια κάλυπταν δισ/μύρια κόσμους.
Με σκοπό να ωφελήσουν, να χαροποιήσουν και να
ικανοποιήσουν πολλά όντα,
έριξαν βροχή από αρωματισμένα και τέλεια λουλούδια από
πολύτιμες πέτρες.
Κάποιοι έφταναν με θησαυρούς πολύτιμων μεγάλων
νταράνι.
Από τους πόρους στο δέρμα τους, ακούγονταν εκατοντάδες
χιλιάδες σούτρα.
Με την βεβαιότητα, την ευφυία και τον αξιέπαινο νου
τους,
προκαλούσαν την πραγμάτωση σε όλα τα όντα που είχαν
υπερηφάνεια και περιφρόνηση.
Κάποιοι κατέφταναν κρατώντας στο κεντρικό βουνό σαν
τύμπανο.
Χτυπώντας το ο ουρανός γέμιζε με γλυκές φωνές.
Ο ήχος τους έφτανε παντού σε εκατομμύρια πεδία.
"Ο Δάσκαλος είναι έτοιμος να αφυπνιστεί απόψε,
και συνεπώς να πραγματώσει την αθανασία!"
Έτσι ολοκληρώνεται το 20ο Κεφάλαιο
21ο Κεφάλαιο-Καθυπόταξη
του Μάρα
Όλοι οι άλλοι Μποντισάτβα
εκδήλωσαν αυτές τις εμφανίσεις, μοναχοί, για να τιμήσουν τον Μποντισάτβα στη
θέση της φώτισης. Ωστόσο ίδιος ο Μποντισάτβα, έκανε να γίνουν ορατές εκεί, όλες
τις εκδηλώσεις που κόσμησαν τη θέση της φώτισης των Βούδα του παρελθόντος, του
παρόντος και του μέλλοντος, όλων των βουδικών πεδίων των δέκα κατευθύνσεων.
Καθώς τώρα ο Μποντισάτβα
καθόταν στη θέση της φώτισης, σκέφτηκε, «Ο Μάρα είναι ο ανώτατος άρχοντας που
κυριαρχεί στο πεδίο της επιθυμίας, ο πιο ισχυρός και αρνητικός δαίμονας. Χωρίς
τη γνώση του, δεν υπάρχει τρόπος να επιτύχω την ανυπέρβλητη ολοκληρωμένη
φώτιση. Γι αυτό θα εγείρω αυτόν τον αρνητικό Μάρα. Κι αφού κατακτήσω αυτόν,
όλοι οι θεοί του πεδίου της επιθυμίας θα είναι υπό έλεγχο. Επιπλέον, υπάρχουν
κάποιοι θεοί στην ακολουθία του Μάρα που στο παρελθόν δημιούργησαν κάποια
βασική καλοσύνη. Όταν με δουν σαν το λιοντάρι, θα κατευθύνουν το νου τους προς
την ανυπέρβλητη ολοκληρωμένη φώτιση.
Τη στιγμή που ο
Μποντισάτβα έκανε αυτή τη σκέψη μοναχοί, ένα φως εκπορεύτηκε από την τρίχα
ανάμεσα στα φρύδια του, το λεγόμενο φως που κατακτά όλες τις κακόβουλες
συναθροίσεις. Το φως αυτό, φώτισε όλες τις κακόβουλες κατοικίες ολόκληρου
του μεγάλου τρις χιλιόκοσμου, που συγκρινόμενες ήταν σκοτεινές και τις έκανε να
σειστούν. Στην πραγματικότητα ολόκληρος ο μεγάλος τρις χιλιόκοσμος, λούστηκε σ’
ένα απέραντο φως.
Απ’ αυτό το φως μια φωνή
κάλεσε τον δαιμονικό Μάρα:
Εδώ υπάρχει ένα καθαρό ον που ενήργησε θετικά για
πολλά κάλπα.
Ως γιος του Σουντοντάνα, εγκατέλειψε το βασίλειό του.
Εμφανίστηκε ως ευεργέτης που αναζητά την αθανασία.
Έχει φτάσει στο δέντρο μπόντι, οπότε τώρα πρέπει να
κάνεις μια προσπάθεια!
Έχοντας ο ίδιος διασχίσει, κάνει τους άλλους να
διασχίσουν.
Έχοντας ο ίδιος ελευθερωθεί, απελευθερώνει και τους
άλλους.
Έχοντας ο ίδιος ανακουφιστεί, ανακουφίζει τους άλλους.
Έχοντας περάσει πέρα από τα βάσανα, θα κάνει τους
άλλους να ξεπεράσουν τα βάσανα.
Θα αδειάσει τελείως τα τρία κατώτερα πεδία
Και θα γεμίσει την πόλη των θεών και των ανθρώπων.
Αυτός, ο Ευεργέτης, θα επιτύχει την αθανασία
και θα απονείμει τις απορροφήσεις, την ανώτερη γνώση,
την αθανασία και την ευτυχία.
Θα αδειάσει την πόλη σου, κακόβουλε συγγενή.
Με τον στρατό σου ανίσχυρο, θα βρεθείς χωρίς στρατό
και συμμάχους.
Όταν ο Αυτοπροβαλλόμενος από τη φύση του, ρίξει τη
βροχή του Ντάρμα,
Δεν θα ξέρεις ούτε τι να κάνεις ούτε που να πας.
Ο κακόβουλος Μάρα μοναχοί, εγέρθη απ’ αυτούς τους
στίχους και ονειρεύτηκε όνειρο με τριανταδύο οιωνούς. Ποιοι είναι αυτοί; Είναι
οι ακόλουθοι:
1.
Είδε την κατοικία
του να γεμίζει σκοτάδι
2.
Η κατοικία του
ήταν γεμάτη σκόνη και τραχιά από τα διάσπαρτα χαλίκια
3.
Τρομαγμένος, με
φόβο και τρόμο έφυγε προς τις δέκα κατευθύνσεις
4.
Έχασε το διάδημά
του και του έπεσαν τα σκουλαρίκια του
5.
Τα χείλια, ο
λαιμός και το στόμα του ξεράθηκαν
6.
Η καρδιά του
χτυπούσε δυνατά
7.
Τα φύλλα, τα άνθη
και τα φρούτα στα πάρκα του μαράθηκαν
8.
Οι λιμνούλες
λωτών άδειασαν και στέγνωσαν
9.
Τα πουλιά, όπως
οι κύκνοι, οι πελαργοί, τα παγώνια, οι κούκοι, τα κουνάλα, οι δικέφαλοι
φασιανοί κλπ είχαν σπασμένα φτερά
10.
Όλα τα μουσικά
όργανα, όπως τα τύμπανα, τα κοχύλια, πήλινα τύμπανα, τύμπανα χεριού, κρουστά,
λαούτα, άρπες, κύμβαλα και ντέφια-έσπασαν, έγιναν κομμάτια, θραύσματα κι έπεσαν
στο έδαφος
11.
Η αγαπημένη του
οικογένεια κι η ακολουθία του με το κεφάλι τους κατεβασμένο τον εγκατέλειψαν,
ενώ εκείνος στεκόταν στο πλάι συλλογισμένος
12.
Η βασίλισσα του
Μαρίνι, έπεσε από το κρεββάτι της στο έδαφος και χτυπούσε το κεφάλι της με τις
γροθιές της
13.
Οι πιο επιμελείς,
ισχυροί, ένδοξοι κι ευφυείς από τους γιους του, υποκλίθηκαν στον Μποντισάτβα
που καθόταν στην εξαιρετικά ιερή θέση της φώτισης
14.
Οι κόρες του
έκλαιγαν και φώναζαν, "Ω πατέρα, όχι, όχι!"
15.
Φορούσε λερωμένα
ρούχα
16.
Το κεφάλι του
ήταν καλυμμένο με σκόνη και το πρόσωπό
του ήταν άχρωμο και χλωμό, σαν να μην είχε καθόλου ζωτική δύναμη
17.
Το παλάτι του με
τους διαδρόμους, τους φεγγίτες και τις στοές, καλύφθηκε από σκόνη και
κατέρρευσε
18.
Όλοι οι στρατηγοί
του από τα πεδία των γιάκσα, των ράκσασα, των κουμπάντα και των γκαντάρβα,
έφυγαν με τα χέρια στο κεφάλι τους, κλαίγοντας και θρηνώντας
19.
Ο κακόβουλος Μάρα
είδε όλους τους θεϊκούς αντιβασιλείς-Ντρταράστρα, Βιρουντάκα, Βιρουπάκσα,
Βαϊσραβάνα, Σάκρα, Σουγιάμα, Σαντουσίτα, Σουνιρμαναράτι, Βασαβαρτίν κλπ- μεταξύ
των θεών του πεδίου της επιθυμίας, να ακούνε ένθερμα τον Μποντισάτβα, έχοντας
το πρόσωπό τους στραμμένο προς αυτόν
20.
Καταμεσής της
μάχης, το σπαθί του δεν μπορούσε να τραβηχτεί απ' το θηκάρι του κι ο ίδιος ήταν
αδιάθετος και θρηνούσε
21.
Η ακολουθία του
τον εγκατέλειψε
22.
Τα βάζα του που
ήταν γεμάτα με ευνοϊκά αντικείμενα, έπεσαν σε μια τρύπα
23.
Ο ιερέας Ναράντα,
είπε μια κατάρα
24.
Ο φύλακας των
πυλών Αναντίτα, φώναζε απελπισμένα
25.
Ο θόλος του
ουρανού, σκοτείνιασε
26.
Η θεά Σρι που ζει
στο πεδίο της επιθυμίας, ξέσπασε σε κλάματα
27.
Οι ικανότητες του
δεν αποδίδαν
28.
Έχασε τους
συμμάχους του
29.
Τα πλέγματα με τα
πετράδια και τα μαργαριτάρια 'σιώπησαν',
διαλύθηκαν, σκίστηκαν κι έπεσαν
30.
Ολόκληρη η
κατοικία του ταλαντεύτηκε
31.
Τα δέντρα κι οι
πύργοι των κτηρίων, ράγισαν κι έπεσαν
32.
Ολόκληρος ο
στρατός του Μάρα, νικήθηκε σε μια αναμέτρηση
Αυτοί ήταν μοναχοί, οι τριανταδύο οιωνοί που είδε στο
όνειρό του ο κακόβουλος Μάρα.
Όταν ξύπνησε από αυτό το όνειρο, ήταν τόσο
τρομοκρατημένος, που μάζεψε όλα τα μέλη της οικογένειάς του. Όταν διαπίστωσε
ότι είχαν συγκεντρωθεί μαζί με τις στρατιές του, την ακολουθία του, τους
στρατηγούς του και φύλακες των πυλών του, τους μίλησε μ' αυτούς τους στίχους:
Όταν ο Μάρα είδε αυτούς τους οιωνούς, ανησύχησε.
Κάλεσε τον δαίμονα αρχηγό Σιμχαχάνου
μαζί με τα παιδιά και την ακολουθία του.
Ο κακόβουλος συγγενής συζήτησε μετά με όλους αυτούς:
«Σήμερα από τον ουρανό, ακούστηκαν αυτοί οι στίχοι:
'Μεταξύ των Σάκυα γεννήθηκε ένα ον που κοσμείται με τα
τέλεια σημάδια.
Αφού ασκήθηκε με στερήσεις για έξι χρόνια, τώρα έφτασε
στο δέντρο μπόντι.'
Πρέπει να προσπαθήσετε πολύ!
Αν ο Μποντισάτβα φωτιστεί,
θα αφυπνίσει μόνος του δισ/μύρια όντα.
Όταν αποκτήσει την αθανασία και φτάσει στην γαλήνια
κατάσταση,
θα αδειάσει όλα τα πεδία μας.
Ελάτε! Ας προχωρήσουμε μ' έναν μεγάλο στρατό
για να καταστρέψουμε αυτόν τον μοναχό και τον βασιλιά
των δέντρων.
Γρήγορα, επιστρατεύστε τα τέσσερα τμήματα του στρατού!
Αν θέλετε να με ευχαριστήσετε, μην καθυστερείτε.
Αν και ο κόσμος μπορεί να είναι γεμάτος με άξιους και
μοναχικούς βούδες,
η δύναμή μου δεν θα βλαφτεί, όταν εκείνοι περάσουν
πέρα από τον πόνο.
Ωστόσο, αν αυτός μονάχα γίνει Νικηφόρος και βασιλιάς
του Ντάρμα,
δεν θα επιτρέψει να σπάσει η διαδοχή των αναρίθμητων
Νικητών.
Εκείνη τη στιγμή μοναχοί, ο γιος του δαιμονικού Μάρα,
Σαρθαβάχα, απευθύνθηκε στον πατέρα του με αυτά τα λόγια:
Γιατί πατέρα το πρόσωπό σου είναι τόσο λυπημένο και
χλωμό;
Η καρδιά σου χτυπά βαριά και τα άκρα σου τρέμουν.
Έλα τώρα, πες μου, τι άκουσες και τι είδες;
Ας δούμε την αλήθεια κι ας φτιάξουμε ένα σχέδιο.
Με την περηφάνια του άφαντη, ο Μάρα είπε:
Γιε μου, άκουσέ με. Είχα ένα άσχημο, πολύ τρομακτικό
όνειρο
Αν έλεγα τα πάντα μπροστά σ' αυτό το ακροατήριο τώρα,
θα λιποθυμούσατε και θα πέφτατε κάτω.
Ο Σαρθαβάχα είπε:
Όταν έρθει η ώρα της μάχης, η νίκη δεν έχει κακό
επακόλουθο.
Γι αυτόν όμως που σκοτώνεται, υπάρχει ζημιά.
Αν το όνειρό σου, μεταφέρει ένα τέτοιο προμήνυμα,
τότε, καλύτερα να εγκαταλείψουμε και να μην
πολεμήσουμε, κάτι που θα προκαλούσε ταπείνωση.
Ο Μάρα απάντησε:
Αυτός που είναι αποφασισμένος θα κερδίσει τη μάχη.
Αν στηριχτούμε στη σταθερότητα και στη σωστή δράση, θα
νικήσουμε.
Όταν με δει μαζί με την ακολουθία μου,
δεν θα μπορεί να κάνει κάτι άλλο, από το να σηκωθεί
και να υποκλιθεί στα πόδια μου.
Ο Σαρθαβάχα είπε:
Μπορεί ένας στρατός να είναι τεράστιος, αν όμως είναι
αδύναμος,
ένας και μόνο ισχυρός ήρωας, μπορεί να κερδίσει την
μάχη.
Ακόμα κι αν όλο το σύμπαν γέμιζε με πυγολαμπίδες,
θα μπορούσαν να καταστραφούν και να εκλείψουν από έναν
ήλιο.
Επιπλέον:
Εκείνος που είναι περήφανος και αδαής, δεν έχει μεγάλη
οξύνοια.
Αν αντιπαρατεθεί μ' ένα έξυπνο άτομο, δεν θα είναι σε
θέση να σκεφτεί αποτελεσματικά.
Ο κακόβουλος Μάρα, μοναχοί, δεν έδωσε προσοχή στην
προειδοποίηση του Σαρθαβάχα, παρά συγκέντρωσε και τα τέσσερα τμήματα του
μεγάλου κι ισχυρού στρατού του. Ήταν ένας τρομακτικός στρατός και τόσο γενναίος
στη μάχη, που θα έκανε τα μαλλιά των αντιπάλων να σηκωθούν. Ποτέ πριν δεν είχε
εμφανιστεί ένας τέτοιος στρατός, ούτε είχε ακουστεί ποτέ, στα πεδία ανθρώπων
και θεών. Οι στρατιώτες μπορούσαν να μεταμορφώσουν το πρόσωπό του με τρις/μύρια
τρόπους. Στα χέρια και τα πόδια τους γλιστρούσαν εκατοντάδες χιλιάδες φίδια και
στα χέρια τους κράδαιναν ξίφη, τόξα, βέλη, βελάκια, λόγχες, τσεκούρια,
τρίαινες, ρόπαλα, σκήπτρα, στειλιάρια, λάσο, ραβδιά, δίσκοι, βάτζρα και δόρατα.
Το σώμα τους ήταν καλυμμένο με έξοχες πανοπλίες και θώρακες.
Μερικοί είχαν το κεφάλι, τα χέρια ή τα πόδια τους
στραμμένα προς τα πίσω ή τα μάτια τους στραμμένα προς τα πίσω. Το κεφάλι, το
πρόσωπο και τα μάτια τους φλέγονταν. Η κοιλιά, τα χέρια και πόδια τους ήταν
παραμορφωμένα και το πρόσωπο τους ξεχείλιζε από ορμητική ένταση. Το στόμα τους
έκανε συσπάσεις και προεξείχαν άσχημοι κυνόδοντες, η παχιά και μεγάλη γλώσσα
τους, ήταν τραχιά σαν το λαιμό της χελώνας ή ένα ψάθινο χαλί και κρεμόταν από
το στόμα τους.
Όπως τα μάτια ενός μαύρου φιδιού που κοκκινίζουν απ'
το δηλητήριο, τα μάτια τους ήταν κόκκινα σαν τη φωτιά. Μερικοί απ' αυτούς
ξερνούσαν δηλητηριώδη φίδια, ενώ άλλοι, όπως τα γκαρούντα που πετάγονται απ'
τον ωκεανό, έπιαναν αυτά τα φίδια και τα έτρωγαν. Κάποιοι έτρωγαν ανθρώπινες
σάρκες κι έπιναν αίμα, μάσαγαν ανθρώπινα χέρια, πόδια, κεφάλια και συκώτια,
ρουφούσαν εντόσθια, κόπρανα και εμετούς. Τα τρομακτικά τους σώματα είχαν πολλά
χρώματα, καφέ, κόκκινο, μαύρο και αστραφτερό κίτρινο.
Κάποιοι είχαν άσχημα τρύπια μάτια, όπως τα πηγάδια. Σε
άλλους τα μάτια τους πετάγονταν έξω, σε άλλους φλέγονταν ή ήταν παραμορφωμένα.
Μερικοί είχαν απαίσια μάτια που στριφογύριζαν και φλέγονταν. Κάποιοι μετέφεραν
φλεγόμενα βουνά στα χέρια τους ενώ πηδούσαν πάνω σε άλλα βουνά, σαν σε άλογα.
Άλλοι έτρεχαν προς τον Μποντισάτβα, μεταφέροντας δέντρα που είχαν ξεριζωθεί.
Κάποιων τα αυτιά ήταν σαν της κατσίκας, του δαίμονα,
του ελέφαντα ή του χοίρου, σε άλλους τα αυτιά τους κρέμονταν, άλλοι δεν είχαν
καθόλου αυτιά. Μερικοί είχαν πρησμένες κοιλιές και αδύναμα σώματα, με τα
κόκκαλα να προεξέχουν. Είχαν σπασμένες μύτες, κοιλιές σαν βαρέλια και πόδια
στρογγυλά, σαν μπάλες. Το δέρμα, η σάρκα και το αίμα τους είχαν στεγνώσει και
είχαν κομμένα αυτιά, μύτες, χέρια, πόδια, μάτια και κεφάλια.
Μερικοί διψούσαν τόσο πολύ για αίμα, που έκοβαν το
κεφάλι του άλλου. Έβγαζαν θυμωμένους, άσχημους και τρομακτικούς ήχους 'Πουτ,
πουτ, πικουτ, πουλου, πουλου[40].' Άλλοι έλεγαν, ''Ας τον
ξεφορτωθούμε! Πιάστε τον επαίτη Γκοτάμα μαζί με το δέντρο του! Ας σιγουρευτούμε
ότι τον πιάσαμε, τον χαράξαμε, τον τεμαχίσαμε, τον δέσαμε, τον βασανίσαμε, τον
κόψαμε κομμάτια, τον ξεφορτωθήκαμε και καταστράφηκε!''
Ήταν παραμορφωμένοι και προκαλούσαν τρόμο με τα
απαίσια πρόσωπά τους σαν αλεπούδες, τσακάλια, χοίρους, γαϊδούρια, βόδια,
ελέφαντες, άλογα, καμήλες, άγρια γαϊδούρια, βουβάλια, κουνέλια, γιακ,
ρινόκερους και οκτάποδα λιοντάρια. Μερικοί είχαν σώμα ζώου, όπως τα λιοντάρια,
οι τίγρεις, τα αγριογούρουνα, οι αρκούδες, οι μαϊμούδες, οι ελέφαντες, οι
γάτες, οι κατσίκες, τα πρόβατα, τα φίδια, οι μαγκούστες, τα ψάρια, οι
κροκόδειλοι, οι αλιγάτορες, οι χελώνες, τα κοράκια, οι γύπες, οι κουκουβάγιες
και τα γκαρούντα.
Κάποιοι είχαν παραμορφωμένες μορφές. Κάποιοι είχαν
μόνο ένα κεφάλι άλλοι όμως είχαν δύο ή και περισσότερα, μερικοί είχαν ακόμη και
εκατό χιλιάδες. Κάποιοι δεν είχαν καθόλου κεφάλι. Μερικοί είχαν μόνο ένα χέρι
ενώ άλλοι είχαν ως και εκατό χιλιάδες. Άλλοι δεν είχαν όπλα. Μερικοί είχαν μόνο
ένα πόδι ενώ άλλοι είχαν έως και εκατό χιλιάδες. Άλλοι δεν είχαν καθόλου πόδια.
Σε μερικούς έβγαιναν δηλητηριώδη φίδια από τα σωματικά τους ανοίγματα, από τα
αυτιά, το στόμα, τη μύτη, τα μάτια και τον αφαλό. Καθώς χόρευαν γύρω απ' τον
Μποντισάτβα, τον απειλούσαν και κράδαιναν τα πολλά όπλα τους, όπως σπαθιά,
τόξα, βέλη, βελάκια, τρίαινες, τσεκούρια, δίσκους, δόρατα, λόγχες, βάτζρα,
ακόντια και άλλα αιχμηρά όπλα.
Μερικοί απ' αυτούς φορούσαν γιρλάντες από ανθρώπινα
δάκτυλα που είχαν κόψει και κολλήσει μαζί. Άλλοι φορούσαν στο κεφάλι τους οστά,
χέρια και κρανία, τα οποία είχαν περάσει σε γιρλάντες, και μερικοί είχαν το
σώμα τους καλυμμένο με δηλητηριώδη φίδια. Κάποιοι ίππευαν ελέφαντες, άλογα,
καμήλες, γαϊδούρια και βουβάλια κρατώντας κρανία. Μερικοί είχαν το κεφάλι
στραμμένο προς τα κάτω και τα πόδια προς τα πάνω. Σε μερικούς τα μαλλιά ήταν
σαν βελόνες στο κεφάλι τους. Σε άλλους έμοιαζαν με το τρίχωμα γαϊδουριού, κάπρου,
μαγκούστας, κατσίκας, προβάτου, γάτας, μαϊμούς, λύκου ή τσακαλιού.
Ξέρναγαν δηλητηριώδη φίδια, έφτυναν κομμάτια σιδήρου,
ξέρναγαν φωτιά και βροχή φλεγόμενου σιδήρου και χαλκού. Έστειλαν βροχές με
βροντές, απελευθέρωσαν αστραπές και κεραυνούς, προκάλεσαν βροχή από καυτή
σιδερένια άμμο, συγκέντρωσαν μαύρα σύννεφα και έκαναν καταιγίδες. Έστειλαν
βροχές από βέλη, φέρνοντας το σκοτάδι και δημιουργώντας συριστικούς ήχους καθώς
κατευθύνονταν προς τον Μποντισάτβα.
Μερικοί από τους στρατιώτες κούναγαν το λάσο τους,
άλλοι κατέστρεφαν μεγάλα βουνά, ανάδευαν τους απέραντους ωκεανούς, πήδαγαν πάνω
από ψηλά βουνά και συγκλόνιζαν το Μέρου, τον βασιλιά των βουνών. Μ' αυτούς τους
τρόπους κατέφθαναν τρέχοντας, πετώντας τα άκρα τους στον αέρα και κουνώντας το
σώμα τους. Ξέσπαγαν σε δυνατά γέλια, χτυπούσαν τα στήθη τους και έλυναν τα
μαλλιά τους. Τα πρόσωπά τους ήταν κίτρινα, το σώμα τους μπλε, τα κεφάλια τους
φλεγόμενα με τα μαλλιά να στρέφονται προς τα πάνω. Έτρεχαν σαν τρελοί κι
ορμούσαν εδώ κι εκεί με μάτια σαν της αλεπούς, προσπαθώντας να φοβίσουν τον
Μποντισάτβα.
Κάποιες ηλικιωμένες γυναίκες πλησίασαν τον Μποντισάτβα
φωνάζοντας, «Όχι γιέ μου, όχι. Σήκω και φύγε γρήγορα!» Εμφανίστηκαν τρομακτικές
μορφές δαιμονισσών, σαρκοφάγων και πεινασμένων πνευμάτων-μονόφθαλμες,
κουτσαίνοντας πεινασμένες-έτρεξαν προς τον Μποντισάτβα με τεντωμένα τα χέρια,
με παραμορφωμένα πρόσωπα, βγάζοντας τρομακτικές κραυγές. Ήταν φοβερές και
τρομακτικές.
Αυτός ο στρατός δαιμόνων σχημάτισε μια τεράστια
συνάθροιση που απλωνόταν ογδόντα λεύγες σε κάθε πλευρά. Ακριβώς όπως αυτός ο
ενιαίος στρατός, έτσι κι άλλοι στρατοί με αναρίθμητους κακούς δαίμονες του
μεγάλου τρισχιλιόκοσμου, εξαπλώθηκαν γύρω από τον Μποντισάτβα προς όλες τις
κατευθύνσεις, οριζόντια και κάθετα.
Γι αυτό το θέμα λέγεται:
Διάφορα γιάκσα, κουμπάντα και μαχοράγκα
καθώς και ράκσασας, πεινασμένα πνεύματα και
σαρκοφάγοι,
κάθε είδους μορφή που ο κόσμος θεωρεί άσχημη και
άγρια,
εκδηλώθηκε μαγικά εκεί από αυτούς τους πονηρούς.
Είχαν ένα, δύο, τρία κεφάλια,
έως χίλια πρόσωπα.
Ένα, δύο, τρία χέρια,
μέχρι και χίλια όπλα.
Υπήρχαν πολλοί με ένα, δύο, τρία πόδια,
ακόμη και με χίλια πόδια.
Μερικοί είχαν μπλε πρόσωπο και κίτρινο σώμα,
άλλοι κίτρινο πρόσωπο και μπλε σώμα.
Το κεφάλι με το σώμα τους δεν ταιριάζει.
Έτσι ήταν ο στρατός των στρατιωτών που πλησίαζε.
Με πρόσωπα σαν τίγρεις, φίδια και γουρούνια,
ελέφαντες, άλογα, γαϊδούρια και καμήλες,
πίθηκους, λιοντάρια ή αρκούδες.
Έτσι ήταν τα πρόσωπα του στρατού που πλησίαζε.
Πολλά τρομακτικά κακόβουλα πνεύματα πλησίαζαν,
με άγρια μπερδεμένα μαλλιά, κεφάλια προβάτων, στραβά
οστά και βρογχοκήλες.
Το σώμα τους ήταν βρεγμένο με ανθρώπινο αίμα.
Έτσι ήταν τα κακόβουλα πνεύματα που πλησίαζαν.
Τα πόδια τους ήταν σαν τα πόδια αντιλόπης.
Τα μάτια τους έμοιαζαν με αυτά των πιθήκων.
Τα δόντια τους έμοιαζαν με χαυλιόδοντες ελέφαντα.
Έτσι ήταν τα πρόσωπα του στρατού που πλησίαζε.
Το σχήμα του σώματός τους είναι σαν κροκοδείλου.
Τα δύο μάτια τους φλέγονται.
Τα αυτιά τους είναι σαν της αίγας.
Έτσι ήταν τα πρόσωπα του στρατού που πλησίαζε.
Μερικοί κρατούσαν στα χέρια τους ράβδους,
άλλοι σφυριά, ρόπαλα και τρίαινες,
ενώ ορισμένοι κρατούν το όρος Μερού στα χέρια τους.
Έτσι ήταν οι τρομακτικές μορφές των κακόβουλων
πνευμάτων που πλησίαζαν.
Κρατούσαν δρεπάνια, κράδαιναν τους δίσκους και
στριφογύριζαν τα μάτια τους.
Σήκωναν μεγάλες βουνοκορφές στα χέρια τους,
και έριχναν καταιγίδες και βροχές από βράχους και
μετεωρίτες.
Έτσι ήταν οι τρομακτικές μορφές των κακόβουλων
πνευμάτων που πλησίαζαν.
Φυσούσαν τυφώνες, έριχναν καταιγίδες,
εξαπέλυαν αμέτρητες αστραπές
βρυχώνταν με βροντές και έσειαν δέντρα.
Ωστόσο, τα φύλλα του δέντρου μπόντι έμεναν ασάλευτα.
Η βροχή έπεφτε σε χειμάρρους.
Τα ποτάμια ξεχείλιζαν και πλημμύριζαν τη γη.
Τόσα πολλά τρομακτικά πράγματα εμφανίστηκαν
που ακόμη και τα άψυχα δέντρα έπεφταν κάτω.
Άσχημοι και παραμορφωμένοι
ήταν όλοι αυτοί με τις τρομακτικές μορφές.
Ωστόσο Εκείνος με τις Ιδιότητες, τα Σημάδια και το
Μεγαλείο
κρατά το νου του ασάλευτο, όπως το όρος Μερού.
Βλέπει όλα τα φαινόμενα ως ψευδαίσθηση,
σαν όνειρο και σύννεφα.
Επειδή τα βλέπει με αυτόν τον τρόπο που συμφωνεί με το
Ντάρμα,
διαλογίζεται σταθερά, εδραιωμένος στο Ντάρμα.
Όποιος σκέφτεται «εγώ» και «δικό μου»
και προσκολλάται στα αντικείμενα και το σώμα,
πρέπει να φοβάται και να τρομοκρατείται,
δεδομένου ότι βρίσκεται στα νύχια της άγνοιας.
Ο γιος των Σάκυα πραγμάτωσε την ουσιαστική αλήθεια,
πως όλα τα φαινόμενα εκδηλώνονται λόγω αλληλεξάρτησης
και στερούνται πραγματικότητας.
Ο νους του είναι σαν τον ουρανό, είναι μια χαρά,
ατάραχος από το θέαμα του στρατού των πονηρών.
Μεταξύ των χίλιων γιων του δαιμονικού Μάρα, μοναχοί,
υπήρχαν και κάποιοι όπως ο Σαρθαβάχα, που άρχισαν να αισθάνονται αφοσίωση για
μένα, τον Μποντισάτβα. Όλοι συγκεντρώθηκαν στη δεξιά πλευρά του δαιμονικού
Μάρα, ενώ όσοι υποστήριξαν τον Μάρα, στάθηκαν στην αριστερή πλευρά του.
Τότε ο Μάρα ρώτησε τους γιους του: «Τι είδους στρατό
πρέπει να χρησιμοποιήσουμε για να υποτάξουμε τον Μποντισάτβα;»
Ο γιος του Σαρθαβάχα που στεκόταν στα δεξιά του Μάρα
είπε στον πατέρα του:
Θα θέλατε να ξυπνήσετε τον αρχηγό των ελεφάντων;
Θα θέλατε να ξυπνήσετε τον βασιλιά των ζώων;
Είναι σαν να θέλετε να ενοχλήσετε τον ηγέτη των
ανθρώπων από την ησυχία του.
Από τα αριστερά του, ο γιος του Μάρα, Ντουρμάτι
απάντησε:
Και μόνο που μας βλέπουν, οι καρδιές των ανθρώπων
σπάνε
και το ίδιο γίνεται και με τον συμπαγή πυρήνα των
μεγάλων δέντρων.
Ποια δύναμη να έχει αυτός ο μοναχός, όταν το βλέμμα
μου τον διαπεράσει
και αφού ο θάνατος τον εύρει, με ποια δύναμη θα
μπορούσε να ζει σ' αυτόν τον κόσμο;
Από τα δεξιά του, ο Μαντουρανιργκόσα είπε:
Για ποιον συμπαγή πυρήνα μιλάτε;
Λέτε, 'θα τον σπάσω με το βλέμμα μου' αλλά μήπως
μπορείτε να κάνετε κάτι τέτοιο;
Ακόμα κι αν μπορούσατε να καταστρέψετε το όρος Μερού
με το βλέμμα σας,
μπροστά του, δεν θα μπορούσατε ούτε τα μάτια σας να
ανοίξετε.
Επίσης, είναι αδύνατο για τους ανθρώπους να διασχίσουν
τον ωκεανό
χρησιμοποιώντας τα χέρια τους και πίνοντας το νερό
του.
Ωστόσο, είναι ακόμα πιο δύσκολο το να κοιτάξει κανείς
άμεσα
του Μποντισάτβα το αμόλυντο πρόσωπο.
Από τα αριστερά του, ο Σαταμπάχου είπε:
Το σώμα μου έχει εκατό χέρια,
και με ένα μόνο από αυτά μπορώ να ρίξω εκατό βέλη.
Ω πατέρα, θα κομματιάσω το σώμα αυτού του μοναχού!
Να είστε χαρούμενοι και να πάτε τώρα χωρίς
καθυστέρηση.
Από τα δεξιά του, ο Σουμπούντι είπε:
Εάν είναι πλεονέκτημα για σας να έχετε εκατό χέρια,
γιατί να μην γίνουν χέρια και οι τρίχες του σώματός
σου;
Ακόμα κι αν μπορούσες να κρατάς ένα δόρυ σε κάθε ένα
από τα χέρια σου
και να τα χρησιμοποιούσες όλα, δεν θα είχε κανένα
αποτέλεσμα.
Γιατί αυτό; Λόγω της αγάπης του το σώμα αυτού του
σοφού
είναι απρόσβλητο από το δηλητήριο, τα όπλα και τη
φωτιά.
Δεδομένου ότι η αγάπη του υπερβαίνει τα κοσμικά,
όταν του ρίξεις τα όπλα σου, αυτά θα μετατραπούν σε
λουλούδια.
Επιπλέον, όλοι οι ισχυροί του ουρανού, της γης και των
υδάτων,
είτε είναι άνθρωποι είτε γκούχιακας[41]
μπορεί να κρατούν τα σπαθιά και τα τσεκούρια τους.
Όταν όμως πάνε στον ηγέτη των ανθρώπων, που έχει τη
δύναμη της μακροθυμίας,
όλοι τους αλλάζουν [και γίνονται] από πολύ ισχυροί,
λιγότερο ισχυροί έως και αδύναμοι.
Από τα αριστερά του, κάποιος Ουγκρατέτζας φώναξε:
Θα μπω αόρατος στο όμορφο σώμα του
και θα το κάψω,
ακριβώς όπως η χαμηλή δασική πυρκαγιά
καίει ένα ξερό, κοίλο δέντρο.
Από τα δεξιά του, ο Σουνέτρα απάντησε:
Μπορεί να κάψεις ολόκληρο το όρος Μερού
και να μπεις αόρατος μέσα στη γη,
όμως ο βάτζρα νους του, είναι αδύνατον να καεί από
κάποιους σαν κι εσένα,
ακόμα κι αν ήσασταν τόσοι πολλοί, όσοι οι κόκκοι της
άμμου στον Γάγγη.
Επίσης, είναι δυνατόν να σειστούν όλα τα βουνά
και να στεγνώσουν όλοι οι ωκεανοί.
Μπορούν επίσης, να πέσουν από τον ουρανό ο ήλιος και η
σελήνη
και μπορεί μια μέρα η γη να λιώσει.
Ωστόσο είναι αδύνατον,
αυτός που ξεκίνησε να ωφελεί τον κόσμο με σταθερή
αποφασιστικότητα,
να σηκωθεί από τα πόδια του μεγάλου δέντρου
πριν να πραγματώσει τη φώτιση.
Από τα αριστερά του, ο Ντιργκαμπαχουγκαρβίτα είπε:
Εδώ ακριβώς μπροστά σου
θα μπορούσα με τα γυμνά μου χέρια
να κάνω σκόνη
τον ήλιο, το φεγγάρι και τ' αστέρια.
Θα ήταν παιχνιδάκι για μένα
να κρατήσω όλο το νερό των τεσσάρων ωκεανών.
Πατέρα, θα πιάσω αυτόν τον μοναχό
και θα τον ρίξω στο τέλος των ωκεανών.
Πατέρα, ας είναι αυτός ο στρατός σταθερός!
Μην ανησυχείς!
Θα ξεριζώσω το δέντρο μπόντι
και θα το σκορπίσω παντού με τα χέρια μου.
Από τα δεξιά του, ο Πρασανταπρατιλαμπντά είπε:
Λόγω περηφάνειας συμπεραίνετε
πως μπορείτε να συντρίψετε με τα χέρια σας
όλους τους θεούς, τους ημίθεους και τους γκαντάρβα,
καθώς και την γη, τα βουνά και τους ωκεανούς.
Όμως, ακόμα και χιλιάδες όντα σαν κι εσάς,
τόσα πολλά όσοι οι κόκκοι της άμμου του Γάγγη,
δεν θα μπορούσαν να μετακινήσουν
ούτε μια τρίχα, αυτού του σοφού Μποντισάτβα.
Από τα αριστερά του, ο Μπαγιαμκάρα είπε:
Πατέρα, για ποιο λόγο να έχει υπερβολικό φόβο
εκείνος που βρίσκεται στο μέσον ενός μεγάλου στρατού;
Εκείνος δεν έχει στρατό. Που είναι οι σύμμαχοί του;
Γιατί τον φοβάσαι;
Από τα δεξιά του, ο Εκαγραμάτι είπε:
Στο σύμπαν, ο ήλιος και η σελήνη δεν έχουν στρατό,
ο παγκόσμιος μονάρχης και το λιοντάρι δεν έχουν
στρατό.
Έτσι κι αυτός ο Μποντισάτβα δεν έχει στρατό,
όμως μπορεί να καταστρέψει τον Ναμούτσι[42]
με το ένα του χέρι.
Από τα αριστερά του, ο Αβαταραπρεκσίν είπε:
Δεν έχει ούτε λόγχες ούτε δόρατα, ούτε σπαθιά ούτε
ρόπαλα,
ούτε άλογα, ελέφαντες, άρματα ή πεζικάριους.
Είναι μόνος του αυτός ο αλαζόνας μοναχός, καθισμένος
εκεί-
πατέρα, θα τον σκοτώσω σήμερα, σε παρακαλώ μην
ανησυχείς.
Από τα δεξιά του, ο Πουνυαλαμκάρα είπε:
Το σώμα του είναι ακλόνητο και άφθαρτο όπως του
Ναραγιάνα.
Φορά την πανοπλία της μακροθυμίας και κρατά το ξίφος
του αδαμάντινου ζήλου.
Η τριπλή απελευθέρωση είναι το άλογό του και η γνώση
το τόξο του.
Πατέρα, μέσα από τη δύναμη της αρετής του, ο
Μποντισάτβα θα κατακτήσει τον στρατό του Μάρα.
Από τα αριστερά του, ο Ανιβαρτίν είπε:
Η φωτιά που καίει τις πεδιάδες, δεν αποφεύγει να κάψει
το γρασίδι.
Το βέλος που εκτοξεύεται επιδέξια, δεν σταματιέται από
έναν πολυμαθή.
Η αστραπή που πέφτει απ' τον ουρανό, δεν γυρίζει πίσω.
Δεν θα ησυχάσω αν δεν κατακτήσω τον γιο των Σάκυα.
Από τα δεξιά του, ο Νταρμακάμα είπε:
Όταν συναντήσει το υγρό γρασίδι, η φωτιά υποχωρεί.
Όταν το βέλος χτυπήσει την κορφή του βουνού, αναπηδά.
Όταν ο κεραυνός πέφτει στο έδαφος, βυθίζεται μέσα του.
Μέχρις ότου ο Μποντισάτβα βρει την γαλήνια αθανασία,
δεν θα υποχωρήσει.
Γιατί; Πατέρα, ακόμα κι αν κάποιος μπορούσε να
ζωγραφίσει εικόνες πάνω στον άδειο ουρανό,
ή να συγκεντρώσει τους νόες όλες των αισθανόμενων
όντων, όσα κι αν είναι αυτά, σε έναν,
ή μπορούσε, πατέρα μου, να δέσει τον ήλιο, το φεγγάρι
και τον άνεμο με μια θηλειά,
δεν θα μπορούσε να απομακρύνει τον Μποντισάτβα από τη
θέση της φώτισης.
Από τα αριστερά του, ο Ανουπασάντα είπε:
Με το ισχυρό δηλητήριο του βλέμματός μου μπορώ να κάψω
το όρος Μερού
και να μετατρέψω τα ύδατα των μεγάλων ωκεανών σε
στάχτη.
Κοίτα λοιπόν πατέρα, πως θα μετατρέψω τη θέση της
φώτισης κι αυτόν τον μοναχό,
σε στάχτες με το βλέμμα μου.
Από τα δεξιά του, ο Σιντάρθα είπε:
Μπορεί να είσαι σε θέση να γεμίσεις τον κόσμο με
δηλητήριο
και να κάψεις τον μεγάλο τρισχιλιόκοσμο,
ωστόσο, η απλή ματιά εκείνου που Είναι η Πηγή Όλων των
Καλών Ιδιοτήτων
θα κάνει το δηλητήριο σου να χάσει την τοξικότητά του.
Στα τρία πεδία, υπάρχουν δυνατά δηλητήρια
με τη μορφή της προσκόλλησης, του θυμού και της
πλάνης.
Ωστόσο, κανένα από αυτά δεν μπορεί να βρεθεί στο σώμα
του, ούτε στο νου του,
ακριβώς όπως η λάσπη και η σκόνη δεν μπορούν να
βρεθούν στους ουρανούς.
Το σώμα, ο λόγος και ο νους του είναι άσπιλα[43]
κι είναι γεμάτος αγάπη για τα όντα.
Κανένα όπλο ή δηλητήριο δεν μπορεί να τον βλάψει,
γι αυτό πατέρα, ας γυρίσουμε πίσω.
Από τα αριστερά του, ο Ρατιλόλα είπε:
Θα παίξω χιλιάδες όργανα
και θα στείλω αμέτρητα όμορφα στολισμένα ουράνια
κορίτσια
να τον διεγείρουν και να τον οδηγήσουν στο υπέροχο
χαρέμι μας.
Με την σεξουαλική απόλαυση, θα τον ελέγξουμε.
Από τα δεξιά του, ο Νταρμαράτι είπε:
Αυτός ευχαριστιέται μόνο με την απόλαυση του Ντάρμα,
με την ευδαιμονία της συγκέντρωσης και την
σπουδαιότητα της αθανασίας,
με τη χαρά της απελευθέρωσης των όντων και την ευτυχία
ενός νου γεμάτου αγάπη.
Δεν ευχαριστιέται με τις απολαύσεις του πάθους.
Από τα αριστερά του, ο Βατατζάβα είπε:
Μπορώ να καταπιώ ταυτόχρονα τον ήλιο και το φεγγάρι
και τον άνεμο που φυσά στον ουρανό.
Πατέρα, θα πιάσω αυτόν τον ζητιάνο σήμερα κιόλας
και θα τον φυσήξω μακριά σαν μια χούφτα φλούδια.
Από τα δεξιά του, ο γιος του Μάρα Ατσαλαμάτι είπε:
Ακόμα κι αν όλοι οι άνθρωποι και οι θεοί
γίνονταν τόσο γρήγοροι και δυνατοί σαν κι εσένα
και συγκεντρώνονταν σ' ένα μέρος,
δεν θα μπορούσαν να βλάψουν αυτό το απαράμιλλο ον.
Από τα αριστερά του, ο Μπραχμαμάτι είπε:
Αν υπάρχει ένα τέτοιο άγριο πλήθος από τους άντρες
μας,
δεν θα μπορεί να κάνει κάτι για να βλάψει την
περηφάνια σου.
Αφού όλες οι δουλειές επιτυγχάνονται από ομάδες,
πως θα μπορούσε να σε βλάψει από μόνος του;
Από τα δεξιά του, ο Σιμχαμάτι είπε:
Δεν έχει δει κανείς τα λιοντάρια να κάθονται στη γη
στη σειρά.
Αυτοί με το δηλητηριώδες βλέμμα, δεν συνεργάζονται.
Αυτά τα υπέροχα όντα που έχουν θάρρος επειδή είναι
αληθινά,
αυτοί οι υπέρτατοι ηγέτες των όντων επίσης, δεν
συναθροίζονται μαζί.
Από τα αριστερά του, ο Σαρβατσαντάλα είπε:
Πατέρα, δεν έχεις ξανακούσει τόσο έντονες φωνές
όπως αυτές που βγάζουν τώρα οι γιοί σου
Ας συγκεντρωθούμε με ζήλο, ταχύτητα και δύναμη
κι ας πάμε γρήγορα να καταστρέψουμε αυτόν τον μοναχό!
Από τα δεξιά του,
ο Σιμχαναντίν είπε:
Στη μέση της ζούγκλας, όταν λείπει το λιοντάρι,
πολλά τσακάλια γαυγίζουν.
Όταν όμως ακούσουν τον τρομακτικό βρυχηθμό του
λιονταριού,
τρέχουν πανικόβλητα προς όλες τις κατευθύνσεις.
Έτσι κι αυτοί, οι ανίδεοι γιοι του Μάρα,
αφού δεν έχουν ακούσει ακόμα τη φωνή του τέλειου
άνδρα,
υψώνουν με αναίδεια και ισχυρογνωμοσύνη τις φωνές
τους,
ενώ το λιοντάρι των ανθρώπων παραμένει σιωπηλό.
Από τα αριστερά του, ο Ντουσιντιτατσιντίν είπε:
Οτιδήποτε κι αν επιθυμήσω πραγματοποιείτε γρήγορα,
γιατί λοιπόν δεν μας κοιτάζει με σύνεση;
Πρέπει είτε να αυταπατάται είτε να είναι ανίδεος,
αφού δεν σηκώνεται να φύγει γρήγορα.
Από τα δεξιά του, ο Σουτσιντιτάρτα είπε:
Δεν είναι ούτε ανόητος ούτε αδύναμος.
Εσείς είστε οι ανόητοι και τόσο πολύ απερίσκεπτοι.
Δεν έχετε ιδέα για την ανδρεία του.
Με τη δύναμη της ενόρασής του θα σας κατακτήσει όλους.
Ακόμα και με την ισχύ των δαιμονικών γιών
που είναι τόσοι πολλοί όσοι οι κόκκοι της άμμου στον
ποταμό Γάγγη,
δεν θα μπορέσετε να λυγίσετε ούτε μια τρίχα απ' το
κεφάλι του,
πόσο μάλλον να τον σκοτώσετε.
Μην διαφθείρετε το νου σας.
Αντιθέτως, πρέπει να τον σεβαστείτε με αφοσίωση,
γιατί πρόκειται να γίνει βασιλιάς των τριών πεδίων.
Γυρίστε πίσω και μην κάνετε πόλεμο.
Με αυτόν τον τρόπο χίλιοι γιοι του Μάρα, τόσο καλοί
όσο και κακοί, καθένας τους απευθύνθηκε περαιτέρω στον Μάρα, τον δαιμονικό, σε
στίχους. Στο τέλος ο Μπαντρασένα, ο στρατηγός του Μάρα, του είπε με αυτούς τους
στίχους:
Όλοι αυτοί που συνήθως σε ακολουθούν, όπως ο Σάκρα,
οι φύλακες, οι ορδές των μισών κιμνάρα,
οι ηγέτες των ημιθέων και οι ηγέτες των γκαρούντα,
ενώνουν τώρα τα χέρια τους και υποκλίνονται στον
Μποντισάτβα.
Δεν χρειάζεται να αναφερθώ σε αυτούς που δεν σε
ακολουθούν,
ο Μπράχμα και οι φωτεινοί θεοί
και οι θεοί των καθαρών πεδίων
κι αυτοί επίσης υποκλίνονται σ' αυτόν.
Ακόμη και κάποιοι από τους γιούς σου που είναι σοφοί,
που είναι δυνατοί και έξυπνοι,
σέβονται τον Μποντισάτβα
όπως αρμόζει σύμφωνα με την ουσία του.
Αυτόν το στρατό των γιάκσα και των άλλων όντων,
που εκτείνεται για ογδόντα λεύγες,
τον βλέπει ο παντογνώστης,
με καθαρό νου και χωρίς μίσος.
Δεδομένου ότι δεν εκπλήσσεται ούτε αναστατώνεται
καθώς βλέπει αυτόν τον άγριο και ξέφρενο στρατό,
τόσο φρικτό και τρομακτικό,
είναι βέβαιο πως θα νικήσει τώρα.
Όπου κι αν βρίσκεται αυτός ο στρατός
ακούγονται οι κραυγές απ' τα τσακάλια και τις
κουκουβάγιες.
Όταν ακουστούν οι φωνές κοράκων και γαϊδουριών
σοφό θα ήταν να υποχωρήσετε γρήγορα.
Κοιτάξτε παρακαλώ προς τη θέση της φώτισης!
Έξυπνες τουρλίδες[44]κύκνοι, κούκοι και παγώνια
κάνουν περιφορές γύρω απ' τον Μποντισάτβα.
Είναι βέβαιο πως η νίκη σήμερα θα είναι δική του.
Όπου κι αν βρίσκεται αυτός ο στρατός,
απ' τον ουρανό θα πέφτει σκόνη κι αιθάλη.
Στη θέση όμως της φώτισης, πέφτει βροχή λουλουδιών,
γι αυτό θυμηθείτε τα λόγια μου κι γυρίστε πίσω!
Όπου κι αν βρίσκεται αυτός ο στρατός,
το έδαφος θα είναι ανώμαλο, γεμάτο αγκάθια και
κεντριά.
Στη θέση όμως της φώτισης, το έδαφος είναι ακηλίδωτο
σαν το χρυσό,
γι αυτό οι σοφοί καλύτερα να υποχωρήσουν.
Οι περασμένοι εφιάλτες τώρα θα γίνουν πραγματικότητα.
Εάν δεν υποχωρήσετε, αυτός θα κάνει τον στρατό σκόνη,
έτσι όπως οι χώρες καταστρέφονται
από τους ερημίτες-σοφούς.
Όταν ο ανώτατος σοφός
θύμωσε με τον βασιλιά Μπραχμαντάτα,
έκαψε το δάσος Νταντάκα
και για πολλά χρόνια εκεί δεν φύτρωνε ούτε χορτάρι.
Απ' όλους τους ερημίτες-σοφούς που υπάρχουν
και ασκούνται στην πειθαρχημένη συμπεριφορά
και στις στερήσεις, είναι ο υπέρτατος ανάμεσά τους,
διότι δεν βλάπτει κανένα έμβιο ον.
Δεν έχεις ακούσει άλλη φορά
πως εκείνος που στο σώμα του αστράφτουν όλα τα σημάδια
κι έχει φύγει από το σπίτι του,
θα κατακτήσει τα ενοχλητικά συναισθήματα και θα
πραγματώσει τη φώτιση;
Τα παιδιά των Νικητών εκδηλώνουν πολύ μεγάλες δυνάμεις
ως πράξεις λατρείας,
δεν είναι λοιπόν το Υπέρτατο Ον
άξιος αποδέκτης των καλύτερων τελετών προσφορών;
Αφού η άσπιλη τρίχα ανάμεσα στα φρύδια του
ομορφαίνει ένα τρισεκατομμύριο πεδία
και μας επισκιάζει όλους εμάς,
σίγουρα θα κατακτήσει τον στρατό του Μάρα.
Εφόσον οι θεοί στην κορφή της ύπαρξης
δεν μπορούν να δουν την κορφή της κεφαλής του,
άρα, χωρίς να έχει διδαχτεί από τους άλλους
σίγουρα θα πραγματώσει την παντογνωσία.
Εφόσον το όρος Μερού και οι γύρω οροσειρές,
ο ήλιος, η σελήνη, ο Σάκρα, ο Μπράχμα,
όλα τα δέντρα και τα μεγαλύτερα όρη,
όλα υποκλίνονται στη θέση της φώτισης,
είναι βέβαιο ότι αυτός με τη δύναμη της αρετής
τις δυνάμεις της γνώσης και της σοφίας,
και τις δυνάμεις της μακροθυμίας και του ζήλου,
θα καταστήσει ανίσχυρες τις ορδές του Μάρα.
Σαν τον ελέφαντα που πατά πάνω σ' ένα φρέσκο πήλινο
δοχείο,
ή το λιοντάρι που παλεύει με μια αλεπού,
ή τον ήλιο που σβήνει την πυγολαμπίδα,
ο Τατάγκατα θα εξαλείψει τον στρατό μας.
Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ένας άλλος γιος του Μάρα
εξοργίστηκε και με ματωμένα μάτια, είπε:
Ο έπαινος σου γι αυτόν τον μοναχικό άνδρα
είναι χωρίς όρια.
Τι θα μπορούσε αυτός μονάχα ο άνδρας να κάνει;
Δεν βλέπεις αυτόν τον μεγάλο και τρομακτικό στρατό;
Τότε από τα δεξιά του, ο Μαραπραμαρντάκα, ένας άλλος
γιος του Μάρα, είπε:
Δεν χρειάζεται να βοηθήσεις τον ήλιο αυτού του κόσμου,
ούτε το λιοντάρι, ούτε τον παγκόσμιο μονάρχη.
Ο Μποντισάτβα που κάθεται με την απόφαση της φώτισης
πραγματικά δεν χρειάζεται καμία βοήθεια.
Τότε, προκειμένου να αποδυναμώσει τη δύναμη των
δαιμόνων, ο Μποντισάτβα γύρισε το πρόσωπό του, που έμοιαζε με ανθισμένο λωτό με
εκατό πέταλα, προς εκείνον. Βλέποντας το πρόσωπο του Μποντισάτβα, ο Μάρα έφυγε.
Όμως, καθώς έφευγε, είχε τη σκέψη ότι ο στρατός του θα μπορούσε να αντέξει την
όψη του προσώπου του Μποντισάτβα, και γύρισε και πάλι πίσω.
Βοηθούμενος από τους οπαδούς του, άρχισε τώρα να
ρίχνει διάφορα όπλα πάνω στον Μποντισάτβα. Ωστόσο, ακόμη και όταν του έριξαν
βουνά τόσο μεγάλα, όσο το κεντρικό όρος, όλα τα βουνά μετατράπηκαν σε θόλους
λουλουδιών και ουράνια παλάτια. Εκείνοι με τα δηλητηριώδη βλέμματα, εκείνοι με
τα δηλητηριώδη φίδια και εκείνοι με την δηλητηριώδη ανάσα, έριξαν φλόγες στον
Μποντισάτβα. Ωστόσο, αυτός ο κύκλος της φωτιάς, μετατράπηκε στην άλω του
Μποντισάτβα.
Ο Μποντισάτβα άγγιξε τώρα το δεξί του χέρι στο κεφάλι
του. Ο Μάρα αντιλήφθηκε ότι ο Μποντισάτβα κράδαινε ένα σπαθί στο χέρι του, και
έτσι έφυγε προς το νότο. Ωστόσο, πιστεύοντας ότι δεν θα μπορούσε να είναι
αλήθεια, επέστρεψε ξανά. Όταν επέστρεψε, οι δαίμονες άρχισαν να εκτοξεύουν κάθε
είδους τρομακτικά όπλα στον Μποντισάτβα. Έριξαν σπαθιά, βέλη, βελάκια, λόγχες,
τσεκούρια, ρόπαλα, ακόντια, στειλιάρια, δίσκους, βάτζρα, σφυριά, ξεριζωμένα
δέντρα, βράχους, λάσο και σιδερένιες μπάλες. Ωστόσο, μόλις οι δαίμονες έριξαν
τα όπλα, αυτά μετατράπηκαν σε γιρλάντες και θόλους λουλουδιών και μια δροσερή
βροχή από πέταλα λουλουδιών έπεσε στο έδαφος. Οι γιρλάντες λουλουδιών κρέμονταν
σαν στολίδια πάνω στο δέντρο μπόντι.
Όταν ο κακόβουλος Μάρα είδε τη δύναμη του Μποντισάτβα
και αυτά που παρουσίαζε, ενοχλήθηκε από ζήλια και αγανάκτηση και τον προκάλεσε
λέγοντάς του, 'Άκουσε νεαρέ πρίγκηπα! Σήκω και πήγαινε να απολαύσεις τη
βασιλεία σου-γι αυτό ακριβώς υπάρχει η αρετή σου! Για ποιον λόγο θα μπορούσες
ποτέ να πετύχεις την απελευθέρωση;'
Ο Μποντισάτβα απάντησε στον δαιμονικό Μάρα με σταθερά,
βαθιά, απέραντα, απαλά και γλυκά λόγια:
Κακόβουλε εσύ! Μέσα από μια απλή απλόχερη πράξη
προσφοράς, έγινες άρχοντας του πεδίου της επιθυμίας. Ενώ εγώ απ' την άλλη, έχω
κάνει άπειρες πράξεις γενναιοδωρίας.
Έκοψα τα χέρια, τα πόδια, τα μάτια και το κεφάλι μου
και τα έδωσα σε ζητιάνους. Με την πρόθεση να ελευθερώσω τα αισθανόμενα όντα,
έδωσα συχνά στους ζητιάνους το σπίτι μου, τον πλούτο, τα σιτάρια, τα κρεβάτια,
τα ρούχα και τα πάρκα μου.
Ο Μάρα απάντησε:
Στο παρελθόν έκανα μια ενάρετη πράξη γενναιοδωρίας.
Ήταν μια γενναιοδωρία κι εσύ ήσουν μάρτυράς μου.
Για τις δικές σου πράξεις όμως δεν υπάρχει καμία
μαρτυρία,
άρα δεν έχει νόημα να μιλάμε γι αυτά, ενώ αντιθέτως θα
κατακτηθείς.
Ο Μποντισάτβα απάντησε: «Κακόβουλε, η γη εδώ είναι
μάρτυράς μου.»
Στη συνέχεια αγκάλιασε τον Μάρα και την δαιμονική του
ακολουθία με σκέψεις αγάπης και συμπόνιας. Σαν το λιοντάρι, δεν είχε φόβο,
τρόμο, άγχος, δειλία, ενόχληση και ταραχή. Δεν είχε ανατριχίλες, που φανερώνουν
φόβο. Μετά, άφησε το χέρι του να γλιστρήσει στο σώμα του και με χάρη χτύπησε
ελαφρά τη γη. Στο χέρι αυτό, υπήρχε το περίγραμμα ενός κογχυλιού, ενός λαβάρου
της νίκης, ενός ψαριού, ενός βάζου, μιας σβάστικας, ενός σιδερένιου άγκιστρου
και ενός τροχού. Τα δάκτυλα του χεριού του ήταν ενωμένα με ιστό [φωτός]. Τα
νύχια του ήταν υπέροχα στο χρώμα του χαλκού. Ήταν απαλό κι ευλύγιστο, έμοιαζε
τέλεια νεανικό. Όλα αυτά ήταν αποτέλεσμα συσσώρευσης του βασικού καλού, για
απεριόριστα κάλπα. Στη συνέχεια είπε:
Αυτή η γη είναι το στήριγμα όλων των όντων.
Είναι αμερόληπτη και χωρίς προκαταλήψεις
απέναντι σε όλα, κινητά και ακίνητα.
Αυτή γνωρίζει πως δεν ψεύδομαι.
Άρα μπορεί να είναι μάρτυράς μου.
Μόλις ο Μποντισάτβα άγγιξε τη μεγάλη γη, σείστηκε με
έξι διαφορετικούς τρόπους. Τρεμούλιασε, σείστηκε και κουνήθηκε, βούιξε,
βρόντηξε και βρυχήθηκε. Όπως κάνει το ορειχάλκινο καζάνι Μαγκαντάν που
κουδουνίζει κι αντηχεί όταν χτυπηθεί μ' ένα ξύλο, το ίδιο αντήχησε κι η μεγάλη
γη όταν ακούμπησε το χέρι του Μποντισάτβα.
Τότε η θεά της γης αυτού του τρισχιλιόκοσμου που
ονομάζεται Σταβάρα, μαζί με συνοδεία από δισεκατομμύρια θεές της γης, άρχισαν
να κλονίζουν ολόκληρη τη μεγάλη γη. Όχι πολύ μακριά από εκεί που καθόταν ο
Μποντισάτβα, άνοιξε η επιφάνεια της γης
και αποκαλύφθηκε το πάνω της σώμα που ήταν κοσμημένο με όλα τα είδη κοσμημάτων.
Έσκυψε προς τον Μποντισάτβα, ένωσε τις παλάμες της και του είπε: "Έχεις
δίκιο, Μεγάλο Ον, έχεις δίκιο. Έτσι ακριβώς είναι. Εμείς είμαστε οι μάρτυρες
αυτού. Όπως και να 'χει όμως, Κύριέ μου, εσύ και μόνο είσαι ο ανώτατος μάρτυρας
στους κόσμους των θεών και των ανθρώπων και της ανώτατης αρχής."
Έχοντας μιλήσει μ' αυτόν τον τρόπο η θεά της γης
Σταβάρα επέπληξε τον Μάρα τον δαιμονικό, με πολλούς τρόπους και επαίνεσε ξανά
και ξανά τον Μποντισάτβα. Έκανε μια υπέροχη επίδειξη των μυριάδων δυνάμεών της
και στη συνέχεια εξαφανίστηκε μαζί με την ακολουθία της.
Όταν ο πονηρός και ο στρατός του άκουσαν τον ήχο που
βγήκε από την γη,
φοβισμένοι κι απογοητευμένοι φύγαν τρέχοντας,
σαν τα τσακάλια στο δάσος που ακούνε το λιοντάρι
ή τα κοράκια που πετούν όταν πετιέται μια πέτρα.
Ο Μάρα ένοιωθε δυσαρεστημένος και δυστυχής. Παρόλο
όμως που ένοιωθε άθλια και ντρεπόταν για τον εαυτό του, κατακλύστηκε από
υπερηφάνεια σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούσε να φύγει. Δεν μπορούσε να γυρίσει
πίσω και να φύγει. Γι αυτό, στράφηκε στους άντρες του και είπε:
«Όλοι εσείς, περιμένετε λίγο μέχρι να δούμε αν είναι
δυνατόν να σηκώσουμε τον Μποντισάτβα με ευγενικό τρόπο. Ένα τέτοιο πετράδι της
ύπαρξης, δεν πρέπει να σκοτωθεί αμέσως.»
Έπειτα είπε στις κόρες του: "Κορίτσια, πρέπει να
πάτε τώρα στη θέση της φώτισης για να εξετάσετε τον Μποντισάτβα. Έχει επιθυμίες
ή όχι; Είναι συγχυσμένος ή έξυπνος; Είναι σαν τον τυφλό ή γνωρίζει τη χώρα και
αναζητά πλεονέκτημα; Είναι αδύναμος ή δυνατός;"
Ακούγοντας τα λόγια αυτά, οι θεϊκές αυτές κοπέλες
πήγαν στη θέση της φώτισης όπου βρισκόταν ο Μποντισάτβα. Μαζεύτηκαν μπροστά του
κι άρχισαν να επιδεικνύουν τους τριάντα δύο τρόπους της γυναικείας εξαπάτησης.
Ποιοι είναι αυτοί: Είναι οι εξής:
1.
Μερικά κορίτσια
κάλυψαν εν μέρει το πρόσωπό τους
2.
Ορισμένα έδειξαν
το σφιχτό και αισθησιακό τους στήθος
3.
Κάποιες του
χαμογέλασαν και έδειξαν τα δόντια τους
4.
Κάποιες σήκωσαν
τα χέρια τους, κουνώντας τα στον αέρα για να αποκαλύψουν τις μασχάλες τους
5.
Μερικές
επιδείκνυαν τα χείλη τους που ήταν κόκκινα σαν ροδάκινα
6.
Κάποιες κοίταξαν
τον Μποντισάτβα με μισόκλειστα μάτια και μετά τα έκλεισαν γρήγορα
7.
Κάποιες έδειξαν
τα μισοκαλυμμένα στήθη τους
8.
Κάποιες χαλάρωσαν
τα ρούχα τους για να αποκαλύψουν τους γοφούς τους που ήταν στολισμένοι με ζώνες
9.
Ορισμένες
φορούσαν όμορφα διαφανή ρούχα που αποκάλυπταν τους διακοσμημένους γοφούς τους
10. Κάποιες κουδούνιζαν τα βραχιόλια των αστραγάλων τους
11. Κάποιες έδειξαν τα στήθη τους στολισμένα με σειρές από
μαργαριτάρια
12. Μερικές έδειξαν τους μισόγυμνους μηρούς τους
13. Μερικές είχαν κίσσες, παπαγάλους και μάινες στο κεφάλι
και τους ώμους τους
14. Μερικές έριχναν λοξές ματιές στον Μποντισάτβα
15. Ορισμένες φορούσαν καλά ρούχα που τα άφηναν να
κρέμονται ατημέλητα
16. Μερικές κουνούσαν τις αλυσίδες στους γοφούς τους
17. Άλλες με ερωτικό και πειρακτικό τρόπο κινούνταν μπρος
και πίσω
18. Μερικές χόρευαν
19. Άλλες τραγουδούσαν
20. Άλλες φλέρταραν κάνοντας τις ντροπαλές
21. Μερικές κουνούσαν τους γοφούς τους όπως κουνά την
φοινικιά ο αέρας
22. Άλλες έβγαζαν βογγητά
23. Κάποιες με διαφανή υφάσματα και κορδόνια με
κουδουνάκια στη μέση, πηγαινοερχόντουσαν χαχανίζοντας
24. Κάποιες έβγαλαν όλα τα ρούχα και τα κοσμήματά τους
25. Κάποιες έδειξαν όλα τους τα κοσμήματα, κρυφά και
φανερά
26. Άλλες έδειχναν τα χέρια τους που είχαν αλείψει με
αρώματα
27. Κάποιες έδειχναν τα σκουλαρίκια τους που είχαν
αρωματίσει
28. Κάποιες κάλυπταν το πρόσωπο με πέπλο και μετά το
αποκάλυπταν ξαφνικά
29. Κάποιες γέλαγαν, έπαιζαν και διασκέδαζαν προσπαθώντας
να τραβήξουν την προσοχή του και μετά προσποιούνταν τις ντροπαλές
30. Μερικές επιδείκνυαν τα ανέγγιχτα σώματά τους που δεν
είχαν γεννήσει ποτέ
31. Μερικές προσπαθούσαν να δελεάσουν τον Μποντισάτβα με
προσφορές αγάπης
32. Κάποιες σκόρπιζαν πέταλα λουλουδιών στον Μποντισάτβα
Κοιτάζοντας το πρόσωπο του Μποντισάτβα σκέφτονταν,
ποιες άραγε να ήταν οι σκέψεις του. Μήπως τις κοίταζε με τις αισθήσεις του
διεγερμένες; Ή κοίταζε μακριά;
Προσπαθούσαν να διαπιστώσουν αν ήταν ερεθισμένος ή όχι.
Το πρόσωπο του Μποντισάτβα ωστόσο, τόσο καθαρό και
αμόλυντο όσο της σφαίρας της πανσελήνου που δραπετεύει από το στόμα του Ράχου[45] ή τον ήλιο που ανατέλλει
νωρίς την αυγή, ή μία χρυσή κολώνα, ή έναν ανθισμένο λωτό χιλιάδων πετάλων, ή
μια θυσιαστήρια φωτιά ραντισμένη με λάδι. Όπως τα γύρω βουνά ήταν πραγματικά
ανυψωμένο. Φύλαγε καλά τις αισθήσεις του και όπως ο ελέφαντας, είχε την όψη
ενός νου που είναι καλά δαμασμένος.
Έπειτα οι κόρες του Μάρα σε μια περαιτέρω προσπάθεια
να ξυπνήσουν τις επιθυμίες του Μποντισάτβα, του είπαν:
Η άνοιξη ήρθε, η καλύτερη εποχή.
Ας διασκεδάσουμε αγαπημένε, ενώ τα δέντρα ανθίζουν.
Το σώμα σου είναι τόσο όμορφο και ελκυστικό.
Είναι δελεαστικό, έχει ευοίωνα σημάδια κι είναι όμορφα
στολισμένο.
Γεννηθήκαμε όμορφες και με τέλειες καμπύλες.
Είμαστε εδώ για να ευχαριστήσουμε τους θεούς και τους
ανθρώπους και να δώσουμε πλήρη ικανοποίηση.
Δύσκολα αποκτιέται η φώτιση, γι 'αυτό άλλαξε γνώμη.
Γρήγορα, σήκω και απόλαυσε τα νιάτα!
Για χάρη σου ήρθαμε εδώ όλες ντυμένες και στολισμένες.
Έλα τώρα, ρίξε μια ματιά σ' αυτά τα θεϊκά κορίτσια που
είναι τόσο όμορφα στολισμένα.
Ποιος δεν θα λαχταρούσε να απολαύσει το πάθος του
έρωτα;
Ακόμα κι ένα σάπιο δέντρο θα ξαναζωντάνευε!
Η φωνή μας είναι απαλή και η μυρωδιά μας υπέροχη.
Το πρόσωπό μας είναι υπέροχο με τα διαδήματα, τα
σκουλαρίκια και το μακιγιάζ.
Το πρόσωπό μας έχει όμορφα φρύδια και είναι καλά
χρισμένο [με αλοιφές].
Τα όμορφα μάτια μας είναι τόσο καθαρά και μεγάλα σαν
λωτοί.
Το πρόσωπό μας μοιάζει με την πανσέληνο.
Τα χείλη μας είναι σαν τα ώριμα ροδάκινα.
Τα δόντια μας είναι λευκά σαν τα κοχύλια, σαν τα άνθη
γιασεμιού και σαν το χιόνι.
Αγαπημένε μας, κοίταξε πόσο πολύ επιθυμούμε την ηδονή.
Κοίταξε τα σφριγηλά και αισθησιακά μας στήθη,
τις όμορφες τρεις πτυχές στη κοιλιά μας,
και τους φαρδύς και όμορφους γοφούς μας.
Κοίταξέ μας Κύριε, που είμαστε τόσο όμορφες κοπέλες.
Οι μηροί μας μοιάζουν με την προβοσκίδα του ελέφαντα
Τα χέρια μας είναι διακοσμημένα με βραχιόλια.
Οι γοφοί μας είναι διακοσμημένοι με όμορφες αλυσίδες.
Κοίτα Κύριε, τις υπηρέτριές σου.
Με το βάδισμα ενός κύκνου, σε πλησιάζουμε απαλά.
Μαλακά και όμορφα, μιλάμε για ερωτική αγάπη.
Καθώς είμαστε όμορφα στολισμένες
έχουμε ειδικότητα στις θεϊκές απολαύσεις.
Είμαστε καλά εκπαιδευμένες στο τραγούδι, στα όργανα
και στο θέατρο.
Έχουμε γεννηθεί με τέλεια σώματα για χάρη της
απόλαυσης.
Αν δεν μας δεχτείς τώρα που λαχταρούμε την απόλαυση,
χαμένος θα βγεις σ' αυτόν τον κόσμο.
Ποιος άντρας τρέχει μακριά όταν βλέπει ένα θησαυρό;
Αυτό ακριβώς θα είσαι, μη έχοντας τη γνώση του
θησαυρού, που είναι ο έρωτας,
αμύητος παραμένοντας στο ερωτικό πάθος,
αν δεν απολαύσεις αυτά τα νεαρά κορίτσια, που έχουν
έλθει με τη θέλησή τους.
Τότε ο Μποντισάτβα, μοναχοί, χαμογέλασε με ατάραχο
βλέμμα. Καθόταν εκεί χαμογελώντας, με ήρεμες τις αισθήσεις, χαλαρός σωματικά
και λαμπερός, χωρίς προσκόλληση, απαλλαγμένος από θυμό και χωρίς αυταπάτες.
Όπως ο βασιλιάς των βουνών, ήταν αμετάβλητος, σίγουρος, χωρίς σύγχυση και
αδιατάρακτος. Εφόσον είχε εγκαταλείψει εντελώς, μόνος του, όλα τα ενοχλητικά
συναισθήματα μέσω της καλά εδραιωμένης νοημοσύνης του και της σοφίας του,
μίλησε με απαλά και ευχάριστα λόγια σ' έναν τόνο που ξεπέρασε ακόμη και τη φωνή
του Μπράμα. Η φωνή του ήταν σαν του κούκου, ευχάριστη και γλυκιά, καθώς
απευθύνθηκε στις κόρες του Μάρα με αυτούς τους στίχους:
Η επιθυμία οδηγεί σε πολλά βάσανα, είναι η ρίζα της
δυστυχίας.
Για τους ανόητους η επιθυμία καταστρέφει την
συγκέντρωση, την μαγική ικανότητα και τις στερήσεις.
Οι σοφοί λένε πως το κυνήγι των γυναικών δεν φέρνει
ικανοποίηση.
Θα ικανοποιήσω τους απαίδευτους με σοφία.
Η δίψα αυτού που επιδιώκει επιθυμίες αυξάνεται
συνεχώς,
μοιάζει μ' αυτό που αισθάνεται κανείς, όταν πίνει
αλμυρό νερό.
Κανένα όφελος δεν θα προέκυπτε για μένα ή τους άλλους
αν ασχολούμουνα μ' αυτό
και χαίρομαι που είμαι χρήσιμος τόσο στον εαυτό μου
όσο και στους άλλους.
Η ομορφιά σας είναι σαν φούσκες στο νερό και σαν αφρός.
Όπως τα μαγικά χρώματα, είναι απλώς μια διανοητική
κατασκευή,
σαν το παιγνίδι ή το όνειρο, είναι ασταθές και
παροδικό.
Παραπλανά το νου των ανώριμων όντων.
Τα μάτια είναι σαν φυσαλίδες του νερού-περικλείονται
από μια μεμβράνη,
όπως το πηχτό αίμα ενός πυώδους έλκους.
Η κοιλιά είναι γεμάτη από ούρα και περιττώματα,
εκκρίνοντας βρωμιά.
Αυτός ο μηχανισμός δυστυχίας προέκυψε από το κάρμα και
τα ενοχλητικά συναισθήματα.
Οι πλανεμένοι άνθρωποι με τον ανώριμο νου, όχι οι
σοφοί,
αντιλαμβάνονται εσφαλμένα το σώμα ως όμορφο.
Αυτό τους κάνει να περιφέρονται για μεγάλο χρονικό
διάστημα στην κυκλική ύπαρξη, την πηγή του πόνου.
Η δυστυχία τους, που βιώνεται στην κόλαση, είναι
εξαιρετικά οδυνηρή.
Απ' τον καβάλο, βγαίνουν απαίσιες μυρωδιές.
Οι μηροί, οι γάμπες και τα πόδια ενώνονται σαν
μηχανικό εργαλείο.
Όταν σας εξετάζω, βλέπω ότι είστε σαν μαγική
ψευδαίσθηση,
που προέκυψε απατηλά από αιτίες και συνθήκες.
Όταν βλέπεις ότι οι αισθησιακές απολαύσεις δεν έχουν
καλές ιδιότητες,
ότι οδηγούν μακριά από τον ευγενή δρόμο της σοφίας,
κι ότι είναι ίδιες με τα δηλητηριώδη φυτά ή τις
πυρκαγιές, ή σαν θυμωμένες οχιές,
μόνο οι ανόητοι θα τις αποκαλούσαν «ευτυχία».
Όποιος γίνει σκλάβος των γυναικών μέσω της επιθυμίας,
θα απομακρυνθεί από την πειθαρχία, από τη συγκέντρωση
και θα χάσει την κοινή λογική.
Θα βυθιστεί στην ευχαρίστηση, θα απομακρυνθεί πολύ από
τη σοφία
αν απορρίψει τη χαρά του Ντάρμα και απολαμβάνει την
επιθυμία.
Δεν έχω ούτε προσκόλληση ούτε θυμό.
Δεν αντιλαμβάνομαι τίποτα ως μόνιμο, ελκυστικό ή με
έναν εαυτό.
Δεν νιώθω αντιπάθεια ή χαρά.
Το μυαλό μου είναι ελεύθερο, όπως ο άνεμος στον
ουρανό.
Ακόμη κι αν ολόκληρος ο κόσμος, ήταν γεμάτος από κάτι
σαν εσάς
που με πολιορκούν εδώ για ατέλειωτους αιώνες,
δεν θα ένοιωθα θυμό, προσκόλληση ούτε θα είχα
αυταπάτες,
επειδή ο νους των Νικητών είναι σαν τον ουρανό.
Αν και οι θεοί και οι θεές μες στην αγνότητα και το
μεγαλείο τους
δεν έχουν αίμα ούτε κόκκαλα,
όλοι τους ζουν με μεγάλο φόβο
εφόσον δεν υπάρχει μονιμότητα και δεν μπορούν να
διαρκέσουν.
Τότε οι κόρες του Μάρα που ήταν ειδικές στην γυναικεία
εξαπάτηση, ένοιωσαν ακόμα μεγαλύτερη λαγνεία, αλαζονεία κι υπερηφάνεια. Έκαναν
ερωτικές χειρονομίες, επιδείκνυαν τα στολισμένα τους σώματα και προσπαθούσαν
όλο και πιο πολύ με τα γυναικεία τους κόλπα, να αποπλανήσουν τον
Μποντισάτβα.
Ως προς αυτό το θέμα, λέγεται:
Ο Μάρα έστειλε τις πιο γλυκές και σαγηνευτικές
κοπέλλες
την Τρσνα, την Ράτι και την Αράτι, που έφτασαν
γρήγορα.
Χόρεψαν σαν τους νεαρούς βλαστούς αναρριχητικών φυτών
που τα φυσά ένα αεράκι,
για να ανακινήσουν την λαγνεία στον πρίγκηπα,
που καθόταν κάτω από τα κλαδιά του δέντρου.
Απ' όλες τις εποχές, καλύτερη είναι η άνοιξη.
Τότε οι άντρες κι οι γυναίκες διασκεδάζουν, το σκοτάδι
κι η σκόνη εξαφανίζονται.
Οι κούκοι, οι κύκνοι και τα παγώνια κράζουν και
κοπάδια πουλιών γεμίζουν τον αέρα.
Ήρθε η ώρα να ζήσεις τις χαρές της απόλαυσης.
Για χιλιάδες κάλπα χάρηκε την πειθαρχία, τις στερήσεις
και τις δυσκολίες.
Είναι αμετάβλητος όπως ο βασιλιάς των βουνών, το σώμα
του είναι σαν τον ανατέλλοντα ήλιο.
Σαν τον βρυχηθμό της βροντής, σαν του βασιλιά των
θηρίων, ακούγεται η όμορφη φωνή του.
Αυτός ο άνθρωπος που ωφελεί τους άλλους, εκφέρει μόνο
λέξεις με νόημα.
Η επιθυμία, οι διαμάχες, η εχθρότητα και οι
συγκρούσεις φέρνουν τον φόβο του θανάτου.
Οι αδαείς ανόητοι εμπλέκονται συνεχώς σ' αυτά, όμως οι
επιδέξιοι τ' αποποιούνται.
Αυτή είναι η στιγμή που ο Ευδαίμων θα πραγματώσει την
αθανασία,
έτσι σήμερα θα κατακτήσει τον Μάρα και θα γίνει ο
άξιος με τις δέκα δυνάμεις.
Μετά από πολλές μαγικές επιδείξεις είπαν, "Εσύ,
με τον πρόσωπο σαν το λωτό, άκουσέ μας.
Θα γίνεις βασιλιάς, υπέρτατος κυβερνήτης, ισχυρός
κύριος της γης.
Σμήνη όμορφων γυναικών θα παίξουν χιλιάδες μουσικά
όργανα για σένα.
Που σου χρησιμεύει η ενδυμασία του σοφού; Εγκατάλειψέ
το και ευχαριστήσου τις απολαύσεις."
Ο Μποντισάτβα απάντησε:
Θα γίνω ο κύριος των τριών πεδίων, και θα με τιμούν
θεοί και άνθρωποι.
Θα γίνω ο βασιλιάς που ταξιδεύει με το τιμόνι του
Ντάρμα, προικισμένος με τις δέκα δυνάμεις.
Ένα εκατομμύριο αναζητούντες και αυτοί που πλέον δεν
χρειάζονται μάθηση, θα υποκλίνονται σε μένα.
Επειδή απολαμβάνω το Ντάρμα, δεν αναζητώ πλέον
αντικείμενα χαράς.
Οι κόρες είπαν:
Για όσο διάστημα ακόμα είσαι νέος, στο άνθος της
ηλικίας σου
όσο ακόμα δεν σε έχει χτυπήσει η αρρώστια και δεν
είσαι ηλικιωμένος με γκρίζα μαλλιά,
για όσο καιρό έχεις τα νιάτα σου και την ομορφιά σου
κι είμαστε κι εμείς χαρούμενες,
γι αυτό το διάστημα θα πρέπει να απολαύσεις τις χαρές
του έρωτα, με χαμόγελο.
Ο Μποντισάτβα απάντησε:
Μέχρι να πραγματώσω την τέλεια ελευθερία και την
αθανασία, που τόσο δύσκολα επιτυγχάνεται,
μέχρι να απαλλαγώ από τη δυστυχία και δεσμά του πεδίου
των θεών και των ημιθέων,
μέχρι να δείξουν το άγριο πρόσωπό τους τα γηρατειά, η
αρρώστια κι ο θάνατος,
μέχρι τότε θα εκπαιδευτώ στο ευοίωνο μονοπάτι που
οδηγεί στη πόλη της αφοβίας.
Οι κόρες είπαν:
Στο θεϊκό πεδίο, όπως τον Σάκρα, θα σε περιβάλλουν
θείες κόρες.
Στο Πεδίο Απαλλαγμένο από Διαμάχες, στο Πεδίο Τέλεια
Απαλλαγμένο από Διαμάχες και στο Πεδίο της Χαράς, θα σε επαινούν οι άριστοι των
αθανάτων.
Στο πεδίο του Μάρα, που σαγηνεύει με τις ερωτικές
γυναίκες, θα βρεις τις απολαύσεις του έρωτα.
Απόλαυσε το παιχνίδι μαζί μας, θα σου φέρει μεγάλη
χαρά!
Ο Μποντισάτβα απάντησε:
Η απόλαυση είναι εφήμερη σαν τη δροσιά στην άκρη του
γρασιδιού ή σαν τα φθινοπωρινά σύννεφα.
Η επιθυμία είναι τρομακτική σαν την οργή των κοριτσιών
νάγκα.
Ο Σάκρα, οι θεοί στο Πεδίο Απαλλαγμένο από Διαμάχες,
στο Πεδίο Τέλεια Απαλλαγμένο από Διαμάχες και στο Πεδίο της Χαράς, όλοι τους
βρίσκονται υπό την κυριαρχία του Μάρα.
Η επιθυμία μαστίζει όλους τους ποταπούς, οπότε ποια
χαρά να βρει κανείς μ' αυτό;
Οι κόρες είπαν:
Κοίταξε αυτά τα όμορφα δέντρα με τα φρέσκα φύλλα και
τ' ανθισμένα λουλούδια.
Αντηχούν με τις κραυγές των φασιανών, των κούκων και
το βουητό των μελισσών.
Στο έδαφος φυτρώνει φρέσκο πράσινο γρασίδι, τόσο
μαλακό και παχύ.
Εσύ, το λιοντάρι των ανδρών, θα διασκεδάσεις μαζί με
τα νεαρά κορίτσια σε ένα άλσος απόλαυσης;
Ο Μποντισάτβα απάντησε:
"Όλα αυτά τα δέντρα παράγουν βλαστούς και
λουλούδια ανάλογα με τις εποχές,
κι οι μέλισσες αναζητούν επίσης λουλούδια, λόγω της
πείνας και της δίψας.
Επειδή ό, τι μεγαλώνει στο έδαφος, θα μαραθεί κάτω από
τον ήλιο,
έχω αποφασίσει να πραγματώσω το νέκταρ που έχουν
απολαύσει όλοι οι Νικητές.
Οι κόρες είπαν:
Κοίταξε μας! Τ πρόσωπο μας είναι σαν το φεγγάρι και
σαν τα φρέσκα λουλούδια λωτού.
Η ομιλία μας είναι απαλή και ευχάριστη, και τα δόντια
μας είναι λευκά σαν το χιόνι ή το ασήμι.
Τέτοιες ομορφιές είναι σπάνιες μεταξύ των θεών, πόσο
μάλλον μεταξύ των ανθρώπων;
Αυτές οι γυναίκες που έχεις εδώ, είναι επιθυμητές
ακόμη κι από πιο ανώτερους των θεών.
Ο Μποντισάτβα απάντησε:
Βλέπω το σώμα ως ακάθαρτο, γεμάτο με σωρούς
σκουληκιών.
Εύκολα σπάει και χάνεται, και δεν υπάρχει σ' αυτό
καμία ευχαρίστηση.
Ωστόσο, θα επιτύχω αυτήν την άφθαρτη κατάσταση, που
τιμούν οι σοφοί,
την κατάσταση που φέρνει απόλυτη ευτυχία στα έμψυχα
και άψυχα πεδία.
Οι κόρες τώρα άρχισαν να χρησιμοποιούν τα εξήντα
τέσσερα[46] είδη ερωτικής
συμπεριφοράς.
Κουδούνισαν τα καμπανάκια στα βραχιόλια και τις ζώνες
τους κι άφησαν τα ρούχα τους να πέσουν.
Χτυπημένες από το βέλος της επιθυμίας, ξελογιασμένες,
με χαμόγελο στο πρόσωπό τους, είπαν:
Τόσο άσχημες είμαστε Κύριε, που δεν δέχεστε τον έρωτά
μας;
Γνωρίζοντας τα ελαττώματα όλης της σαμσάρα, ο Άμεμπτος
είπε,
Η επιθυμία είναι σαν το σπαθί, σαν το δόρυ, την
τρίαινα και τη λεπίδα αλειμμένα με μέλι.
Σαν το κεφάλι της οχιάς ή τον λάκκο με φωτιά-αυτά έχω
κατανοήσει.
Έτσι, αφού οι γυναίκες κλέβουν την αρετή, έχω
εγκαταλείψει τη συντροφιά τους.
Οι κόρες δεν μπόρεσαν να αποπλανήσουν τον Τατάγκατα,
με το βάδισμα του νεαρού ελέφαντα,
ακόμα και με τις αμέτρητες δεξιότητες τους που
προκαλούν ερωτική έξαψη.
έτσι, με ντροπή κι αμηχανία, υποκλίθηκαν στα πόδια του
σοφού.
εγείροντας σεβασμό, χαρά κι αγάπη, επαίνεσαν τον
Ευεργέτη:
Το πρόσωπό σου είναι σαν την άσπιλη καρδιά ενός λωτού
της φθινοπωρινής πανσελήνου.
έχεις τη λάμψη μιας θυσιαστήριας φωτιάς ή τη λάμψη του
χρυσού βουνού.
Είθε να εκπληρωθούν οι ευχές και όρκοι, που έχεις
κάνει για εκατοντάδες ζωές.
Τώρα που ο ίδιος έχεις 'περάσει', απελευθέρωσε όλα τα
όντα που υποφέρουν.
Επαίνεσαν εκείνον που μοιάζει με το δέντρο μπαγιούρ[47]
ή το τσαμπάκα[48].
Έκαναν περιφορές γύρω απ' το Υπέρτατο Ον, που ήταν
ακίνητος σαν ένα μεγαλοπρεπές βουνό.
Επιστρέφοντας, με σκυμμένο κεφάλι είπαν στον πατέρα
τους,
'Πατέρα, αυτός ο Κύριος θεών και ανθρώπων, δεν έχει
καθόλου θυμό ή φόβο.
Κοιτάει με χαμογελαστό πρόσωπο και τα μάτια του είναι
σαν τα πέταλα του λωτού.
Ποτέ δεν κοιτάζει τους άλλους συνοφρυωμένος ή με
προσκόλληση.
Το όρος Μερού μπορεί να κλονιστεί και οι ωκεανοί να
στεγνώσουν, ο ήλιος κι η σελήνη μπορεί να πέσουν, αυτός όμως που βλέπει τα λάθη
των τριών υπάρξεων,
ποτέ δεν θα υποπέσει στην επιρροή των ερωτικών αυτών
γυναικών.
Όταν ο κακόβουλος Μάρα, άκουσε τα λόγια αυτά, ένοιωσε
ακόμα πιο δυστυχής και δυσαρεστημένος.
Θυμωμένος και απογοητευμένος είπε στις κόρες του,
«Ω, αυτός ο ανόητος τρελός, πόσο ανίδεος είναι που δεν
βλέπει τις ομορφιές σας!
Πως γίνεται να μην μπορούμε να τον απομακρύνουμε από
τη θέση της φώτισης;»
Και πάλι, οι κόρες του Μάρα είπαν στον πατέρα τα εξής:
Αν και του μιλάμε απαλά και στοργικά, δεν διεγείρεται.
Ακόμα κι αν του δείξουμε το πιο μυστικό όλων, δεν
γίνεται επιθετικός.
Ανεξάρτητα από αυτά που βλέπει, παραμένει χωρίς
αυταπάτη.
Αν και βλέπει ολόκληρο το σώμα, οι σκέψεις του
παραμένουν βαθιές.
Αντιλαμβάνεται πλήρως τα ελαττώματα των γυναικών.
έχει απομακρυνθεί από τη λαγνεία και δεν έχει καμία
επιθυμία.
Ούτε στις θεϊκές κατοικίες, ούτε εδώ στη γη, δεν
υπάρχει άνθρωπος ή θεός
που να μπορεί να μετρήσει το νου και τις πράξεις του.
Πατέρα, δοκιμάσαμε κάθε γυναικείο κόλπο!
Με όλη αυτή τη λαγνεία, σίγουρα η καρδιά του θα έπρεπε
να έχει λιώσει!
Ωστόσο, αν και τα είδε όλα, ο νους του δεν αποσπάστηκε
ούτε μια φορά.
Σαν τον μεγάλο βασιλιά των βουνών όμως, ήταν
αμετάβλητος.
Έχει συσσωρεύσει τη λαμπρότητα εκατοντάδων αρετών και
ιδιοτήτων.
Για πολλά εκατομμύρια κάλπα, έχει ασκηθεί στην ηθική
και πειθαρχημένη συμπεριφορά.
Οι θεοί και ο Μπράμα, τα καθαρά όντα που έχουν το
μεγαλείο της αρετής,
τον τιμούν και αγγίζουν το κεφάλι τους στα πόδια του.
Μόλις κατακτήσει τον στρατό του Μάρα
σίγουρα θα πραγματώσει την ιερή αφύπνιση, όπως και οι
Νικητές του παρελθόντος.
Πατέρα, δεν γυρεύει φασαρίες και διαμάχες μαζί μας.
Αν και που οι δυνάμεις μας είναι ισχυρές, το έργο μας
θα ήταν δύσκολο.
Κοίτα πατέρα τον ουρανό. Αμέτρητοι τέλειοι
Μποντισάτβα,
με κοσμήματα στην κορφή του κεφαλιού τους , περιμένουν
με σεβασμό.
Στα άκρα τους αυτές οι πηγές πλούτου κοσμούνται με
γιρλάντες λουλουδιών.
Κατέχουν τις δέκα δυνάμεις και ήρθαν εδώ για να τον
τιμήσουν.
Όλα τα έμψυχα, αλλά ακόμα και τα άψυχα,
τα δέντρα, τα βουνά, οι θεοί, οι γιάκσα και τα
γκαρούντα,
όλοι υποκλίνονται στο όρος αυτό των ποιοτήτων.
Πατέρα, θα ήταν καλύτερο να τον αφήσουμε ήσυχο σήμερα.
Επιπλέον,
Δεν διασχίζει κανείς, αν δεν μπορεί να φτάσει στο
τέρμα.
Δεν θα σκάψει κανείς, αν δεν μπορεί να βγάλει τη ρίζα.
Με την ανεκτικότητά του, κανείς δεν μπορεί να τον
θυμώσει ή να τον κάνει να υποφέρει.
Δεν μπορεί να κάνει κανείς κάτι, για να τον
δυσαρεστήσει.
Τότε, μοναχοί, οι οκτώ θεές που κατοικούν στο δέντρο
της φώτισης,
Σρι, Βίντι, Τάπα, Σρεγιασί, Βιντού, Οτζοπάλα,
Σατυαβαντίνι και Σαμανγκίνι-
τίμησαν τον Μποντισάτβα, και δοξάζοντάς τον,
επικαλέστηκαν τα δεκαέξι είδη μεγαλείου:
Ιερέ Εσύ, είσαι όμορφος,
σαν το φεγγάρι στο φωτεινό δεκαπενθήμερο.
Έχεις λαμπερό νου, είσαι ακτινοβόλος
σαν τον ήλιο την αυγή.
Καθαρό ον, έχεις ανθίσει,
σαν το λωτό στη λίμνη.
Καθαρό ον, βρυχάσαι,
σαν το λιοντάρι με τη χαίτη, που κινείται στη ζούγκλα.
Ανώτατο ον, λάμπεις,
όπως ο βασιλιάς των βουνών στη μέση του ωκεανού.
Καθαρό ον, είσαι ψηλά,
όπως το δακτυλίδι των γύρω βουνών.
Ανώτατο Ον, δύσκολα σε βυθομετρά κανείς,
σαν πλούσιο σε πετράδια ωκεανό.
Προστάτη του κόσμου, ο νους σου είναι απέραντος,
Όπως ο απεριόριστος ουρανός.
Καθαρό Όν, ο νους σου είναι σταθερός,
σαν τη γη, στηρίζεις όλα τα όντα.
Ανώτατο Όν, ο νους σου δεν είναι ποτέ θολός,
σαν τη λίμνη Αναβάπτα, είναι πάντα ήρεμος.
Ανώτατο Όν, ο νους σου δεν έχει παγιωμένη κατοικία.
Όπως ο άνεμος, δεν χασομεράει κάπου στον κόσμο.
Ανώτατο Όν, δύσκολα σε συναντά κανείς,
όπως ο βασιλιάς της φωτεινότητας, είσαι απαλλαγμένος
από κάθε έπαρση.
Ιερό Όν, είσαι πανίσχυρος.
Σαν τον Ναραγιάνα, δύσκολα εξημερώνεσαι.
Προστάτη του κόσμου, έχεις ακλόνητη αποφασιστικότητα,
δεν θα μετακινηθείς από τη θέση της φώτισης.
Σαν τον κεραυνό που εξαπολύθηκε από το χέρι του Ίντρα,
Ανώτατο Όν, δεν επιστρέφεις πίσω.
Ανώτατο Όν, θα πραγματώσεις πλήρως τον στόχο σου.
Σύντομα θα προικιστείς με τις δέκα πλήρεις δυνάμεις.
Μ' αυτόν τον τρόπο, μοναχοί, οι θεές στο δέντρο
μπόντι, δόξαζαν τον Μποντισάτβα επικαλούμενες τα δεκαέξι είδη μεγαλοπρέπειας.
Τότε, οι θεοί των καθαρών πεδίων, προσπάθησαν να
αποθαρρύνουν τον Μάρα με δεκαέξι διαφορετικούς τρόπους:
Κακόβουλε εσύ, είσαι χαμένος.
Κλωσάς σαν τον γέρικο γερανό.
Κακόβουλε, είσαι ανίσχυρος,
σαν τον γέρο ελέφαντα που βουλιάζει στον βάλτο.
Κακόβουλε, είσαι μόνος σου,
σαν χαμένος που προσποιείται τον ήρωα.
Κακόβουλε, δεν έχεις κανέναν μαζί σου,
σαν αυτόν που πάσχει από μια μεταδοτική ασθένεια κι
εγκαταλείπεται στο δάσος.
Κακόβουλε, είσαι αδύναμος,
σαν ένα νεαρό ταύρο που καταπονείται από βαρύ φορτίο.
Κακόβουλε, σε έριξαν κάτω
σαν το δέντρο που το ρίχνει ο άνεμος.
Κακόβουλε, είσαι σε λάθος δρόμο,
σαν τον ταξιδιώτη που έχει χάσει τον δρόμο του.
Κακόβουλε, είσαι χαμηλότερα κι από τους χαμηλούς,
σαν τον φτωχό που ζηλεύει.
Κακόβουλε, είσαι φλύαρος
σαν το αναιδές κοράκι.
Κακόβουλε, σε πλημμυρίζει η περηφάνεια
σαν τον αχάριστο κακούργο.
Κακόβουλε, σήμερα θα το σκάσεις,
σαν το τσακάλι στον βρυχηθμό του λιονταριού.
Κακόβουλε, σήμερα θα σκορπίσεις
σαν το πουλί που το τινάζει πέρα ο βρυχηθμός του
ανέμου.
Κακόβουλε, χωρίς να ξέρεις πότε είναι η κατάλληλη
στιγμή,
είσαι σαν ζητιάνος που η αρετή του έχει τελειώσει.
Κακόβουλε, σήμερα θα εγκαταλειφθείς,
σαν το σπασμένο δοχείο μες στη σκόνη.
Κακόβουλε, σήμερα θα σε κρατήσει ο Μποντισάτβα
σαν το φίδι από τα μάγια.
Κακόβουλε, είσαι εντελώς ανίσχυρος,
σαν τον Ουρούντα[49]που έχασε χέρια και πόδια.
Μοναχοί, με αυτούς τους δεκαέξι τρόπους οι θεοί από τα
καθαρά πεδία προσπάθησαν να αποθαρρύνουν τον Μάρα. Επίσης, μοναχοί, οι θεοί που
υπηρετούσαν τον Μποντισάτβα, προσπάθησαν επίσης να κλονίσουν την
αποφασιστικότητα του Μάρα, με δεκαέξι τρόπους. Ποια ήταν αυτοί;
Κακόβουλε, σήμερα θα νικηθείς από τον Μποντισάτβα
σαν στρατιώτης του εχθρού από τον ήρωα.
Κακόβουλε, θα σε κρατήσει κάτω ο Μποντισάτβα,
σαν αδύναμος παλαιστής από τον ισχυρό.
Κακόβουλε, σήμερα θα σε ξεπεράσει ο Μποντισάτβα
σαν πυγολαμπίδα απ' τον ήλιο.
Κακόβουλε, σήμερα θα διασκορπιστείς από τον
Μποντισάτβα,
σαν χούφτα άχυρα από τον δυνατό αέρα.
Κακόβουλε, σήμερα θα τρομοκρατηθείς από τον
Μποντισάτβα,
σαν το τσακάλι απ' το λιοντάρι.
Κακόβουλε, σήμερα θα σε ρίξει ο Μποντισάτβα,
σαν το υπέροχο δέντρο που’ χει κομμένες ρίζες.
Κακόβουλε, σήμερα θα καταστραφείς από τον Μποντισάτβα,
σαν εχθρική πόλη από μεγάλο βασιλιά.
Κακόβουλε, σήμερα θα στεγνώσεις από τον Μποντισάτβα
σαν το πλημμυρισμένο χνάρι της αγελάδας.
Κακόβουλε, σήμερα θα το σκάσεις από τον Μποντισάτβα,
σαν τον εγκληματία που δραπετεύει από την εκτέλεση.
Κακόβουλε, σήμερα θα σε πετάξει ο Μποντισάτβα,
σαν σμήνος μελισσών που πετά μακριά από την κάψα της
φωτιάς.
Κακόβουλε, θα πληγωθείς από τον Μποντισάτβα,
σαν τον νόμιμο βασιλιά που χάνει το βασίλειό του.
Κακόβουλε, σήμερα θα εμφανιστείς εξ αιτίας του
Μποντισάτβα
σαν γέρος γερανός με ψαλιδισμένα φτερά.
Κακόβουλε, σήμερα θα αποστερηθείς τα προς το ζην σου
από τον Μποντισάτβα,
σαν τον κουρασμένο ταξιδιώτη χωρίς προμήθειες στην
ερημιά.
Κακόβουλε, σήμερα θα κλαις εξ αιτίας του Μποντισάτβα,
σαν ναυαγός στη θάλασσα.
Κακόβουλε, σήμερα θα εξαντληθεί η ζωτική σου δύναμη
από τον Μποντισάτβα,
σαν το γρασίδι και τα δέντρα απ' τη φωτιά, στο τέλος
ενός κάλπα.
Κακόβουλε, σήμερα θα συντριβείς από τον Μποντισάτβα,
σαν τη κορφή του βουνού, από τον ισχυρό κεραυνό.
Παρόλη την προσπάθεια που κατέβαλλε η συνοδεία των
θεών για να αποθαρρύνει τον Μάρα, μοναχοί ,με τους δεκαέξι αυτούς τρόπους,
εκείνος δεν αποθαρρυνόταν.
Γι αυτό το θέμα έχει ειπωθεί το εξής:
Παρόλο που το πλήθος των θεών ζητούν να γυρίσει πίσω,
ο Αντάκα δεν δίνει σημασία, αλλά λέει, «Κόψτε τον! Χτυπήστε τον! Καταστρέψτε
τον! Μην τον αφήσετε να ξεφύγει ζωντανός!»
Εάν απελευθερωθεί, θα ελευθερώσει και το δικό μου
πεδίο καθώς και άλλα πεδία. Η μόνη όμως απελευθέρωση που υπάρχει γι αυτόν τον
ζητιάνο, είναι να σηκωθεί και να φύγει.
Ο Μποντισάτβα είπε:
Ο βασιλιάς των βουνών, το Όρος Μερού, μπορεί να
μετακινηθεί και όλα τα όντα να πάψουν να υπάρχουν.
Όλα τα αστέρια, οι πλανήτες και το φεγγάρι μπορεί να
πέσουν από τον ουρανό στη γη.
Είναι πιθανό όλα τα όντα να σκέφτονται και να ενεργούν
από κοινού και οι μεγάλοι ωκεανοί να στεγνώσουν.
Αλλά είναι αδύνατο κάποιος σαν εμένα να μετακινηθεί
ποτέ από τον βασιλιά των δέντρων.
Ο Μάρα απάντησε:
Είμαι κύριος των επιθυμιών και κύριος του σύμπαντος.
Εξουσιάζω τους θεούς, τους ημίθεους, τους ανθρώπους
και τα ζώα.
Όλα βρίσκονται υπό τον έλεγχό μου.
Οπότε σήκω! Δεδομένου ότι βρίσκεσαι στο πεδίο μου,
υπάκουσε στις διαταγές μου!
Ο Μποντισάτβα είπε:
Αν είσαι αυθεντία των αισθητήριων απολαύσεων, τότε δεν
είσαι καμία αυθεντία.
Κοίτα ποιος είμαι στην πραγματικότητα - είμαι κύριος
του Ντάρμα.
Εάν είσαι ο κύριος των αισθητήριων απολαύσεων, τότε
δεν θα έπρεπε να πηγαίνεις στα κατώτερα πεδία.
Ενώ παρακολουθείς ανίσχυρος, θα πραγματώσω τη φώτιση.
Ο Μάρα απάντησε:
Μοναχέ, τι κάνεις εδώ πέρα μόνος σου στην ερημιά;
Δεν είναι εύκολο να βρεις αυτό που ψάχνεις.
Ο Μπργκου, ο Ανγκίρας και άλλοι που ασκήθηκαν στις
στερήσεις
δεν πραγμάτωσαν την υπέρτατη κατάσταση, πόσο μάλλον
εσύ που είσαι κοινός άνθρωπος.
Ο Μποντισάτβα είπε:
Έχοντας ένα νου γεμάτο θυμό και επιθυμία για τα θεϊκά
πεδία,
με την πεποίθηση ότι ο εαυτός είναι, είτε μόνιμος είτε
παροδικός,
και με τη σκέψη ότι η απελευθέρωση είναι ένας τόπος
που μπορείς να πας,
με τέτοιες λανθασμένες προκαταλήψεις, οι σοφοί του
παρελθόντος ασκούνταν στον ασκητισμό.
Χωρίς να γνωρίζουν την αλήθεια, δίδαξαν για την ύπαρξη
μιας ψυχής,
και ισχυρίζονταν διάφορα, όπως, ότι αυτή η ψυχή
διαπερνά τα πάντα,
ή ότι είναι περιορισμένη σε κάποιες θέσεις, ότι είναι
αιώνια,
με μορφή ή χωρίς μορφή, με ιδιότητες ή χωρίς
ιδιότητες,
ότι είναι παράγοντας ή όχι[50]. Αυτά ισχυρίζονταν.
Σήμερα όμως, καθισμένος σ' αυτή την θέση, θα
πραγματώσω την αμόλυντη φώτιση.
Θα σε νικήσω Μάρα και θα αποκρούσω τον στρατό και τους
στρατιώτες σου.
Θα εξηγήσω στον κόσμο για την προέλευση, την εμφάνιση
των πραγμάτων
και τη νιρβάνα, την άψογη κατάσταση όπου η δυστυχία
γαληνεύει.
Ο Μάρα αναστατωμένος, θυμωμένος κι οργισμένος, είπε
σκληρά λόγια:
Πιάστε τον Γκαουτάμα, που κάθεται μόνος του στην
ερημιά και φέρτε τον σε μένα γρήγορα!
Φέρτε τον στο παλάτι μου, αλυσοδέστε τον και κάντε τον
φύλακά μου!
Θα τον βλέπω να υποφέρει και να φωνάζει ακατάληπτα με
διάφορους τρόπους,
ως σκλάβος των θεών.
Ο Μποντισάτβα απάντησε:
Μπορεί κάποιος να ζωγραφίσει στον άδειο ουρανό,
ή να πιάσει τον άνεμο με το λάσο,
ή να ρίξει τον ήλιο και το φεγγάρι από τον ουρανό στη
γη,
όμως εσύ ή αμέτρητα όντα σαν κι εσένα,
δεν θα με αναγκάσουν ποτέ να φύγω από αυτό το δέντρο.
Ο ισχυρός στρατός των δαιμόνων άρχισε να προχωρά.
Με άγριες κραυγές, φυσώντας κοχύλια και χτυπώντας
διάφορα τύμπανα, ρώτησαν,
"Όταν βλέπεις τον τρομακτικό αυτό στρατό του
Μάρα,
γιε μας, καλό μας παιδί, δεν έχεις ήδη εκμηδενιστεί;
Είσαι τόσο φωτεινός, σαν τον χρυσό του ποταμού Τζάμπου
ή το περικάρπιο του άνθους τσαμπάκα.
Είσαι νέος, σε επαινούν και σε τιμούν θεοί και
άνθρωποι.
Σήμερα όμως θα συναντήσεις την καταστροφή σου σ' αυτή
τη μεγάλη μάχη.
Θα σε κυριέψει ο Μάρα, σαν το φεγγάρι που κυριεύτηκε
από τον ημίθεο."
Με τη φωνή του Μπράχμα και το κάλεσμα του κούκου
ο Τατάγκατα είπε στις ορδές των γιάκσα και ράκσασα:
"Αυτός που ελπίζει να απομακρύνει κάποιον σαν κι
εμένα από το τέλειο δέντρο,
είναι ένας ανόητος που προσπαθεί να τρομάξει το ίδιο
το διάστημα.
Κανείς δεν μπορεί να με βλάψει εδώ, κάτω από αυτό το
δέντρο,
ούτε αυτός που μπορεί να καταστρέψει τον
τρισχιλιόκοσμο και να μετρήσει τα μόρια της σκόνης του,
ούτε αυτός που μπορεί να ρουφήξει όλο το νερό των
ωκεανό με ένα καλάμι,
ούτε καν αυτός, που μπορεί να σχίσει το υπέρτατο
διαμαντένιο βουνό μέσα σε μια στιγμή."
Ο Μάρα, νοιώθοντας έτσι περιορισμένος, εξοργίστηκε.
Κρατώντας ψηλά το κοφτερό σπαθί του είπε:
"Μοναχέ, σήκω γρήγορα και κάνε αυτό που σου λέω,
αλλιώς θα σε κόψω σαν το καλάμι ή το χόρτο ντούρβα[51]."
Ο Μποντισάτβα απάντησε:
Ακόμα κι αν αυτός ο τρισχιλιόκοσμος ήταν γεμάτος
δαίμονες,
που ο καθένας τους έφτιαχνε ένα σπαθί, μεγάλο όσο το
όρος Μερού,
δεν θα
μπορούσαν να λυγίσουν μια τρίχα στο σώμα μου, πόσο μάλλον να με σκοτώσουν.
Μη δυσπιστείτε. Σας υπενθυμίζω την ακλόνητη
αποφασιστικότητα μου.
Με πρόσωπα σαν της καμήλας, του βοδιού και του
ελέφαντα και τρομακτικά μάτια,
με δηλητηριώδη φίδια αντί για χέρια, με φρικτά
δηλητηριώδη μάτια,
εκσφενδόνισαν λάβα πάνω του, καθώς και δέντρα με τις
ρίζες τους, χαλκό και σίδηρο.
Σαν σύννεφα συγκεντρώθηκαν από τις τέσσερις
κατευθύνσεις,
βρυχώμενοι, ρίχνοντας κεραυνούς κι αστροπελέκια,
σιδερένιες οβίδες,
ξίφη, δόρατα, αιχμηρά τσεκούρια και δηλητηριασμένα
βέλη.
Έκαναν σκόνη την επιφάνεια της γης και τα δέντρα.
Μερικοί είχαν εκατό χέρια και εκτόξευσαν εκατό βέλη.
Από το στόμα τους έβγαλαν δηλητηριώδη φίδια και φωτιά,
ενώ άρπαζαν κροκόδειλους και άλλα υδρόβια πλάσματα από
τον ωκεανό.
Κάποιοι μετατράπηκαν σε γκαρούντα και εφόρμησαν στα
φίδια.
Εξαγριωμένοι, κάποιοι πέταξαν σιδερένιες οβίδες όμοιες
με το όρος Μερού,
και φλεγόμενες βουνοκορφές.
Χτυπώντας το έδαφος, έκαναν τη γη να τρέμει
και ανακατεύτηκαν οι υπόγειες μάζες νερού.
Κάποιοι πήδηξαν μπροστά του και άλλοι τον επιτέθηκαν
από πίσω.
Φωνάζοντας, "Μικρέ εσύ!" επιτέθηκαν από τα
αριστερά και από τα δεξιά.
Τα χέρια και τα πόδια τους γύρισαν ανάποδα και τα
κεφάλια τους ήταν πυρακτωμένα.
Αστραφτεροί κεραυνοί βγήκαν από τα μάτια τους.
Βλέποντας τον τερατώδη αυτό στρατό των δαιμόνων, με
τις αφύσικες μορφές,
το καθαρό ον κατανόησε ότι ήταν σαν μια ψευδαίσθηση.
«Δεν υπάρχει εδώ Μάρα, ούτε στρατός, ούτε οντότητες,
ούτε εαυτός.
Σαν το φεγγάρι που αντανακλάται σε μια λίμνη, έτσι
περιστρέφεται αυτό το τρίπτυχο σύμπαν.
Δεν υπάρχει μάτι, ούτε άντρας, ούτε γυναίκα, ούτε
εαυτός,
δεν υπάρχει ούτε αυτί, ούτε μύτη, ούτε γλώσσα, ούτε
σώμα.
Κανείς δεν δημιούργησε αυτά τα φαινόμενα και κανείς
δεν τα βιώνει.
Αναδύονται σε αλληλεξάρτηση και είναι κενά, τόσο
εσωτερικά όσο και εξωτερικά.»
Όταν διακήρυξε την αλήθεια της κενότητας των
φαινομένων,
οι γιάκσα που ήταν δεκτικοί στην πειθαρχία
αντιλήφθηκαν τα όπλα στα χέρια τους ως γιρλάντες
λουλουδιών.
Αυτό το αποτέλεσμα είχαν τα λόγια που είπε Εκείνος που
Πάντα Λέει την Αλήθεια.
Με χάρη άφησε το δεξί του χέρι να κατέβει στο σώμα
του, από το κεφάλι ως τα δάκτυλα,
το χέρι του που ήταν στολισμένο μ' ένα λεπτό πλέγμα,
με τα όμορφα χάλκινα νύχια, που έλαμπαν σαν τον χρυσό
του ποταμού Τζάμπου,
και το σημάδι του τροχού με τις χίλιες ακτίνες, το
ευνοϊκό σύμβολο της αρετής.
Τέντωσε το χέρι του σαν κεραυνός που χτυπά τη γη
και είπε, "Αυτή η γη είναι μάρτυράς μου.
Στο παρελθόν έκανα αμέτρητες περίτεχνες προσφορές
και ποτέ δεν αρνήθηκα σ' εκείνους που μου ζήτησαν.
Το νερό, η φωτιά και ο αέρας είναι μάρτυρές μου,
καθώς και ο Μπράχμα, ο άρχοντας των όντων, ο ήλιος, το
φεγγάρι και τ' αστέρια.
Οι Βούδες των δέκα κατευθύνσεων είναι μάρτυρές μου.
Η πειθαρχία, η εξάσκηση και οι ανώτεροι κλάδοι της
φώτισης είναι όλοι μάρτυρές μου.
Η γενναιοδωρία, η πειθαρχία και η υπομονή είναι
μάρτυρές μου.
Η επιμέλεια, η συγκέντρωση και η γνώση, οι τέσσερις
απεριόριστοι στοχασμοί και οι πέντε ανώτερες γνώσεις, είναι μάρτυρές μου.
Στην πραγματικότητα όλες οι σταδιακές ασκήσεις
αφύπνισης, είναι μάρτυρές μου.
Ωστόσο, όλα τα όντα στις δέκα κατευθύνσεις,
με όλη τη δύναμη της αρετής, την πειθαρχία και τη
σοφία,
και όλες τις απεριόριστες προσφορές τους,
δεν ισοδυναμούν ούτε με το ένα εκατοστό των ιδιοτήτων
που έχει μια τρίχα μου.΄΄
Άγγιξε με χάρη το χέρι του στη γη
κι η γη αντήχησε σαν χάλκινο αγγείο.
Όταν το άκουσε ο Μάρα, έπεσε στο έδαφος
και άκουσε αυτά τα λόγια, "Χτύπα! Πιάσε τον φίλο
αυτό του σκότους."
Καθώς το σώμα του Μάρα άρχισε να ιδρώνει, η λαμπρότητα
του εξαφανίστηκε και το πρόσωπό του χλόμιασε.
Ο Μάρα τώρα είδε τον εαυτό του να γερνά.
Χτύπησε το στήθος του και φώναξε με φόβο, δεν υπήρχε
όμως κανείς για να τον προστατέψει.
Ο νους του ήταν μπερδεμένος και οι σκέψεις του θολές.
Οι ελέφαντες, τα άλογα, τα οχήματα και οι άμαξες,
έπεσαν στο έδαφος.
Οι γιάκσα, οι κουμπάντας και οι σαρκοφάγοι,
τρομοκρατήθηκαν και έτρεξαν.
Αποπροσανατολισμένοι, δεν μπορούσαν να βρουν το δρόμο
τους,
χωρίς απάγκιο ή προστασία, έφυγαν σαν τα πουλιά που
βλέπουν το δάσος να καίγεται.
Οι γονείς, τα παιδιά, τα αδέλφια τους ρώτησαν:
"μήπως τους είδατε, που έχουν πάει;"
Κι έτσι άρχισαν να διαφωνούν και να καυγαδίζουν μεταξύ
τους.
"Τέτοιο κακό μας έχει βρει, που δεν υπάρχει
περίπτωση να ζήσουμε."
Αυτός ο μεγάλος στρατός δαιμόνων, ο τέλεια ακλόνητος,
τώρα πια είχε σκορπίσει, όλοι είχαν φύγει, κανείς δεν
ήταν πια μαζί.
Επτά μέρες είχαν να ειδωθούν κι όταν τελικά είδαν τις
πλασματικές μορφές τους, είπαν: "Πόσο υπέροχο είναι που σε βλέπω
ζωντανό."
Η θεά του δέντρου, ένοιωσε συμπόνια.
Πήρε το βάζο με νερό και ράντισε τον φίλο του σκότους.
"Σήκω γρήγορα! Πρέπει να φύγεις χωρίς
καθυστέρηση!
Αυτό συμβαίνει σ' εκείνους που δεν προσέχουν τα λόγια
του Δασκάλου."
Ο Μάρα απάντησε:
Δεν άκουσα την ευγενική και χρήσιμη συμβουλή των γιων
μου,
και πρόσβαλλα ένα απόλυτα αγνό ον.
Επομένως, τώρα θα αποκομίσω πόνο, φόβο, ατυχία, θλίψη,
καταστροφή,
θρήνος, απώλεια τιμής και αυτή την άθλια κατάσταση.
Η θεά απάντησε:
Ο ανόητος που προσβάλλει αυτούς που είναι άψογοι
θα συναντήσει πολλά προβλήματα—
φόβος, ταλαιπωρία, καταστροφές, δυστυχία,
θρήνος, φόνο και δουλεία.
Οι ηγέτες των θεών, οι ημίθεοι, γκαρούντα, κιμνάρα και
ράκσασα,
ο Μπράχμα, ο Ίντρα και οι θεοί του πεδίου που
Χρησιμοποιούν τις Εκδηλώσεις των Άλλων
και του Πεδίου της Χαράς, όλοι διακήρυξαν τη νίκη του
και φώναξαν,
"Κατάκτησες τον στρατό του Μάρα! Ήρωα του κόσμου,
νίκησε!"
Πρόσφεραν γιρλάντες από μαργαριτάρια, μισοφέγγαρα,
ομπρέλες, σημαίες και λάβαρα,
τον έραναν με λουλούδια και σκόνες από αετόξυλο[52], ταγκάρα[53] και σανταλόξυλο.
Τραγούδησαν κι έπαιξαν μουσική,
"Κάθισε στο δέντρο, Ήρωα, Λιοντάρι που Κατακτά
τους Εχθρούς του.
Σ' αυτό το ανώτατο κάθισμα, κατέκτησες με αγάπη τον
πονηρό στρατό των δαιμόνων.
Ήρωα, σήμερα θα αφυπνιστείς!
Σήμερα θα πραγματώσεις τις δέκα δυνάμεις, τις
μοναδικές ιδιότητες,
τις ξεχωριστές κατανοήσεις και τις εμπειρίες ενός
Βούδα.
Για να εξημερώσεις τον Μάρα, μπήκες σε αυτήν τη μάχη.
Υπήρχαν 360 εκατομμύρια όντα που είδαν
τη δύναμη και την ισχύ ενός τέλειου μποντισάτβα,
και 240 εκατομμύρια που εμφάνισαν την επιθυμία για την
τέλεια φώτιση του Βούδα!
Έτσι τελειώνει το 21ο κεφάλαιο -
Καθυπόταξη του Μάρα
22ο Κεφάλαιο - Η τέλεια
και ολοκληρωμένη φώτιση
Όταν ο Μποντισάτβα, μοναχοί, κατάστρεψε τους
δαιμονικούς αντιπάλους του, νίκησε τους εχθρούς του, θριάμβευσε στη μάχη κι
ύψωσε τις ομπρέλες, τις σημαίες και τα λάβαρα της νίκης, παράμεινε στην πρώτη
διαλογιστική συγκέντρωση. Αυτή η κατάσταση είναι απαλλαγμένη από επιθυμίες,
απαλλαγμένη από τους παράγοντες που σχετίζονται με τις αρνητικές πράξεις και
κάθε τι μη ενάρετο που συνοδεύεται από σκέψη και ανάλυση, και διαποτίζεται από
τη χαρά και την ευχαρίστηση που γεννιέται από την διάκριση.
Όταν έπαυσε η σκέψη και η ανάλυση, ησύχασε εντελώς
μέσα του και ως εκ τούτου, ο νους του απόκτησε συγκέντρωση. Μέσα απ' αυτό,
εγκαταστάθηκε στη δεύτερη διαλογιστική συγκέντρωση, που είναι απαλλαγμένη από
σκέψη και ανάλυση και διαποτίζεται από τη χαρά και την ευχαρίστηση που
γεννιέται από τη διαλογιστική απορρόφηση.
Μέσα από την ευχαρίστηση της αφύπνισης, παράμεινε
αμερόληπτος, διατηρώντας την επαγρύπνηση[54] και
την ενδοσκόπηση, βιώνοντας σωματική ευχαρίστηση. Έτσι πέρασε στην τρίτη
διαλογιστική συγκέντρωση, η οποία δεν συνδέεται με τη χαρά. Οι ευγενείς
αποκαλούν ένα τέτοιο άτομο ως ο αμερόληπτος που διαμένει στην ευχαρίστηση
που διαποτίζεται με την επαγρύπνηση.
Μέσω της εγκατάλειψης της ευχαρίστησης, τη στιγμή
εκείνη και έχοντας στο παρελθόν εγκαταλείψει τον πόνο, εξαφανίστηκαν, τόσο η
νοητική ευχαρίστηση όσο και η δυσαρέσκεια. Έτσι βρέθηκε στην τέταρτη
διαλογιστική συγκέντρωση, που είναι η απόλυτα αψεγάδιαστη αμεροληψία και
επαγρύπνηση και δεν συνδέεται με την ευχαρίστηση ή τον πόνο.
Ενώσω ο νους του Μποντισάτβα-εξαγνισμένος και καθαρός,
διαυγής, απαλλαγμένος από τις βασικές και δευτερεύουσες μολύνσεις, πράος,
ευπροσάρμοστος και ακίνητος-ήταν απορροφημένος μ' αυτόν τον τρόπο, εμφάνισε την
πρόθεση να πραγματώσει τη γνώση που βλέπει τη σοφία[55] με το θεϊκό μάτι, γι αυτό κατεύθυνε το νου
του προς αυτόν το σκοπό.
Ο Μποντισάτβα με το αμόλυντο θεϊκό μάτι που υπερβαίνει
αυτό των ανθρώπων, κοίταξε τα αισθανόμενα όντα. Τα είδε να πεθαίνουν και να
γεννιόνται με όλη την ομορφιά και την ασχήμια τους, σε ευνοϊκές και δυσμενείς
περιστάσεις, να παρακμάζουν ή να προοδεύουν σύμφωνα ακριβώς με τις πράξεις
τους. Μ' αυτήν την κατανόηση, σκέφτηκε:
"Αλλοίμονο! Τα αισθανόμενα όντα έχουν αρνητική
συμπεριφορά με το σώμα, το λόγο και το νου. Έχοντας λανθασμένες απόψεις,
δυσφημίζουν τους ευγενείς. Καθώς εμπλέκονται με πράξεις που συνδέονται με
λανθασμένες απόψεις, μόλις καταρρεύσουν τα σώματά τους και πεθάνουν, πέφτουν σε
αρνητικές επαναγεννήσεις και γεννιούνται στα πεδία της κόλασης. Ωστόσο, κάποια
άλλα όντα έχουν θετική συμπεριφορά με το σώμα, το λόγο και το νου. Έχοντας ορθή
θεώρηση, δεν βλάπτουν τους ευγενείς. Επειδή οι πράξεις τους συνδέονται με την
ορθή θεώρηση, μόλις τα σώματά τους καταρρεύσουν και πεθάνουν, γεννιούνται με
ευχάριστα σώματα στα πεδία των θεών."
Έτσι, με το αμόλυντο θεϊκό του μάτι, που υπερβαίνει
εκείνο των ανθρώπων, ο Μποντισάτβα είδε τα αισθανόμενα όντα να πεθαίνουν και να
γεννιούνται, με όλη την ομορφιά και την ασχήμια τους, σε ευνοϊκές και δυσμενείς
περιστάσεις, να παρακμάζουν και να προοδεύουν αντίστοιχα, σύμφωνα ακριβώς με
τις πράξεις τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο μοναχοί, κατά τις πρώτες ώρες της νύχτας,
ο Μποντισάτβα πραγμάτωσε τη γνώση, αφαίρεσε το σκοτάδι και έφερε το φως.
Στη συνέχεια, ενώ ο νους του Μποντισάτβα-εξαγνισμένος
και καθαρός, διαυγής, απαλλαγμένος από τις βασικές και δευτερεύουσες μολύνσεις,
πράος, ευπροσάρμοστος και ακίνητος-ήταν απορροφημένος μ' αυτόν τον τρόπο, στη
μέση της νύχτας εμφάνισε την πρόθεση να πραγματώσει τη γνώση που βλέπει τη
σοφία της αναθύμησης των προηγούμενων ζωών, γι αυτό κατεύθυνε το νου του προς
αυτόν το σκοπό.
Μ’ αυτόν τον τρόπο θυμήθηκε τις προηγούμενες δικές του
ζωές καθώς και άλλων αισθανόμενων όντων, αρχίζοντας με μια, δύο, τρεις,
τέσσερις και πέντε ζωές, έπειτα με δέκα, είκοσι, τριάντα, σαράντα και πενήντα
ζωές, μετά με εκατό ζωές, με χίλιες ζωές, με εκατό χιλιάδες ζωές, έπειτα με
πολλές εκατοντάδες χιλιάδες ζωές, με δέκα εκατομμύρια ζωές, με ένα δις/μύρια
ζωές, με δέκα δις/μύρια ζωές, με ένα τρις/μύρια ζωές και ένα τετράκις
εκατομμύρια ζωές, έπειτα με αρκετά δις/μύρια, με αρκετές δεκάδες δις/μυρίων,
αρκετά τρις/μύρια και πολλά τετράκις εκ/μύρια ζωές, μέχρι και τις ζωές μέσα σ’
ένα κάλπα καταστροφής, ένα κάλπα σχηματισμού, ένα κάλπα καταστροφής και
σχηματισμού και αρκετά κάλπα και των δύο, καταστροφής και σχηματισμού. Θυμήθηκε
με κάθε λεπτομέρεια τις προηγούμενες δικές του ζωές καθώς και άλλων, και
σκεφτόταν:
«Σ’ εκείνο το μέρος είχα αυτό το όνομα, αυτό το
επίθετο, αυτήν την οικογένεια, αυτή την κάστα, αυτή τη διατροφή, αυτή τη
διάρκεια ζωής, για τόσο διάστημα έζησα και βίωσα αυτές τις χαρές και λύπες.
Μετά τον θάνατο μου, γεννήθηκα εκεί. Αφού πέθανα εκεί, γεννήθηκα εδώ….»
Στη συνέχεια, ενώ ο νους του Μποντισάτβα-εξαγνισμένος
και καθαρός, διαυγής, απαλλαγμένος από τις βασικές και δευτερεύουσες μολύνσεις,
πράος, ευπροσάρμοστος και ακίνητος-ήταν απορροφημένος μ' αυτόν τον τρόπο, τις
τελευταίες ώρες της νύχτας, λίγο πριν την αυγή, ακριβώς εκείνη τη στιγμή της
νύχτας που χτυπάει το τύμπανο της μέρας, ο Μποντισάτβα εμφάνισε την πρόθεση να
πραγματώσει τη γνώση που φέρνει το τέλος της δυστυχίας και της προέλευσής της
και πραγματώνει τη σοφία που εξαλείφει τα πέπλα, γι αυτό και κατεύθυνε το νου
του προς αυτόν το σκοπό.
Σκέφτηκε, «Πόσο άθλιος είναι αυτός ο κόσμος!
Βασανίζεται από τη γέννηση, τα γηρατειά, την αρρώστια, το θάνατο, τον χωρισμό
και την επαναγέννηση, αλλά δεν γνωρίζει πως να βγει από τον ογκώδη αυτό σωρό
καθαρής αγωνίας, που σημαδεύεται κυρίως από τα γηρατειά, την αρρώστια και τον
θάνατο. Αλλοίμονο! Μακάρι τα όντα να
κατανοούσαν τον τρόπο για να εξαλείψουν τον ογκώδη αυτό σωρό καθαρής αγωνίας,
που σημαδεύεται κυρίως από τα γηρατειά, την αρρώστια και τον θάνατο.»
Έπειτα ο Μποντισάτβα σκέφτηκε, «Ποια είναι η αναγκαία
προϋπόθεση για να συμβούν τα γηρατειά κι ο θάνατος; Και ποια η αιτιώδης συνθήκη
των γηρατειών και του θανάτου; Τότε είδε πως, « Τα γηρατειά κι ο θάνατος
συμβαίνουν όταν υπάρχει γέννηση. Η γέννηση είναι η αιτιώδης συνθήκη των
γηρατειών και του θανάτου.»
Έπειτα ο Μποντισάτβα σκέφτηκε, «Ποια είναι η αναγκαία
προϋπόθεση για τη γέννηση; Ποια είναι η αιτιώδης συνθήκη της γέννησης;» Τότε
είδε πως, « Η γέννηση συμβαίνει όταν υπάρχει ύπαρξη. Η ύπαρξη είναι η αιτιώδης
συνθήκη της γέννησης.»
Έπειτα ο Μποντισάτβα αναρωτήθηκε, «Ποια είναι η
αναγκαία προϋπόθεση για την εμφάνιση της ύπαρξης; Ποια είναι η αιτιώδης συνθήκη
της ύπαρξης;» Τότε ο Μποντισάτβα είδε πως, «Η ύπαρξη εμφανίζεται όταν υπάρχει
προσκόλληση. Η προσκόλληση είναι η αιτιώδης συνθήκη της ύπαρξης.»
‘Έπειτα ο Μποντισάτβα σκέφτηκε, « Ποια είναι η
αναγκαία προϋπόθεση για την εμφάνιση της προσκόλλησης; Ποια είναι η αιτιώδης
συνθήκη της προσκόλλησης» Τότε είδε πως, «Η προσκόλληση εμφανίζεται όταν
υπάρχει επιθυμία. Η επιθυμία είναι η αιτιώδης συνθήκη της προσκόλλησης.»
Έπειτα ο Μποντισάτβα
αναρωτήθηκε, «Ποια είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την εμφάνιση της επιθυμίας;
Ποια είναι η αιτιώδης συνθήκη της επιθυμίας;» Τότε είδε πως, « Η επιθυμία
εμφανίζεται όταν υπάρχει αίσθηση[56].
Η αίσθηση είναι η αιτιώδης συνθήκη της επιθυμίας.»
Έπειτα ο Μποντισάτβα σκέφτηκε, « Ποια είναι η αναγκαία
προϋπόθεση για την εμφάνιση της αίσθησης; Ποια είναι η αιτιώδης συνθήκη της
αίσθησης;» Τότε είδε πως, «Η αίσθηση εμφανίζεται όταν υπάρχει επαφή. Η επαφή
είναι η αιτιώδης συνθήκη για την αίσθηση.»
Έπειτα ο Μποντισάτβα αναρωτήθηκε, «Ποια είναι η
αναγκαία προϋπόθεση για την εμφάνιση της επαφής; Ποια είναι η αιτιώδης συνθήκη
της επαφής;» Τότε είδε πως, «Η επαφή συμβαίνει όταν είναι παρόντα τα έξι πεδία[57]
των αισθήσεων.Τα έξι πεδία των αισθήσεων είναι η αιτιώδης συνθήκη της επαφής.»
Τότε ο Μποντισάτβα σκέφτηκε, « Ποια είναι η αναγκαία
προϋπόθεση για την εμφάνιση των έξι πεδίων των αισθήσεων; Ποια είναι η αιτιώδης
συνθήκη τους;» Τότε είδε πως, «Τα έξι πεδία των αισθήσεων εμφανίζονται λόγω του
ονόματος και της μορφής. Το όνομα και η μορφή είναι η αιτιώδης συνθήκη των έξι
πεδίων των αισθήσεων.»
Έπειτα ο Μποντισάτβα αναρωτήθηκε, «Ποια είναι η
αναγκαία προϋπόθεση για την εμφάνιση του ονόματος και της μορφής; Ποια είναι η
αιτιώδης συνθήκη του ονόματος και της μορφής;» Τότε ο Μποντισάτβα είδε πως, «Το
όνομα και η μορφή εμφανίζονται όταν υπάρχει συνείδηση. Η συνείδηση είναι η
αιτιώδης συνθήκη του ονόματος και της μορφής.»
Τότε ο Μποντισάτβα σκέφτηκε, « Ποια είναι η αναγκαία
προϋπόθεση για να σχηματιστεί η συνείδηση; Ποια είναι η αιτιώδης συνθήκη της
συνείδησης;» Τότε είδε πως, «Η συνείδηση προβάλει όταν υπάρχουν σχηματισμοί. Οι
σχηματισμοί είναι η αιτιώδης συνθήκη της συνείδησης.»
Έπειτα ο Μποντισάτβα συλλογίστηκε, «Ποια είναι η
αναγκαία προϋπόθεση για να δημιουργηθούν οι σχηματισμοί; Ποια είναι η αιτιώδης
συνθήκη των σχηματισμών;» Τότε ο Μποντισάτβα είδε πως, «Οι σχηματισμοί
δημιουργούνται όταν υπάρχει άγνοια. Η άγνοια είναι η αιτιώδης συνθήκη των
σχηματισμών.»
Τότε μοναχοί, μια σκέψη εμφανίστηκε στον Μποντισάτβα,
«Η άγνοια είναι η αιτιώδης συνθήκη για τους σχηματισμούς. Οι σχηματισμοί είναι
η αιτιώδης συνθήκη για την συνείδηση. Η συνείδηση είναι η αιτιώδης συνθήκη για
το όνομα και τη μορφή. Το όνομα και η μορφή είναι η αιτιώδης συνθήκη για τα έξι
πεδία των αισθήσεων. Τα έξι πεδία των αισθήσεων είναι η αιτιώδης συνθήκη για
την επαφή. Η επαφή είναι η αιτιώδης συνθήκη για την αίσθηση. Η αίσθηση είναι η
αιτιώδης συνθήκη για την επιθυμία. Η επιθυμία είναι η αιτιώδης συνθήκη για την
προσκόλληση. Η προσκόλληση είναι η αιτιώδης συνθήκη για την ύπαρξη. Η ύπαρξη
είναι η αιτιώδης συνθήκη για τη γέννηση. Η γέννηση είναι η αιτιώδης συνθήκη των
γηρατειών κι του θανάτου, του θρήνου, του πόνου, της απόγνωσης και των βασάνων.
Μ’ αυτόν το τρόπο δημιουργείται αυτός ο ογκώδης σωρός καθαρής αγωνίας.»
Καθώς ο Μποντισάτβα μοναχοί, συλλογιζόταν και
στοχαζόταν πάνω σ’ αυτούς τους παράγοντες, που δεν είχαν ξανακουστεί ποτέ πριν,
μέσα του εμφανίστηκε σοφία, όραμα, γνώση, ευφυία, σύνεση και ενόραση κι ένα φως
άρχισε να λάμπει.
Έπειτα ο Μποντισάτβα σκέφτηκε, «Τι πρέπει να λείπει
για να μην εμφανιστούν τα γηρατειά κι ο θάνατος; Τι πρέπει να αποτραπεί, ώστε
να εξαλειφθούν τα γηρατειά κι ο θάνατος;» Έπειτα είδε πως, «Όταν δεν υπάρχει
γέννηση, τα γηρατειά κι ο θάνατος δεν προκύπτουν. Τα γηρατειά κι ο θάνατος
αποτρέπονται, όταν αποτρέπεται η γέννηση.»
Έπειτα ο Μποντισάτβα συλλογίστηκε, «Τι πρέπει να
λείπει ώστε να μην προκύψει γέννηση; Τι θα πρέπει να αποτραπεί ώστε να
εξαλειφθεί η γέννηση;» Τότε είδε πως, «Όταν δεν υπάρχει ύπαρξη, δεν προκύπτει
γέννηση. Η γέννηση εξαλείφεται, όταν αποτρέπεται η ύπαρξη.»
Τότε ο Μποντισάτβα αναρωτήθηκε, «Τι πρέπει να λείπει
ώστε να μην εκδηλωθεί τίποτα μέχρι τους σχηματισμούς; Τι πρέπει να αποτραπεί
ώστε να εξαλειφθούν οι σχηματισμοί;» Έπειτα είδε ότι, «Όταν δεν υπάρχει άγνοια,
δεν δημιουργούνται οι σχηματισμοί. Εμποδίζοντας την άγνοια, εμποδίζονται οι
σχηματισμοί. Αποτρέποντας τους σχηματισμούς, αποτρέπεται η συνείδηση κλπ μέχρι
και την αποτροπή της γέννησης, κι έτσι μπαίνει ένα τέλος στα γηρατειά και το
θάνατο, την αγωνία, τον θρήνο, τον πόνο, την απόγνωση και τα βάσανα. Αυτός
είναι ο τρόπος που μπαίνει ένα τέλος στον ογκώδη αυτό σωρό καθαρής αγωνίας.»
Από τον συλλογισμό και τον στοχασμό αυτών των
παραγόντων μοναχοί, που δεν είχαν ξανακουστεί ποτέ πριν, μέσα στον Μποντισάτβα
εμφανίστηκε σοφία, όραμα, γνώση, ευφυία, σύνεση και ενόραση κι ένα φως άρχισε
να λάμπει.
Τότε μοναχοί, κατάλαβα επακριβώς τις τέσσερις
αλήθειες. Κατανόησα πως: 1. η μόλυνση είναι δυστυχία, 2. την πηγή της μόλυνσης,
3. τον τρόπο με τον οποίο η μόλυνση παύει και 4. τον δρόμο που οδηγεί στην
παύση της μόλυνσης. Κατανόησα επακριβώς την μόλυνση
της επιθυμίας, την μόλυνση της λαχτάρας, τη μόλυνση της άγνοιας και τη μόλυνση
των πεποιθήσεων. Κατανόησα που ακριβώς παύουν αυτές οι μολύνσεις χωρίς να
αφήνουν καθόλου υπολείμματα, και που ακριβώς εξαφανίζονται και χάνονται χωρίς να
αφήνουν καθόλου υπολείμματα.
Κατανόησα επακριβώς την ταυτότητα της άγνοιας, την
προέλευση της άγνοιας, την παύση της άγνοιας και τον δρόμο που οδηγεί στην
παύση της. Κατανόησα που ακριβώς εξαφανίζεται και χάνεται όλη η άγνοια χωρίς
εξαίρεση. Ακόμα, κατανόησα επακριβώς την ταυτότητα των σχηματισμών, την
προέλευση των σχηματισμών, την παύση των σχηματισμών και τον δρόμο που οδηγεί
στην παύση τους. Κατανόησα επακριβώς την ταυτότητα της συνείδησης, της
προέλευσης της συνείδησης, την παύση της συνείδησης και τον δρόμο που οδηγεί
στην παύση της.
Κατανόησα επακριβώς την ταυτότητα του ονόματος και της μορφής, την προέλευση του ονόματος
και της μορφής, την παύση του ονόματος και της μορφής και τον
δρόμο που οδηγεί στην παύση τους. Κατανόησα επακριβώς την ταυτότητα των έξι
πεδίων των αισθήσεων, την προέλευση των έξι πεδίων των αισθήσεων, την παύση των
έξι πεδίων των αισθήσεων και τον δρόμο που οδηγεί στην παύση τους.
Κατανόησα επακριβώς την ταυτότητα της επαφής, την
προέλευση της επαφής, την παύση της επαφής και τον δρόμο που οδηγεί στην παύση
της. Κατανόησα επακριβώς την ταυτότητα της αίσθησης, την προέλευση της
αίσθησης, την παύση της αίσθησης και τον δρόμο που οδηγεί στην παύση της.
Κατανόησα επακριβώς την ταυτότητα της επιθυμίας, την προέλευση της επιθυμίας,
την παύση της επιθυμίας και τον δρόμο που οδηγεί στην παύση της.
Κατανόησα επακριβώς την ταυτότητα της προσκόλλησης,
την προέλευση της προσκόλλησης, την παύση της προσκόλλησης και τον δρόμο που
οδηγεί στην παύση της. Κατανόησα επακριβώς την ταυτότητα της ύπαρξης, την
προέλευση της ύπαρξης, την παύση της ύπαρξης και τον δρόμο που οδηγεί στην
παύση της. Κατανόησα επακριβώς την ταυτότητα της γέννησης, την προέλευση της
γέννησης, την παύση της γέννησης και τον δρόμο που οδηγεί στην παύση της.
Κατανόησα επακριβώς την ταυτότητα των γηρατειών, την
προέλευση των γηρατειών, την παύση των γηρατειών και τον δρόμο που οδηγεί στην
παύση τους. Κατανόησα επακριβώς την ταυτότητα του θανάτου, την προέλευση του
θανάτου, την παύση του θανάτου και τον δρόμο που οδηγεί στην παύση του.
Κατανόησα επακριβώς, τον τρόπο με τον οποίο αυτός ο ογκώδης σωρός καθαρής
δυστυχίας, με τις αγωνίες του, τους θρήνους, τον πόνο, την απόγνωση και τα
βάσανα, γεννιέται και πως παύει. Κατανόησα επακριβώς την ταυτότητα της
δυστυχίας, την προέλευση της δυστυχίας, την παύση της δυστυχίας και τον δρόμο
που οδηγεί στην παύση της.
Έτσι, μοναχοί, με βεβαιότητα, κατά την τελική φάση της
νύχτας, την αυγή, τη στιγμή ακριβώς που χτυπά το πρωινό τύμπανο, ο Μποντισάτβα
– το ον, το καλό ον, το ανώτατο ον, το σπουδαίο ον, ο βους μεταξύ των ανθρώπων, ο ελέφαντας μεταξύ των ανθρώπων, ο
λέοντας μεταξύ των ανθρώπων, ο ταύρος μεταξύ των ανθρώπων, ο ήρωας μεταξύ των
ανθρώπων, ο πρωταθλητής μεταξύ των ανθρώπων, η αυθεντία μεταξύ των ανθρώπων, ο
λωτός μεταξύ των ανθρώπων, ο λευκός λωτός μεταξύ των ανθρώπων, το υπέρτατο
υποζύγιο μεταξύ των ανθρώπων, ο ανυπέρβλητος αρματηλάτης μεταξύ των ανθρώπων –
έφτασε στην ανυπέρβλητη, τέλεια και ολοκληρωμένη φώτιση, πραγματώνοντας την
τρίπτυχη γνώση. Το έπραξε αυτό μέσω της γνώσης, που αποτελείται από την
μονοσήμαντη ανώτερη γνώση[58]
όλων των γνωστέων, όλων αυτών που μπορούν να κατανοηθούν, να επιτευχθούν και να
πραγματωθούν μέσω της σοφίας των ευγενών.
Έπειτα μοναχοί, οι θεοί είπαν, «Φίλοι, ας σκορπίσουμε
λουλούδια! Ο Ευλογημένος έφτασε στην τέλεια φώτιση!»
Τότε όμως, κάποιοι θεοί που είχαν δει κατά το παρελθόν
άλλους Βούδες, μαζεύτηκαν και είπαν στους άλλους, «Φίλοι, όλοι οι τέλειοι και
ολοκληρωμένοι Βούδες του παρελθόντος, δημιούργησαν και εμφάνισαν ένα σημάδι, γι
αυτό μην σκορπίσετε ακόμη τα λουλούδια, μέχρις ότου ο Ευλογημένος φανερώσει ένα
σημάδι.»
Ο Τατάγκατα μοναχοί, γνώριζε πως οι θεοί είχαν
αμφιβολίες, γι αυτό υψώθηκε στον ουρανό, στο ύψος επτά φοινικόδεντρων και καθώς
βρισκόταν εκεί, είπε με αγαλλίαση:
«Ο δρόμος έχει διακοπεί.
Οι ακαθαρσίες έχουν εξαλειφθεί.
Οι εκροές έχουν στεγνώσει και δεν ρέουν πια[59].
Το μονοπάτι τώρα τέλειωσε, δεν ταξιδεύω πια.
Αυτό ονομάζεται το τέλος της δυστυχίας.»
Τότε οι θεοί, σκόρπισαν ουράνια λουλούδια που
συσσωρεύτηκαν μέχρι τα γόνατα του Τατάγκατα.
Όταν ο Τατάγκατα μοναχοί, έφτασε στην πλήρη αφύπνιση
μ’ αυτόν τον τρόπο, διαλύθηκε ένα πυκνό σκοτάδι, η επιθυμία εξαγνίστηκε, οι
πεποιθήσεις εξαλείφθηκαν, οι μολύνσεις χτυπήθηκαν, το αγκάθι αφαιρέθηκε, ο
κόμπος λύθηκε, κατέβηκε η σημαία της υπερηφάνειας, η σημαία της αρετής
εγέρθηκε, οι κρυμμένοι σχηματισμοί ξεριζώθηκαν, η αληθινή φύση των φαινομένων
έγινε γνωστή, το απόλυτο έγινε
κατανοητό, η σφαίρα των φαινομένων κατανοήθηκε, η φύση των αισθανόμενων όντων
εξακριβώθηκε, εκείνα που προσανατολίστηκαν στην πραγματικότητα εγκρίθηκαν, όσα
προσανατολίστηκαν στο λάθος αποδοκιμάστηκαν, τα απροσδιόριστα όντα έγιναν
αποδεκτά, οι ικανότητες των αισθανόμενων όντων φανερώθηκαν σε όλη τους την
ποικιλία, κατανοήθηκε η συμπεριφορά των όντων, η θεραπεία των ασθενειών στα
όντα κατανοήθηκε και χρησιμοποιήθηκε το γιατρικό της αθανασίας. Έγινε ο
βασιλιάς των θεραπευτών, που θα ελευθέρωνε τα όντα από κάθε βάσανο και θα τα
εγκαθιστούσε στην ευδαιμονία της νιρβάνα. Κάθισε στον υπέροχο βασιλικό θρόνο
των Τατάγκατα, στην ουσία των Τατάγκατα. Ανακάλυψε τα μέσα για την ολοκληρωμένη
φώτιση και μπήκε στην πόλη της παντογνωσίας, όπου και αναμίχθηκε τέλεια με
όλους τους Βούδες και έγινε αδιαχώριστος από την κατανόηση της σφαίρας των
φαινομένων.
Ο Τατάγκατα μοναχοί, παράμεινε στη θέση της φώτισης
για τις πρώτες επτά μέρες, αναλογιζόμενος, «Έβαλα ένα τέλος εδώ, στα δεινά της
γέννησης, των γηρατειών και του θανάτου, που συμβαίνουν από αμνημονεύτων
χρόνων.»
Μοναχοί, πράγματι, τη στιγμή που ο Μποντισάτβα πέτυχε
την παντογνωσία, όλα τα όντα σε όλους τους κόσμους των δέκα κατευθύνσεων
ένοιωσαν έκσταση. Όλοι οι κόσμοι πλημμύρισαν με λαμπερό φως, ακόμη και οι
σκοτεινοί χώροι μεταξύ τους που ήταν γεμάτοι αρνητικότητα.
Όλοι οι κόσμοι των δέκα κατευθύνσεων κλονίστηκαν με
έξι τρόπους: σείστηκαν, κουνήθηκαν και ταλαντεύτηκαν, ταράχτηκαν, κλονίστηκαν
και πάλλονταν, δονήθηκαν, ανατρίχιασαν και τρέκλισαν, κουδούνισαν, τινάχτηκαν
και συνταράχτηκαν, έβγαλαν θορύβους, κρότους και αντήχησαν, βούιξαν, βροντήξαν
και βρυχήθηκαν.
Όλοι οι Βούδες συγχάρηκαν τον Τατάγκατα που έφτασε
στην τέλεια και ολοκληρωμένη φώτιση και του έκαναν λατρευτικά δώρα. Μ’ αυτά τα
λατρευτικά δώρα, αυτός ο τρισχιλιόκοσμος καλύφθηκε με μια πολύτιμη ομπρέλα κι
από εκείνη την πολύτιμη ομπρέλα εκπορεύτηκε ένα δίχτυ φωτεινών ακτίνων, που
φώτισε τους αναρίθμητους αμέτρητους κόσμους των δέκα κατευθύνσεων.
Στη συνέχεια οι Μποντισάτβα κι οι θεοί των δέκα
κατευθύνσεων, εξέφρασαν τη χαρά τους:
Μια αυθεντία μεταξύ των όντων, ένας λωτός στη λίμνη
της σοφίας, εμφανίστηκε.
Αμόλυντος από τις κοσμικές υποθέσεις,
θα κάνει να συσσωρευτεί ένα σύννεφο μεγάλης συμπόνιας,
που θα πλημμυρίσει όλη τη σφαίρα των φαινομένων.
Η απαλή βροχή του Ντάρμα, το γιατρικό των όντων,
θα κάνει να βλαστήσουν όλοι οι σπόροι των ριζών της
αρετής,
θα φέρει την ανάπτυξη στα βλαστάρια της πίστης,
και θα αποδώσει τους καρπούς της απελευθέρωσης.
Πάνω σ’ αυτό το θέμα, λέγεται:
Αφού νίκησε τον Μάρα και τις ορδές του, είναι πράγματι
το λιοντάρι μεταξύ των ανθρώπων.
Όταν αυτός ο δάσκαλος πραγμάτωσε την ευδαιμονία της
συγκέντρωσης
και πέτυχε την τρίπτυχη γνώση με τα μέσα των δέκα
δυνάμεων,
πολλές δεκάδες εκατομμύρια βουδικά πεδία στις δέκα
κατευθύνσεις, σείστηκαν.
Εκείνοι οι Μποντισάτβα που είχαν έρθει στο παρελθόν
επιθυμώντας το Ντάρμα,
υποκλίθηκαν στα πόδια του και είπαν, ‘Δεν είσαι
κουρασμένος;
Είδαμε πως κατατρόπωσες τον τρομακτικό αυτό στρατό
με τη δύναμη της ανώτερης γνώσης, της αρετής και του
ζήλου σου.’
Οι Βούδες από εκατό δις/μύρια πεδία μετέφεραν ομπρέλες
κι έλεγαν, ‘Άριστα Μεγάλο Ον! Κατατρόπωσες τις κακόβουλες
ορδές
και πέτυχες την ύψιστη κατάσταση, την αθανασία και
απαλλάχτηκες από την αγωνία.
Γρήγορα ρίξε τη βροχή του αληθινού Ντάρμα στους τρεις
κόσμους.’
Τα άριστα όντα των δέκα κατευθύνσεων άνοιξαν τα χέρια
τους
και είπαν με τη φωνή του κούκου,
‘Έτσι όπως εμείς πετύχαμε την αφύπνιση, έτσι κι εσύ
έφτασες στην πρωταρχική κατάσταση.
Είμαστε σαν το βούτυρο και το εξευγενισμένο βούτυρο.’
Οι θεές του πεδίου της επιθυμίας επίσης, αντιλήφθηκαν
πως ο Τατάγκατα στη θέση της φώτισης, πέτυχε την ύψιστη γνώση, εκπλήρωσε τον
σκοπό του και ήταν νικηφόρος στη μάχη. Είχε νικήσει τους δαιμονικούς
αντιπάλους, ύψωσε ομπρέλες, λάβαρα και σημαίες, έγινε ήρωας, ο υπέρτατος
νικητής, ο άνθρωπος, ο τρανός άνθρωπος, ο υπέρτατος θεραπευτής και αυτός που
αφαιρεί τα αγκάθια. Όπως ο λέοντας, ήταν ατρόμητος και χωρίς ανησυχία. Όπως ο
ελέφαντας, ήταν ευγενικός. Εφόσον εξάλειψε τις τρεις μολύνσεις, ήταν αμόλυντος.
Ήταν γνώστης, καθώς είχε πραγματώσει την τρίπτυχη γνώση. Είχε φτάσει στην άλλη
όχθη, αφού διέσχισε τους τέσσερις ποταμούς. Ήταν από βασιλική κάστα, αφού ύψωσε
την πολύτιμη μοναδική ομπρέλα, ήταν ιερέας των τριών κόσμων αφού είχε
εγκαταλείψει τις αρνητικές πράξεις, ήταν επαίτης[60]αφού
είχε σπάσει το κέλυφος της άγνοιας, ένας ασκητής αφού είχε ξεπεράσει τέλεια
κάθε προσκόλληση, ένας κύριος αφού είχε εξαλείψει τις μολύνσεις, ήταν ήρωας
αφού δεν άφησε να πέσει το λάβαρο, ήταν υπερδύναμος όντας προικισμένος με τις
δέκα δυνάμεις, ένα ορυχείο πολύτιμων πετραδιών αφού ήταν πλήρης με όλα τα
πετράδια του Ντάρμα.
Έτσι, γνωρίζοντας αυτά, οι θεές πλησίασαν τη θέση της
φώτισης και επαίνεσαν τον Τατάγκατα μ’ αυτούς τους στίχους:
Έχοντας νικήσει τις κακόβουλες ορδές
στον κορμό του βασιλιά των δέντρων
κάθεται ακλόνητος, σαν το όρος Μερού,
ατρόμητος και σιωπηλός.
Μέσω της εξάσκησης στην γενναιοδωρία, την πειθαρχία
και τη χαλιναγώγηση
για πολλές δεκάδες εκατομμύρια κάλπα,
πέτυχε την τέλεια υπέρτατη φώτιση
γι αυτό και λάμπει σήμερα εδώ.
Μέσω της εξάσκησης στην πειθαρχία, τους όρκους και τις
στερήσεις
για πολλές δεκάδες εκατομμύρια κάλπα,
αναζητώντας τη φώτιση,
ξεπέρασε τον Σάκρα και τον Μπράχμα.
Φορώντας την ισχυρή πανοπλία της υπομονής
για πολλές δεκάδες εκατομμύρια κάλπα,
αποδέχτηκε τη δυστυχία
γι αυτό και λάμπει σαν το χρυσό.
Μέσω της δύναμης και της έντασης της ανδρείας του
για πολλές δεκάδες εκατομμύρια κάλπα,
έδιωξε τους αντιπάλους του
κι έτσι κέρδισε τον στρατό του Μάρα.
Μέσω της συγκέντρωσής του, της ανώτερης γνώσης και της
σοφίας του,
που εφάρμοσε για πολλές δεκάδες εκατομμύρια κάλπα,
τίμησε τους καλύτερους σοφούς
και γι αυτό τώρα τιμάται κι αυτός.
Μέσω της ανώτερης γνώσης, της μάθησης και των
συσσωρεύσεων,
που ανάπτυξε για πολλές δεκάδες εκατομμύρια κάλπα,
ωφέλησε δεκάδες εκατομμύρια αισθανόμενα όντα
και γι αυτό πέτυχε τη φώτιση γρήγορα.
Θριάμβευσε πάνω στο δαίμονα των σκάντα
κι επίσης πάνω στον άρχοντα του θανάτου
και τον δαίμονα των μολύνσεων.
Επίσης έχει θριαμβεύσει πάνω στον δαίμονα των θεών
γι αυτό δεν έχει καμία αγωνία.
Αυτός ο θεός των θεών,
που τον τιμούν ακόμα κι οι θεοί,
αξίζει να τον τιμούν σε όλους τους τρεις κόσμους
ως το πεδίο όσων αναζητούν την αρετή.
Αποδίδει τον καρπό της αθανασίας.
Είναι το ύψιστο αντικείμενο σεβασμού.
Όταν του δίνεται μια δωρεά,
το αποτέλεσμα δεν τελειώνει ποτέ,
μέχρι την επίτευξη της υπέρτατης φώτισης.
Η τρίχα ανάμεσα στα φρύδια ακτινοβολεί φως,
φωτίζοντας πολλές δεκάδες εκατομμύρια τοποθεσίες.
Ξεπερνά ακόμα και το φως του ήλιου και της σελήνης.
Είναι το φως για όλα τα όντα.
Η μορφή του είναι όμορφη
μεγαλειώδης και με καλές αναλογίες.
Είναι πλήρης με τα άριστα χαρακτηριστικά και έτοιμος
να ωφελήσει,
είναι άξιος σεβασμού μέσα στους τρεις κόσμους.
Τα μάτια του είναι αμόλυντα,
αυθόρμητα βλέπουν
μυριάδες άψυχα και έμβια όντα,
τις τοποθεσίες και τα πλήθη των όντων.
Τα αυτιά του είναι αμόλυντα,
ακούν άπειρους ήχους,
ανθρώπων και θεών
και το Ντάρμα των Νικητών.
Η γλώσσα του είναι μακριά
κι έχει τόσο μελωδική φωνή, σαν του κούκου.
Ας τον ακούσουμε να μιλά για το Ντάρμα,
την αμβροσία που φέρνει την μεγαλύτερη γαλήνη.
Ακόμα κι αν αντικρύζει τον στρατό του Μάρα
ο νους του παραμένει ανενόχλητος.
Ακόμα κι αν βλέπει την ποικιλία των θεών,
ο συνετός του νους δεν εκστασιάζεται.
Δεν νίκησε τον στρατό του Μάρα
με μαχαίρια και βέλη.
Με την αλήθεια, την αυτοκυριαρχία και τον ασκητισμό
του
νίκησε τους φαύλους κακούργους.
Χωρίς να κουνηθεί από τη θέση του,
το σώμα του παρέμεινε αλώβητο.
Σε εκείνη την περίπτωση, δεν ήταν ούτε στοργικός
ούτε και θυμωμένος.
Εκείνοι οι θεοί και οι άνθρωποι
που ακούν το Ντάρμα από σένα
και προσπαθούν να το πραγματώσουν,
εξασφαλίζουν την ποθητή απόκτησή του.
Μέσα από την αρετή [που προκύπτει] καθώς σε επαινούμε,
εσένα Νικηφόρε, που είσαι γεμάτος με τη λαμπρότητα της
αρετής,
είθε να γίνουμε αμέσως σαν κι εσένα,
Φεγγάρι ανάμεσα στους ανθρώπους!
Μόλις ο Οδηγός, ο ταύρος ανάμεσα στους ανθρώπους,
έφτασε στη φώτιση,
εκατοντάδες δις/μύρια πεδίων σείστηκαν και ο Μάρα
καταχτήθηκε.
Έπειτα, στο ρυθμό του Μπράχμα και με τη μελωδία του
κούκου,
ο Οδηγός είπε για πρώτη φορά αυτούς τους στίχους:
Η αρετή, πλήρως ωριμασμένη, φέρνει ευτυχία και
εξαφανίζει όλα τα δεινά.
Οι ευχές του ατόμου που έχει αρετή, θα εκπληρωθούν.
Θα υπερισχύσουν του Μάρα, γρήγορα θα φτάσουν στη
φώτιση
και θα επιτύχουν τη νιρβάνα, την ατάραχη κατάσταση της
γαλήνης.
Πως λοιπόν να σταματήσει κανείς να συσσωρεύει αρετή;
Πως να κορεστεί με την ακρόαση του Ντάρμα, που είναι
σαν την αμβροσία;
Πως να χορτάσει κανείς τα ερημικά δάση;
Πως να σταματήσει να εργάζεται για το όφελος των
όντων;»
Απλώνοντας το χέρι του, είπε στους Μποντισάτβα:
‘Δώσατε τον σεβασμό σας, επομένως επιστρέψτε στον τόπο
σας.’
Όλοι τους υποκλίθηκαν στα πόδια του Τατάγκατα
και επέστρεψαν στα πεδία τους σε υπέροχες συστοιχίες.
Όταν είδαν τις τρομερές κακόβουλες ορδές να προχωρούν
και τον Τατάγκατα να παίζει μαζί τους
τα όντα, καθώς ένοιωσαν μια απαράμιλλη επιθυμία να
φτάσουν στη φώτιση, είπαν:
‘’Είθε να νικήσουμε τον Μάρα και τις ορδές του και να
φτάσουμε στην αθανασία.’’
Ακόμα κι όταν ο Τατάγκατα έφτασε στην τέλεια και
ολοκληρωμένη φώτιση, μοναχοί, καθισμένος στον θρόνο των λιονταριών κάτω απ’ το
δέντρο της φώτισης, την ίδια στιγμή, φανέρωσε τόσες αμέτρητες εκδηλώσεις της
αφυπνισμένης παιχνιδίζουσας δραστηριότητας του, που δεν είναι εύκολο να
αποκαλυφθούν, ούτε και σε ένα κάλπα.
Ως προς αυτό το θέμα, λέγεται:
Η γη έγινε τόσο ομαλή, όσο η παλάμη του χεριού.
Εμφανίστηκαν ολάνθιστοι εκατόφυλλοι λωτοί μέσα σε μια
πλημμύρα φωτός.
Εκατοντάδες χιλιάδες θεοί υποκλίθηκαν στη θέση της
φώτισης
και έγιναν μάρτυρες Εκείνου που Αναγγέλθηκε Πρώτος από
τον Βρυχηθμό ενός Λιονταριού
Εκατοντάδες δέντρα του τρισχιλιόκοσμου καθώς και τα
βουνά του
μαζί με το όρος Μερού, τον βασιλιά των βουνών,
υποκλίθηκαν στη θέση της φώτισης.
Πλησιάζοντας εκείνον με τις δέκα δυνάμεις, ο Μπράχμα
και ο Σάκρα έδειξαν τον σεβασμό τους.
Τέτοιο ήταν το παιχνίδισμα, του λιονταριού μεταξύ των
ανθρώπων, καθώς καθόταν στη θέση της φώτισης.
Εκατοντάδες χιλιάδες ακτίνες φωτός ακτινοβόλησαν από
το σώμα του,
διαπερνώντας τα τέλεια πεδία των Νικητών και
γαληνεύοντας τα τρία κατώτερα πεδία.
Με αυτό, οι δυστυχείς καταστάσεις εξαντλήθηκαν μέσα σ’
ένα κλάσμα στιγμής
κι η σκληρότητα, η υπερηφάνεια και το μίσος, έγιναν
ακίνδυνα για τα αισθανόμενα όντα.
Τέτοιο ήταν το παιχνίδισμα, του λιονταριού μεταξύ των
ανθρώπων, καθώς καθόταν στη θέση της φώτισης.
Η λαμπρή τρίχα στο μέτωπό του, ξεπέρασε κι αυτή τη
λάμψη του ήλιου,
του φεγγαριού, των πολύτιμων λίθων, της φωτιάς, του
κεραυνού και των θεών,
και την κορφή της κεφαλής του Δασκάλου, δεν μπορούσε
να δει κανένα ον.
Τέτοιο ήταν το παιχνίδισμα, του λιονταριού μεταξύ των
ανθρώπων, καθώς καθόταν στη θέση της φώτισης.
Όταν άγγιξε τη γη με την παλάμη του χεριού του,
σείστηκε με έξι τρόπους.
Αυτό συγκλόνισε τις ορδές του Μάρα, σαν να ήταν τούφες
από βαμβάκι.
Ο Μάρα κραδαίνοντας ένα βέλος, χάραξε εικόνες στη γη.
Τέτοιο ήταν το παιχνίδισμα, του λιονταριού μεταξύ των
ανθρώπων, καθώς καθόταν στη θέση της φώτισης.
Έτσι ολοκληρώνεται το 22ο Κεφάλαιο
- Η τέλεια και ολοκληρωμένη φώτιση
[1] utter absence
[2] Είναι η
πρώτη φορά που το κείμενο γυρίζει σε πρώτο πρόσωπο
[3] yama, το κατώτερο από τα
θεϊκά πεδία. Το χαρακτηρίζει η ελευθερία από τις δυσκολίες
[4] mendicant, ίσως υπονοεί τον
περιπλανώμενο γιόγκι
[5] priest, μέλος της κάστας των
ιερέων, βραχμάνος
[6] virasana-στάση γιόγκα
[7] planks, munja grass, asana
bark, darbha grass, valvaja grass
[9] om, vasat, svadha, svaha
[10]
kumbanda-grul bum, είναι μια τάξη όντων
νάνων στην ακολουθία του Φύλακα Βασιλιά του Νότου. Η ονομασία παίζει με τη λέξη
–αντα που σημαίνει αυγό και είναι
ευφημισμός για τους όρχεις. Έτσι απεικονίζονται συχνά να έχουν όρχεις μεγάλους
σαν δοχεία (από το κουμπα που
σημαίνει δοχείο). 84000
[11]
pisaca-sha za, σαρκοφάγος δαίμονας ή
ένας δαίμονας που μπορεί να καταλάβει το σώμα ενός ανθρώπου και να προκαλέσει
διάφορες ασθένειες ή παραφροσύνη. Συχνά απεικονίζονται με κόκκινα μάτια, σκούρο
δέρμα, όντα με εξόφθαλμα μάτια, αν και μπορούν να πάρουν διάφορες μορφές.
[12] άγιος
βασιλιάς http://sanskritdictionary.org/rajarsi
[13] དགྲ་བཅོམ་པ། άξιοι/άρχατ
[14] αρχαία πόλη
[15] rose apple tree-Syzygium jambos
[16] 'thab bral, Yama-το κατώτερο από τα ουράνια πεδία,
το χαρακτηρίζει η απαλλαγή από δυσκολίες
[17] Terminalia arjuna, φαρμακευτικό δέντρο που φυτρώνει σε
παραποτάμιες περιοχές στην Ινδία. Χρησιμοποιείται εκτενώς στην Αγιουβέρδα για
καρδιακές παθήσεις. http://tropical.theferns.info/viewtropical.php?id=Terminalia+arjuna
[18] ο όρος
έχει 21 ερμηνείες, μπορεί να είναι μούντρα, ή φυτό, ή είδος ναού ή βουνό https://www.wisdomlib.org/definition/vardhamana
[19] γύρω
στα 1.8 μέτρα
[20] Η
τοποθεσία όπου ο Σακυαμούνι Βούδας πραγμάτωσε τη φώτιση, εκεί όπου, όπως
λέγεται, αμέτρητοι άλλοι Βούδες έχουν πραγματώσει τη φώτιση. Αυτό το μέρος
βρίσκεται κάτω από το δέντρο μπόντι, στη σημερινή Μποντγκάγια στην Ινδία
[21] beryl-བེ་དུ་རྱ-be du rya- ο λίθος βηρύλλιο ποικιλίες του
οποίου είναι το ζαφείρι και η άκουαμαρίνα
https://en.wikipedia.org/wiki/Beryl
[22] cakravaka-είδος πάπιας ή χήνας https://www.wisdomlib.org/definition/cakravaka
[23] Το
μεγαλύτερο σύμπαν το οποίο αναφέρεται στην βουδιστική κοσμολογία και
αποτελείται από ένα δισ/μύριο μικρότερα κοσμικά συστήματα 84000
[24] five spiritual faculties: πίστη, ζήλος,
επαγρύπνηση, συγκέντρωση και σοφία https://www.accesstoinsight.org/lib/authors/conze/wheel065.html
[25] Οκτώ
κοσμικά ντάρμα: ελπίδα για ευτυχία, φήμη, έπαινο και κέρδος και φόβος για
δυστυχία, ασημαντότητα, ψόγο και απώλεια.
[26]
Δήλωση ή ξόρκι που προορίζεται να προστατεύει ή να επιφέρει κάποιο συγκεκριμένο
αποτέλεσμα. Αναφέρεται επίσης στις εξαιρετικές δεξιότητες ως προς την
απομνημόνευση των διδασκαλιών. 84000
[27]
λεύγα/γιοτζάνα (yojana)-ισούται
με 4.452 μέτρα (όμως διαφέρει από χώρα σε χώρα) http://www.teicrete.gr/users/kutrulis/monades/GR_Units/GR_Units_lamda.htm
[28]
aksana-χωρίς
ευκαιρίες-η επαναγέννηση στις κολάσεις, στο βασίλειο των ζώων, των πεινασμένων
φαντασμάτων, σε παραμεθόριες περιοχές, στα πεδία των θεών της μακροζωίας, με
ατελείς ικανότητες, με λανθασμένες θεωρήσεις και η επαναγέννηση σε εποχή χωρίς
Βούδα. Namo Buddha Glossary
[29] φθόνος-η δυσαρέσκεια και
η λύπη για τα αγαθά ή την ευτυχία των άλλων
Βικιλεξικό
[30] το συναίσθημα που νιώθει κάποιος, όταν επιθυμεί να αποκτήσει τα
αντικείμενα ή τα χαρίσματα ή τις κοινωνικές συναναστροφές ενός άλλου προσώπου
και το ανταγωνίζεται, θεωρώντας ότι τα αντίστοιχα δικά του είναι υποδεέστερα. Επίσης η
επιθυμία για αποκλειστικότητα ενός προσώπου ή ο φόβος της απώλειάς του. Βικιλεξικό
[31] Krakucchanda-σύμφωνα με την
μαχαγιάνα είναι ο πρώτος Βούδας αυτού του τυχερού κάλπα, όπου θα εμφανιστούν
1002 Βούδες. Ο Κανακαμούνι (Kanakamuni)
είναι ο 2ος
[32] Apsaras-tsa sha-ཙ་ཤ།-μερικές
φορές μεταφράζεται ως 'θεές'. Ουράνιες νύμφες, χορεύτριες
[33] worthy one, dgra
bcom pa, དགྲ་བཅོམ་པ། άρχατ
[34] aloeswood -gum benjamin - Η Βενζόη (Benzoin) ή
Μοσχολίβανο, επιστημονική ονομασία Styrax Benzoin είναι δέντρο της οικογένειας
των Στυρακωδών, αυτοφυές στο Λάος, την Ταϊλάνδη και στο Β. Βιετνάμ, το οποίο
φτάνει σε ύψος μέχρι τα 35 μέτρα. Το ρετσίνι του είναι κίτρινο - καφέ και
συλλέγεται από τους ιθαγενείς για τις αντισηπτικές, επουλωτικές και
αποχρεμπτικές του ιδιότητες.
[35] εξελληνισμένη
ονομασία τού δενδρώδους είδους Aquilaria agallocha, τού γένους Ακουιλαρία τής
οικογένειας των Θυμελαιιδών ή agarwood. Όταν το δέντρο
προσβληθεί από ένα είδος μούχλας, παράγει ένα σκούρο αρωματικό ρετσίνι για να
την καταπολεμήσει https://en.wikipedia.org/wiki/Agarwood
[36] τρεις
πόρτες της απελευθέρωσης: Τα φαινόμενα δεν έχουν κάποια εγγενή ύπαρξη, δεν είναι έτσι όπως
εμφανίζονται και δεν έχουν κάποιο εγγενή σκοπό The
Flower Ornament Scripture
[37] είδος
μανόλιας
[38] τα
τέσσερα απεριόριστα
[39]
ροδάκινο
[40] Phut phut, picut, phulu phulu!
[41]
guhyakas-πιθανόν τάξη ημιθέων https://www.wisdomlib.org/definition/guhyaka
[42] Namuci-στον Βουδισμό είναι
επίθετο του Μάρα wikipedia
[43] Οι
πρώτοι τρεις στίχοι αυτής της στροφής, λείπουν στο σανσκριτικό κείμενο
[44] υδρόβιο
πτηνό
[45] Ο Rāhu
είναι ένα από τα εννέα μεγάλα αστρονομικά σώματα (navagraha) στα ινδουιστικά
κείμενα. Σε αντίθεση με τα περισσότερα από τα άλλα, ο Ραχού είναι μια σκιώδης
οντότητα, που προκαλεί εκλείψεις και είναι ο βασιλιάς των μετεωριτών. Ο Ραχού
αντιπροσωπεύει την άνοδο του φεγγαριού στην προηγούμενη τροχιά του γύρω από τη
γη. wikipedia
[46] Έχουν
προηγουμένως αναφερθεί 32
[47] Pterospermum acerifolium or karnikara tree, όλα τα μέρη του δέντρου έχουν
φαρμακευτικές και άλλες πρακτικές χρησιμότητες
wikipedia
[48] Magnolia champaca Ανήκει στη οικογένεια μανόλιας, με
όμορφα λουλούδια που χρησιμοποιούνται για προσφορές, διακόσμηση και άρωμα.
[49] Uruṇḍa
[50] an agent and not an agent
[51] Κυνόδους ο δάκτυλος ή αγριάδα
[52] aloewood or agarwood/ Aquilaria malaccensis Lam.
[53] Tagara
in Ayurveda glossary, είδος βαλεριάνας
[54] dran pa- Μια από τις σπουδαιότερες
εκπαιδεύσεις των ασκούμενων στο Βουδισμό, που παραδοσιακά διδάσκεται στις
διδασκαλίες για τις τέσσερις εφαρμογές της επαγρύπνησης
[55] jnana/ye shes
[56]
Αίσθηση-ευχάριστη, δυσάρεστη και ουδέτερη
[57] πεδία
των αισθήσεων-αγιάτανα-Στον Βουδισμό, ένας τρόπος περιγραφής της εμπειρίας (ή
της ύπαρξης) είναι τα δώδεκα πεδία των αισθήσεων (μάτι και μορφή, αυτί και
ήχος, μύτη και μυρωδιά, γλώσσα και γεύση, σώμα και αφή, νους και νοητικά
αντικείμενα).
[58] insight- shes rab ཤེས་རབ། prajñā η
κατανόηση της αληθινής φύσης των φαινομένων, που είναι η κενότητα. Η έκτη παραμίτα.
[59] Οι μολύνσεις ή πιο κυριολεκτικά οι εκροές (θιβ. zag pa)
είναι, όπως το διατύπωσε ο Βούδας, τα τέσσερα ρεύματα που
καθορίζουν τον κύκλο της ύπαρξης: η επιθυμία, η άγνοια, η προσκόλληση σε
απόψεις και η [δίψα για] ύπαρξη. Η λέξη εκροή εκφράζει εδώ την
εκροή της συνείδησης που υποκινείται από τα τέσσερα αυτά ρεύματα προς τα
αντικείμενα της προσκόλλησης. Η συνείδηση εμπλέκεται έτσι στη δυαδική προβολή
και χάνει τη διαύγεια και τη δύναμη της πρωταρχικής σοφίας. Αυτό έχει ως
συνέπεια ο νους να θολώνει ή να μολύνεται, και αυτό οδηγεί σε αντίστοιχα
μολυσμένες νοητικές, λεκτικές ή σωματικές δραστηριότητες. Αυτές μπορεί να είναι
μη ενάρετες αλλά και ενάρετες. Όλες οι πράξεις που επηρεάζονται από αυτές
τις εκροές ή μολύνσεις αποτελούν τον
μηχανισμό για περαιτέρω επαναγεννήσεις στον κύκλο της Σαμσάρα. Εκείνος που
βρίσκει τον δρόμο προς τη βαθιά διαλογιστική συγκέντρωση που είναι απαλλαγμένη
από τέτοιες εκροές, δηλαδή είναι χωρίς δυαδικές προβολές, αυτός απελευθερώνεται
από τον βασανιστικό κύκλο των επαναγεννήσεων. Γκαμπόπα
[60] mendicant-ασκούμενοι που
έχουν απαρνηθεί τα κοσμικά αγαθά
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου