Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

 Το Πλήρες Παιγνίδισμα (Lalitavistara): 21o Κεφάλαιο-Καθυπόταξη του Μάρα

Όλοι οι άλλοι Μποντισάτβα εκδήλωσαν αυτές τις εμφανίσεις, μοναχοί, για να τιμήσουν τον Μποντισάτβα στη θέση της φώτισης. Ωστόσο ίδιος ο Μποντισάτβα, έκανε να γίνουν ορατές εκεί, όλες τις εκδηλώσεις που κόσμησαν τη θέση της φώτισης των Βούδα του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, όλων των βουδικών πεδίων των δέκα κατευθύνσεων.

Καθώς τώρα ο Μποντισάτβα καθόταν στη θέση της φώτισης, σκέφτηκε, «Ο Μάρα είναι ο ανώτατος άρχοντας που κυριαρχεί στο πεδίο της επιθυμίας, ο πιο ισχυρός και αρνητικός δαίμονας. [F.147.b] Χωρίς τη γνώση του, δεν υπάρχει τρόπος να επιτύχω την ανυπέρβλητη ολοκληρωμένη φώτιση. Γι αυτό θα εγείρω αυτόν τον αρνητικό Μάρα. Κι αφού κατακτήσω αυτόν, όλοι οι θεοί του πεδίου της επιθυμίας θα είναι υπό έλεγχο. Επιπλέον, υπάρχουν κάποιοι θεοί στην ακολουθία του Μάρα που στο παρελθόν δημιούργησαν κάποια βασική καλοσύνη. Όταν με δουν σαν το λιοντάρι, θα κατευθύνουν το νου τους προς την ανυπέρβλητη ολοκληρωμένη φώτιση.

Τη στιγμή που ο Μποντισάτβα έκανε αυτή τη σκέψη μοναχοί, ένα φως εκπορεύτηκε από την τρίχα ανάμεσα στα φρύδια του, το λεγόμενο φως που κατακτά όλες τις δαιμονικές συναθροίσεις. Το φως αυτό, φώτισε όλες τις δαιμονικές κατοικίες ολόκληρου του μεγάλου τρις χιλιόκοσμου, που συγκρινόμενες ήταν σκοτεινές και τις έκανε να σειστούν. Στην πραγματικότητα ολόκληρος ο μεγάλος τρις χιλιόκοσμος, λούστηκε σ’ ένα απέραντο φως.

Απ’ αυτό το φως μια φωνή κάλεσε τον δαιμονικό Μάρα:

«Εδώ υπάρχει ένα καθαρό ον που ενήργησε θετικά για πολλά κάλπα.

Ως γιος του Σουντοντάνα, εγκατέλειψε το βασίλειό του.

Εμφανίστηκε ως ευεργέτης που αναζητά την αθανασία.

Έχει φτάσει στο δέντρο μπόντι, οπότε τώρα πρέπει να κάνεις μια προσπάθεια!

 

«Έχοντας ο ίδιος διασχίσει, κάνει τους άλλους να διασχίσουν.

Έχοντας ο ίδιος ελευθερωθεί, απελευθερώνει και τους άλλους.

Έχοντας ο ίδιος ανακουφιστεί, ανακουφίζει τους άλλους.

Έχοντας περάσει πέρα από τα βάσανα, θα κάνει τους άλλους να ξεπεράσουν τα βάσανα.

 

«Θα αδειάσει τελείως τα τρία κατώτερα πεδία

Και θα γεμίσει την πόλη των θεών και των ανθρώπων.

Αυτός, ο Ευεργέτης, θα επιτύχει την αθανασία

και θα απονείμει τις απορροφήσεις, την ανώτερη γνώση, την αθανασία και την ευτυχία.

 

«Θα αδειάσει την πόλη σου, δαιμονικέ συγγενή.

Με τον στρατό σου ανίσχυρο, θα βρεθείς χωρίς στρατό και συμμάχους.

Όταν ο Αυτοπροβαλλόμενος από τη φύση του, ρίξει τη βροχή του Ντάρμα,

Δεν θα ξέρεις ούτε τι να κάνεις ούτε που να πας.»

 

Ο δαιμονικός Μάρα μοναχοί, εγέρθη απ’ αυτούς τους στίχους και ονειρεύτηκε όνειρο με τριανταδύο οιωνούς.  [F.148.a] Ποιοι είναι αυτοί; Είναι οι ακόλουθοι:

 

1.       Είδε την κατοικία του να γεμίζει σκοτάδι

2.       Η κατοικία του ήταν γεμάτη σκόνη και τραχιά από τα διάσπαρτα χαλίκια

3.       Τρομαγμένος, με φόβο και τρόμο έφυγε προς τις δέκα κατευθύνσεις

4.       Έχασε το διάδημά του και του έπεσαν τα σκουλαρίκια του

5.       Τα χείλια, ο λαιμός και το στόμα του ξεράθηκαν

6.       Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά

7.       Τα φύλλα, τα άνθη και τα φρούτα στα πάρκα του μαράθηκαν

8.       Οι λιμνούλες λωτών άδειασαν και στέγνωσαν

9.       Τα πουλιά, όπως οι κύκνοι, οι πελαργοί, τα παγώνια, οι κούκοι, τα κουνάλα, οι δικέφαλοι φασιανοί κλπ είχαν σπασμένα φτερά

10.   Όλα τα μουσικά όργανα, όπως τα τύμπανα, τα κοχύλια, πήλινα τύμπανα, τύμπανα χεριού, κρουστά, λαούτα, άρπες, κύμβαλα και ντέφια-έσπασαν, έγιναν κομμάτια, θραύσματα κι έπεσαν στο έδαφος

11.   Η αγαπημένη του οικογένεια κι η ακολουθία του με το κεφάλι τους κατεβασμένο τον εγκατέλειψαν, ενώ εκείνος στεκόταν στο πλάι συλλογισμένος

12.   Η βασίλισσα του Μαρίνι, έπεσε από το κρεββάτι της στο έδαφος και χτυπούσε το κεφάλι της με τις γροθιές της

13.   Οι πιο επιμελείς, ισχυροί, ένδοξοι κι ευφυείς από τους γιους του, υποκλίθηκαν στον Μποντισάτβα που καθόταν στην εξαιρετικά ιερή θέση της φώτισης

14.   Οι κόρες του έκλαιγαν και φώναζαν, "Ω πατέρα, όχι, όχι!" [302]

15.   Φορούσε λερωμένα ρούχα

16.   Το κεφάλι του ήταν καλυμμένο  με σκόνη και το πρόσωπό του ήταν άχρωμο και χλωμό, σαν να μην είχε καθόλου ζωτική δύναμη

17.   Το παλάτι του με τους διαδρόμους, τους φεγγίτες και τις στοές, καλύφθηκε από σκόνη και κατέρρευσε [F.148.b]

18.   Όλοι οι στρατηγοί του από τα πεδία των γιάκσα, των ράκσασα, των κουμπάντα και των γκαντάρβα, έφυγαν με τα χέρια στο κεφάλι τους, κλαίγοντας και θρηνώντας

19.   Ο δαιμονικός Μάρα είδε όλους τους θεϊκούς αντιβασιλείς-Ντρταράστρα, Βιρουντάκα, Βιρουπάκσα, Βαϊσραβάνα, Σάκρα, Σουγιάμα, Σαντουσίτα, Σουνιρμαναράτι, Βασαβαρτίν κλπ- μεταξύ των θεών του πεδίου της επιθυμίας, να ακούνε ένθερμα τον Μποντισάτβα, έχοντας το πρόσωπό τους στραμμένο προς αυτόν

20.   Καταμεσής της μάχης, το σπαθί του δεν μπορούσε να τραβηχτεί απ' το θηκάρι του κι ο ίδιος ήταν αδιάθετος και θρηνούσε

21.   Η ακολουθία του τον εγκατέλειψε

22.   Τα βάζα του που ήταν γεμάτα με ευνοϊκά αντικείμενα, έπεσαν σε μια τρύπα

23.   Ο ιερέας Ναράντα, είπε μια κατάρα

24.   Ο φύλακας των πυλών Αναντίτα, φώναζε απελπισμένα

25.   Ο θόλος του ουρανού, σκοτείνιασε

26.   Η θεά Σρι που ζει στο πεδίο της επιθυμίας, ξέσπασε σε κλάματα

27.   Οι ικανότητες του δεν αποδίδαν

28.   Έχασε τους συμμάχους του

29.   Τα πλέγματα με τα πετράδια  και τα μαργαριτάρια 'σιώπησαν', διαλύθηκαν, σκίστηκαν κι έπεσαν

30.   Ολόκληρη η κατοικία του ταλαντεύτηκε

31.   Τα δέντρα κι οι πύργοι των κτηρίων, ράγισαν κι έπεσαν

32.   Ολόκληρος ο στρατός του Μάρα, νικήθηκε σε μια αναμέτρηση

 

Αυτοί ήταν μοναχοί, οι τριανταδύο οιωνοί που είδε στο όνειρό του ο δαιμονικός Μάρα.

Όταν ξύπνησε από αυτό το όνειρο, ήταν τόσο τρομοκρατημένος, που μάζεψε όλα τα μέλη της οικογένειάς του. Όταν διαπίστωσε ότι είχαν συγκεντρωθεί μαζί με τις στρατιές του, την ακολουθία του, τους στρατηγούς του και φύλακες των πυλών του, τους μίλησε μ' αυτούς τους στίχους:

 

Όταν ο Μάρα είδε αυτούς τους οιωνούς, ανησύχησε.

Κάλεσε τον δαίμονα αρχηγό Σιμχαχάνου 

μαζί με τα παιδιά και την ακολουθία του.

Ο δαιμονικός συγγενής συζήτησε μετά με όλους αυτούς:  [F.149.a]

 

"Σήμερα από τον ουρανό, ακούστηκαν αυτοί οι στίχοι:

'Μεταξύ των Σάκυα γεννήθηκε ένα ον που κοσμείται με τα τέλεια σημάδια.

Αφού ασκήθηκε με στερήσεις για έξι χρόνια, τώρα έφτασε στο δέντρο μπόντι.'

Πρέπει να προσπαθήσετε πολύ!

 

"Αν ο Μποντισάτβα φωτιστεί,

θα αφυπνίσει μόνος του δισ/μύρια όντα.

Όταν αποκτήσει την αθανασία και φτάσει στην γαλήνια κατάσταση,

θα αδειάσει όλα τα πεδία μας.

 

Ελάτε! Ας προχωρήσουμε μ' έναν μεγάλο στρατό

για να καταστρέψουμε αυτόν τον μοναχό και τον βασιλιά των δέντρων.

Γρήγορα, επιστρατεύστε τα τέσσερα τμήματα του στρατού!

Αν θέλετε να με ευχαριστήσετε, μην καθυστερείτε.

 

Αν και ο κόσμος μπορεί να είναι γεμάτος με άξιους και μοναχικούς βούδες,

η δύναμή μου δεν θα βλαφτεί, όταν εκείνοι περάσουν πέρα από τον πόνο.

Ωστόσο, αν αυτός μονάχα γίνει Νικηφόρος και βασιλιάς του Ντάρμα,

δεν θα επιτρέψει να σπάσει η διαδοχή των αναρίθμητων Νικητών."

 

Εκείνη τη στιγμή μοναχοί, ο γιος του δαιμονικού Μάρα, Σαρθαβάχα, απευθύνθηκε στον πατέρα του με αυτά τα λόγια:

 

"Γιατί πατέρα το πρόσωπό σου είναι τόσο λυπημένο και χλωμό;

Η καρδιά σου χτυπά βαριά και τα άκρα σου τρέμουν.

Έλα τώρα, πες μου, τι άκουσες και τι είδες;

Ας δούμε την αλήθεια κι ας φτιάξουμε ένα σχέδιο."

 

Με την περηφάνια του άφαντη, ο Μάρα είπε:

 

"Γιε μου, άκουσέ με. Είχα ένα άσχημο, πολύ τρομακτικό όνειρο

Αν έλεγα τα πάντα μπροστά σ' αυτό το ακροατήριο τώρα,

θα λιποθυμούσατε και θα πέφτατε κάτω."

 

Ο Σαρθαβάχα είπε:

 

"Όταν έρθει η ώρα της μάχης, η νίκη δεν έχει κακό επακόλουθο.

Γι αυτόν όμως που σκοτώνεται, υπάρχει ζημιά.

Αν το όνειρό σου, μεταφέρει ένα τέτοιο προμήνυμα,

τότε, καλύτερα να εγκαταλείψουμε και να μην πολεμήσουμε, κάτι που θα προκαλούσε ταπείνωση."

 

Ο Μάρα απάντησε:

 

"Αυτός που είναι αποφασισμένος θα κερδίσει τη μάχη.

Αν στηριχτούμε στη σταθερότητα και στη σωστή δράση, θα νικήσουμε.

Όταν με δει μαζί με την ακολουθία μου,

δεν θα μπορεί να κάνει κάτι άλλο, από το να σηκωθεί και να υποκλιθεί στα πόδια μου."

 

Ο Σαρθαβάχα είπε: [F.149.b]

 

"Μπορεί ένας στρατός να είναι τεράστιος, αν όμως είναι αδύναμος,

ένας και μόνο ισχυρός ήρωας, μπορεί να κερδίσει την μάχη.

Ακόμα κι αν όλο το σύμπαν γέμιζε με πυγολαμπίδες,

θα μπορούσαν να καταστραφούν και να εκλείψουν από έναν ήλιο.

 

"Επιπλέον:

Εκείνος που είναι περήφανος και αδαής, δεν έχει μεγάλη οξύνοια.

Αν αντιπαρατεθεί μ' ένα έξυπνο άτομο, δεν θα είναι σε θέση να σκεφτεί αποτελεσματικά."

 

Ο δαιμόνιος Μάρα, μοναχοί, δεν έδωσε προσοχή στην προειδοποίηση του Σαρθαβάχα, παρά συγκέντρωσε και τα τέσσερα τμήματα του μεγάλου κι ισχυρού στρατού του. Ήταν ένας τρομακτικός στρατός και τόσο γενναίος στη μάχη, που θα έκανε τα μαλλιά των αντιπάλων να σηκωθούν. Ποτέ πριν δεν είχε εμφανιστεί ένας τέτοιος στρατός, ούτε είχε ακουστεί ποτέ, στα πεδία ανθρώπων και θεών. Οι στρατιώτες μπορούσαν να μεταμορφώσουν το πρόσωπό του με τρις/μύρια τρόπους. Στα χέρια και τα πόδια τους γλιστρούσαν εκατοντάδες χιλιάδες φίδια και στα χέρια τους κράδαιναν ξίφη, τόξα, βέλη, βελάκια, λόγχες, τσεκούρια, τρίαινες, ρόπαλα, σκήπτρα, στειλιάρια, λάσο, ραβδιά, δίσκοι, βάτζρα και δόρατα. Το σώμα τους ήταν καλυμμένο με έξοχες πανοπλίες και θώρακες.

Μερικοί είχαν το κεφάλι, τα χέρια ή τα πόδια τους στραμμένα προς τα πίσω ή τα μάτια τους στραμμένα προς τα πίσω. Το κεφάλι, το πρόσωπο και τα μάτια τους φλέγονταν. Η κοιλιά, τα χέρια και πόδια τους ήταν παραμορφωμένα και το πρόσωπο τους ξεχείλιζε από ορμητική ένταση. Το στόμα τους έκανε συσπάσεις και προεξείχαν άσχημοι κυνόδοντες, η παχιά και μεγάλη γλώσσα τους, ήταν τραχιά σαν το λαιμό της χελώνας ή ένα ψάθινο χαλί και κρεμόταν από το στόμα τους.

Όπως τα μάτια ενός μαύρου φιδιού που κοκκινίζουν απ' το δηλητήριο, τα μάτια τους ήταν κόκκινα σαν τη φωτιά. Μερικοί απ' αυτούς ξερνούσαν δηλητηριώδη φίδια, ενώ άλλοι, όπως τα γκαρούντα που πετάγονται απ' τον ωκεανό, έπιαναν αυτά τα φίδια και τα έτρωγαν. Κάποιοι έτρωγαν ανθρώπινες σάρκες κι έπιναν αίμα, μάσαγαν ανθρώπινα χέρια, πόδια, κεφάλια και συκώτια, ρουφούσαν εντόσθια, κόπρανα και εμετούς. Τα τρομακτικά τους σώματα είχαν πολλά χρώματα, καφέ, κόκκινο, μαύρο και αστραφτερό κίτρινο.

Κάποιοι είχαν άσχημα τρύπια μάτια, όπως τα πηγάδια. Σε άλλους τα μάτια τους πετάγονταν έξω, σε άλλους φλέγονταν ή ήταν παραμορφωμένα. [F.150.a] Μερικοί είχαν απαίσια μάτια που στριφογύριζαν και φλέγονταν. Κάποιοι μετέφεραν φλεγόμενα βουνά στα χέρια τους ενώ πηδούσαν πάνω σε άλλα βουνά, σαν σε άλογα. Άλλοι έτρεχαν προς τον Μποντισάτβα, μεταφέροντας δέντρα που είχαν ξεριζωθεί.

Κάποιων τα αυτιά ήταν σαν της κατσίκας, του δαίμονα, του ελέφαντα ή του χοίρου, σε άλλους τα αυτιά τους κρέμονταν, άλλοι δεν είχαν καθόλου αυτιά. Μερικοί είχαν πρησμένες κοιλιές και αδύναμα σώματα, με τα κόκκαλα να προεξέχουν. Είχαν σπασμένες μύτες, κοιλιές σαν βαρέλια και πόδια στρογγυλά, σαν μπάλες. Το δέρμα, η σάρκα και το αίμα τους είχαν στεγνώσει και είχαν κομμένα αυτιά, μύτες, χέρια, πόδια, μάτια και κεφάλια.

Μερικοί διψούσαν τόσο πολύ για αίμα, που έκοβαν το κεφάλι του άλλου. Έβγαζαν θυμωμένους, άσχημους και τρομακτικούς ήχους 'Πουτ, πουτ, πικουτ, πουλου, πουλου[1].' Άλλοι έλεγαν, ''Ας τον ξεφορτωθούμε! Πιάστε τον επαίτη Γκοτάμα μαζί με το δέντρο του! Ας σιγουρευτούμε ότι τον πιάσαμε, τον χαράξαμε, τον τεμαχίσαμε, τον δέσαμε, τον βασανίσαμε, τον κόψαμε κομμάτια, τον ξεφορτωθήκαμε και καταστράφηκε!''

Ήταν παραμορφωμένοι και προκαλούσαν τρόμο με τα απαίσια πρόσωπά τους σαν αλεπούδες, τσακάλια, χοίρους, γαϊδούρια, βόδια, ελέφαντες, άλογα, καμήλες, άγρια γαϊδούρια, βουβάλια, κουνέλια, γιακ, ρινόκερους και οκτάποδα λιοντάρια. Μερικοί είχαν σώμα ζώου, όπως τα λιοντάρια, οι τίγρεις, τα αγριογούρουνα, οι αρκούδες, οι μαϊμούδες, οι ελέφαντες, οι γάτες, οι κατσίκες, τα πρόβατα, τα φίδια, οι μαγκούστες, τα ψάρια, οι κροκόδειλοι, οι αλιγάτορες, οι χελώνες, τα κοράκια, οι γύπες, οι κουκουβάγιες και τα γκαρούντα.

Κάποιοι είχαν παραμορφωμένες μορφές. Κάποιοι είχαν μόνο ένα κεφάλι [F.150.b] άλλοι όμως είχαν δύο ή και περισσότερα, μερικοί είχαν ακόμη και εκατό χιλιάδες. Κάποιοι δεν είχαν καθόλου κεφάλι. Μερικοί είχαν μόνο ένα χέρι ενώ άλλοι είχαν ως και εκατό χιλιάδες. Άλλοι δεν είχαν όπλα. Μερικοί είχαν μόνο ένα πόδι ενώ άλλοι είχαν έως και εκατό χιλιάδες. Άλλοι δεν είχαν καθόλου πόδια. Σε μερικούς έβγαιναν δηλητηριώδη φίδια από τα σωματικά τους ανοίγματα, από τα αυτιά, το στόμα, τη μύτη, τα μάτια και τον αφαλό. Καθώς χόρευαν γύρω απ' τον Μποντισάτβα, τον απειλούσαν και κράδαιναν τα πολλά όπλα τους, όπως σπαθιά, τόξα, βέλη, βελάκια, τρίαινες, τσεκούρια, δίσκους, δόρατα, λόγχες, βάτζρα, ακόντια και άλλα αιχμηρά όπλα.

Μερικοί απ' αυτούς φορούσαν γιρλάντες από ανθρώπινα δάκτυλα που είχαν κόψει και κολλήσει μαζί. Άλλοι φορούσαν στο κεφάλι τους οστά, χέρια και κρανία, τα οποία είχαν περάσει σε γιρλάντες, και μερικοί είχαν το σώμα τους καλυμμένο με δηλητηριώδη φίδια. Κάποιοι ίππευαν ελέφαντες, άλογα, καμήλες, γαϊδούρια και βουβάλια κρατώντας κρανία. Μερικοί είχαν το κεφάλι στραμμένο προς τα κάτω και τα πόδια προς τα πάνω. Σε μερικούς τα μαλλιά ήταν σαν βελόνες στο κεφάλι τους. Σε άλλους έμοιαζαν με το τρίχωμα γαϊδουριού, κάπρου, μαγκούστας, κατσίκας, προβάτου, γάτας, μαϊμούς, λύκου ή τσακαλιού.

Ξέρναγαν δηλητηριώδη φίδια, έφτυναν κομμάτια σιδήρου, ξέρναγαν φωτιά και βροχή φλεγόμενου σιδήρου και χαλκού. Έστειλαν βροχές με βροντές, απελευθέρωσαν αστραπές και κεραυνούς, προκάλεσαν βροχή από καυτή σιδερένια άμμο, συγκέντρωσαν μαύρα σύννεφα και έκαναν καταιγίδες. Έστειλαν βροχές από βέλη, φέρνοντας το σκοτάδι και δημιουργώντας συριστικούς ήχους καθώς κατευθύνονταν προς τον Μποντισάτβα.

Μερικοί από τους στρατιώτες κούναγαν το λάσο τους, άλλοι κατέστρεφαν μεγάλα βουνά, ανάδευαν τους απέραντους ωκεανούς, πήδαγαν πάνω από ψηλά βουνά και συγκλόνιζαν το Μέρου, τον βασιλιά των βουνών. Μ' αυτούς τους τρόπους κατέφθαναν τρέχοντας, πετώντας τα άκρα τους στον αέρα και κουνώντας το σώμα τους. [F.151.a] Ξέσπαγαν σε δυνατά γέλια, χτυπούσαν τα στήθη τους και έλυναν τα μαλλιά τους. Τα πρόσωπά τους ήταν κίτρινα, το σώμα τους μπλε, τα κεφάλια τους φλεγόμενα με τα μαλλιά να στρέφονται προς τα πάνω. Έτρεχαν σαν τρελοί κι ορμούσαν εδώ κι εκεί με μάτια σαν της αλεπούς, προσπαθώντας να φοβίσουν τον Μποντισάτβα.

Κάποιες ηλικιωμένες γυναίκες πλησίασαν τον Μποντισάτβα φωνάζοντας, "Όχι γιέ μου, όχι. Σήκω και φύγε γρήγορα!" Εμφανίστηκαν τρομακτικές μορφές δαιμονισσών, σαρκοφάγων και πεινασμένων πνευμάτων-μονόφθαλμες, κουτσαίνοντας πεινασμένες-έτρεξαν προς τον Μποντισάτβα με τεντωμένα τα χέρια, με παραμορφωμένα πρόσωπα, βγάζοντας τρομακτικές κραυγές. Ήταν φοβερές και τρομακτικές.

Αυτός ο στρατός δαιμόνων σχημάτισε μια τεράστια συνάθροιση που απλωνόταν ογδόντα λεύγες σε κάθε πλευρά. Ακριβώς όπως αυτός ο ενιαίος στρατός, έτσι κι άλλοι στρατοί με αναρίθμητους κακούς δαίμονες του μεγάλου τρισχιλιόκοσμου, εξαπλώθηκαν γύρω από τον Μποντισάτβα προς όλες τις κατευθύνσεις, οριζόντια και κάθετα.

 

Γι αυτό το θέμα λέγεται:

 

Διάφορα γιάκσα, κουμπάντα και μαχοράγκα

καθώς και ράκσασας, πεινασμένα πνεύματα και σαρκοφάγοι,

κάθε είδους μορφή που ο κόσμος θεωρεί άσχημη και άγρια,

εκδηλώθηκε μαγικά εκεί από αυτούς τους πονηρούς.

 

Είχαν ένα, δύο, τρία κεφάλια,

έως χίλια πρόσωπα.

Ένα, δύο, τρία χέρια,

μέχρι και χίλια όπλα.

 

Υπήρχαν πολλοί με ένα, δύο, τρία πόδια,

ακόμη και με χίλια πόδια.

Μερικοί είχαν μπλε πρόσωπο και κίτρινο σώμα,

άλλοι κίτρινο πρόσωπο και μπλε σώμα.

 

Το κεφάλι με το σώμα τους δεν ταιριάζει.

Έτσι ήταν ο στρατός των στρατιωτών που πλησίαζε.

 

Με πρόσωπα σαν τίγρεις, φίδια και γουρούνια,

ελέφαντες, άλογα, γαϊδούρια και καμήλες,

πίθηκους, λιοντάρια ή αρκούδες.

Έτσι ήταν τα πρόσωπα του στρατού που πλησίαζε.

 

Πολλά τρομακτικά κακόβουλα πνεύματα πλησίαζαν,

με άγρια μπερδεμένα μαλλιά, κεφάλια προβάτων, στραβά οστά και βρογχοκήλες. [F.151.b]

Το σώμα τους ήταν βρεγμένο με ανθρώπινο αίμα.

Έτσι ήταν τα κακόβουλα πνεύματα που πλησίαζαν.

 

Τα πόδια τους ήταν σαν τα πόδια αντιλόπης.

Τα μάτια τους έμοιαζαν με αυτά των πιθήκων.

Τα δόντια τους έμοιαζαν με χαυλιόδοντες ελέφαντα.

Έτσι ήταν τα πρόσωπα του στρατού που πλησίαζε.

 

Το σχήμα του σώματός τους είναι σαν κροκοδείλου.

Τα δύο μάτια τους φλέγονται.

Τα αυτιά τους είναι σαν της αίγας.

Έτσι ήταν τα πρόσωπα του στρατού που πλησίαζε.

 

Μερικοί κρατούσαν στα χέρια τους ράβδους,

άλλοι σφυριά, ρόπαλα και τρίαινες,

ενώ ορισμένοι κρατούν το όρος Μερού στα χέρια τους.

Έτσι ήταν οι τρομακτικές μορφές των κακόβουλων πνευμάτων που πλησίαζαν.

 

Κρατούσαν δρεπάνια, κράδαιναν τους δίσκους και στριφογύριζαν τα μάτια τους.

Σήκωναν μεγάλες βουνοκορφές στα χέρια τους,

και έριχναν καταιγίδες και βροχές από βράχους και μετεωρίτες.

Έτσι ήταν οι τρομακτικές μορφές των κακόβουλων πνευμάτων που πλησίαζαν.

 

Φυσούσαν τυφώνες, έριχναν καταιγίδες,

εξαπέλυαν αμέτρητες αστραπές

βρυχώνταν με βροντές και έσειαν δέντρα.

Ωστόσο, τα φύλλα του δέντρου μπόντι έμεναν ασάλευτα.

 

Η βροχή έπεφτε σε χειμάρρους.

Τα ποτάμια ξεχείλιζαν και πλημμύριζαν τη γη.

Τόσα πολλά τρομακτικά πράγματα εμφανίστηκαν

που ακόμη και τα άψυχα δέντρα έπεφταν κάτω.

 

Άσχημοι και παραμορφωμένοι

ήταν όλοι αυτοί με τις τρομακτικές μορφές.

Ωστόσο Εκείνος με τις Ιδιότητες, τα Σημάδια και το Μεγαλείο

κρατά το νου του ασάλευτο, όπως το όρος Μερού.

 

Βλέπει όλα τα φαινόμενα ως ψευδαίσθηση,

σαν όνειρο και σύννεφα.

Επειδή τα βλέπει με αυτόν τον τρόπο που συμφωνεί με το Ντάρμα,

διαλογίζεται σταθερά, εδραιωμένος στο Ντάρμα.

 

Όποιος σκέφτεται «εγώ» και «δικό μου»

και προσκολλάται στα αντικείμενα και το σώμα,

πρέπει να φοβάται και να τρομοκρατείται,

δεδομένου ότι βρίσκεται στα νύχια της άγνοιας.

 

Ο γιος των Σάκυα πραγμάτωσε την ουσιαστική αλήθεια,

πως όλα τα φαινόμενα εκδηλώνονται λόγω αλληλεξάρτησης και στερούνται πραγματικότητας.

Ο νους του είναι σαν τον ουρανό, είναι μια χαρά,

ατάραχος από το θέαμα του στρατού των πονηρών.

 

Μεταξύ των χίλιων γιων του δαιμονικού[F.152.a] Μάρα, μοναχοί, υπήρχαν και κάποιοι όπως ο Σαρθαβάχα, που άρχισαν να αισθάνονται αφοσίωση για μένα, τον Μποντισάτβα. Όλοι συγκεντρώθηκαν στη δεξιά πλευρά του δαιμονικού Μάρα, ενώ όσοι υποστήριξαν τον Μάρα, στάθηκαν στην αριστερή πλευρά του.

Τότε ο Μάρα ρώτησε τους γιους του: «Τι είδους στρατό πρέπει να χρησιμοποιήσουμε για να υποτάξουμε τον Μποντισάτβα;»

Ο γιος του Σαρθαβάχα που στεκόταν στα δεξιά του Μάρα είπε στον πατέρα του:

 

" Θα θέλατε να ξυπνήσετε τον ηγέτη των νάγκα;

Θα θέλατε να ξυπνήσετε τον αρχηγό των ελεφάντων;

Θα θέλατε να ξυπνήσετε τον βασιλιά των ζώων;

Είναι σαν να θέλετε να ενοχλήσετε τον ηγέτη των ανθρώπων από την ησυχία του."

 

Από τα αριστερά του, ο γιος του Μάρα, Ντουρμάτι απάντησε:

 

"Και μόνο που μας βλέπουν, οι καρδιές των ανθρώπων σπάνε

και το ίδιο γίνεται και με τον συμπαγή πυρήνα των μεγάλων δέντρων.

Ποια δύναμη να έχει αυτός ο μοναχός, όταν το βλέμμα μου τον διαπεράσει

και αφού ο θάνατος τον εύρει, με ποια δύναμη θα μπορούσε να ζει σ' αυτόν τον κόσμο;"

 

Από τα δεξιά του, ο Μαντουρανιργκόσα είπε:

 

"Για ποιον συμπαγή πυρήνα μιλάτε;

Λέτε, 'θα τον σπάσω με το βλέμμα μου' αλλά μήπως μπορείτε να κάνετε κάτι τέτοιο;

Ακόμα κι αν μπορούσατε να καταστρέψετε το όρος Μερού με το βλέμμα σας,

μπροστά του, δεν θα μπορούσατε ούτε τα μάτια σας να ανοίξετε.

 

"Επίσης, είναι αδύνατο για τους ανθρώπους να διασχίσουν τον ωκεανό

χρησιμοποιώντας τα χέρια τους και πίνοντας το νερό του.

Ωστόσο, είναι ακόμα πιο δύσκολο το να κοιτάξει κανείς άμεσα

του Μποντισάτβα το αμόλυντο πρόσωπο."

 

Από τα αριστερά του, ο Σαταμπάχου είπε:

 

"Το σώμα μου έχει εκατό χέρια,

και με ένα μόνο από αυτά μπορώ να ρίξω εκατό βέλη.

Ω πατέρα, θα κομματιάσω το σώμα αυτού του μοναχού!

Να είστε χαρούμενοι και να πάτε τώρα χωρίς καθυστέρηση."

 

Από τα δεξιά του, ο Σουμπούντι είπε:

 

"Εάν είναι πλεονέκτημα για σας να έχετε εκατό χέρια,

γιατί να μην γίνουν χέρια και οι τρίχες του σώματός σου;

Ακόμα κι αν μπορούσες να κρατάς ένα δόρυ σε κάθε ένα από τα χέρια σου

και να τα χρησιμοποιούσες όλα, δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα.

 

"Γιατί αυτό; Λόγω της αγάπης του το σώμα αυτού του σοφού [F.152.b]

είναι απρόσβλητο από το δηλητήριο, τα όπλα και τη φωτιά.

Δεδομένου ότι η αγάπη του υπερβαίνει τα κοσμικά,

όταν του ρίξεις τα όπλα σου, αυτά θα μετατραπούν σε λουλούδια.

 

"Επιπλέον, όλοι οι ισχυροί του ουρανού, της γης και των υδάτων,

είτε είναι άνθρωποι είτε γκούχιακας[2] μπορεί να κρατούν τα σπαθιά και τα τσεκούρια τους.

Όταν όμως πάνε στον ηγέτη των ανθρώπων, που έχει τη δύναμη της μακροθυμίας,

όλοι τους αλλάζουν [και γίνονται] από πολύ ισχυροί, λιγότερο ισχυροί έως και αδύναμοι."

 

Από τα αριστερά του, κάποιος Ουγκρατέτζας φώναξε:

 

"Θα μπω αόρατος στο όμορφο σώμα του

και θα το κάψω,

ακριβώς όπως η χαμηλή δασική πυρκαγιά

καίει ένα ξερό, κοίλο δέντρο."

 

Από τα δεξιά του, ο Σουνέτρα απάντησε:

 

"Μπορεί να κάψεις ολόκληρο το όρος Μερού

και να μπεις αόρατος μέσα στη γη,

όμως ο βάτζρα νους του, είναι αδύνατον να καεί από κάποιους σαν κι εσένα,

ακόμα κι αν ήσασταν τόσοι πολλοί, όσοι οι κόκκοι της άμμου στον Γάγγη.

 

"Επίσης, είναι δυνατόν να σειστούν όλα τα βουνά

και να στεγνώσουν όλοι οι ωκεανοί.

Μπορούν επίσης, να πέσουν από τον ουρανό ο ήλιος και η σελήνη

και μπορεί μια μέρα η γη να λιώσει.

 

"Ωστόσο είναι αδύνατον,

αυτός που ξεκίνησε να ωφελεί τον κόσμο με σταθερή αποφασιστικότητα,

να σηκωθεί από τα πόδια του μεγάλου δέντρου

πριν να πραγματώσει τη φώτιση."

 

Από τα αριστερά του, ο Ντιργκαμπαχουγκαρβίτα είπε:

 

"Εδώ ακριβώς μπροστά σου

θα μπορούσα με τα γυμνά μου χέρια

να κάνω σκόνη

τον ήλιο, το φεγγάρι και τ' αστέρια.

 

"Θα ήταν παιχνιδάκι για μένα

να κρατήσω όλο το νερό των τεσσάρων ωκεανών.

Πατέρα, θα πιάσω αυτόν τον μοναχό

και θα τον ρίξω στο τέλος των ωκεανών.

 

"Πατέρα, ας είναι αυτός ο στρατός σταθερός!

Μην ανησυχείς!

Θα ξεριζώσω το δέντρο μπόντι

και θα το σκορπίσω παντού με τα χέρια μου."

 

Από τα δεξιά του, ο Πρασανταπρατιλαμπντά είπε:

 

"Λόγω περηφάνειας συμπεραίνετε

πως μπορείτε να συντρίψετε με τα χέρια σας

όλους τους θεούς, τους ημίθεους και τους γκαντάρβα,

καθώς και την γη, τα βουνά και τους ωκεανούς.

 

"Όμως, ακόμα και χιλιάδες όντα σαν κι εσάς,

τόσα πολλά όσοι οι κόκκοι της άμμου του Γάγγη,

δεν θα μπορούσαν να μετακινήσουν

ούτε μια τρίχα, αυτού του σοφού Μποντισάτβα."

 

Από τα αριστερά του, ο Μπαγιαμκάρα είπε:

 

"Πατέρα, για ποιο λόγο να έχει υπερβολικό φόβο [F.153.α]

εκείνος που βρίσκεται στο μέσον ενός μεγάλου στρατού;

Εκείνος δεν έχει στρατό. Που είναι οι σύμμαχοί του;

Γιατί τον φοβάσαι;"

 

Από τα δεξιά του, ο Εκαγραμάτι είπε:

 

"Στο σύμπαν, ο ήλιος και η σελήνη δεν έχουν στρατό,

ο παγκόσμιος μονάρχης και το λιοντάρι δεν έχουν στρατό.

Έτσι κι αυτός ο Μποντισάτβα δεν έχει στρατό,

όμως μπορεί να καταστρέψει τον Ναμούτσι[3] με το ένα του χέρι."

 

Από τα αριστερά του, ο Αβαταραπρεκσίν είπε:

 

"Δεν έχει ούτε λόγχες ούτε δόρατα, ούτε σπαθιά ούτε ρόπαλα,

ούτε άλογα, ελέφαντες, άρματα ή πεζικάριους.

Είναι μόνος του αυτός ο αλαζόνας μοναχός, καθισμένος εκεί-

πατέρα, θα τον σκοτώσω σήμερα, σε παρακαλώ μην ανησυχείς."

 

Από τα δεξιά του, ο Πουνυαλαμκάρα είπε:

 

"Το σώμα του είναι ακλόνητο και άφθαρτο όπως του Ναραγιάνα.

Φορά την πανοπλία της μακροθυμίας και κρατά το ξίφος του αδαμάντινου ζήλου.

Η τριπλή απελευθέρωση είναι το άλογό του και η γνώση το τόξο του.

Πατέρα, μέσα από τη δύναμη της αρετής του, ο Μποντισάτβα θα κατακτήσει τον στρατό του Μάρα."

 

Από τα αριστερά του, ο Ανιβαρτίν είπε:

 

"Η φωτιά που καίει τις πεδιάδες, δεν αποφεύγει να κάψει το γρασίδι.

Το βέλος που εκτοξεύεται επιδέξια, δεν σταματιέται από έναν πολυμαθή.

Η αστραπή που πέφτει απ' τον ουρανό, δεν γυρίζει πίσω.

Δεν θα ησυχάσω αν δεν κατακτήσω τον γιο των Σάκυα."

 

Από τα δεξιά του, ο Νταρμακάμα είπε:

 

"Όταν συναντήσει το υγρό γρασίδι, η φωτιά υποχωρεί.

Όταν το βέλος χτυπήσει την κορφή του βουνού, αναπηδά.

Όταν ο κεραυνός πέφτει στο έδαφος, βυθίζεται μέσα του.

Μέχρις ότου ο Μποντισάτβα βρει την γαλήνια αθανασία, δεν θα υποχωρήσει.

 

"Γιατί; Πατέρα, ακόμα κι αν κάποιος μπορούσε να ζωγραφίσει εικόνες πάνω στον άδειο ουρανό,

ή να συγκεντρώσει τους νόες όλες των αισθανόμενων όντων, όσα κι αν είναι αυτά, σε έναν,

ή μπορούσε, πατέρα μου, να δέσει τον ήλιο, το φεγγάρι και τον άνεμο με μια θηλειά,

δεν θα μπορούσε να απομακρύνει τον Μποντισάτβα από τη θέση της φώτισης."

 

Από τα αριστερά του, ο Ανουπασάντα είπε:

"Με το ισχυρό δηλητήριο του βλέμματός μου μπορώ να κάψω το όρος Μερού

και να μετατρέψω τα ύδατα των μεγάλων ωκεανών σε στάχτη.

Κοίτα λοιπόν πατέρα, πως θα μετατρέψω τη θέση της φώτισης κι αυτόν τον μοναχό,

σε στάχτες με το βλέμμα μου."

 

Από τα δεξιά του, ο Σιντάρθα είπε:

 

"Μπορεί να είσαι σε θέση να γεμίσεις τον κόσμο με δηλητήριο

και να κάψεις τον μεγάλο τρισχιλιόκοσμο,

ωστόσο, η απλή ματιά εκείνου που Είναι η Πηγή Όλων των Καλών Ιδιοτήτων [F.153.b]

θα κάνει το δηλητήριο σου να χάσει την τοξικότητά του.

 

"Στα τρία πεδία, υπάρχουν δυνατά δηλητήρια

με τη μορφή της προσκόλλησης, του θυμού και της πλάνης.

Ωστόσο, κανένα από αυτά δεν μπορεί να βρεθεί στο σώμα του, ούτε στο νου του,

ακριβώς όπως η λάσπη και η σκόνη δεν μπορούν να βρεθούν στους ουρανούς.

 

"Το σώμα, ο λόγος και ο νους του είναι άσπιλα[4]

κι είναι γεμάτος αγάπη για τα όντα.

Κανένα όπλο ή δηλητήριο δεν μπορεί να τον βλάψει,

γι αυτό πατέρα, ας γυρίσουμε πίσω."

 

Από τα αριστερά του, ο Ρατιλόλα είπε:

 

"Θα παίξω χιλιάδες όργανα

και θα στείλω αμέτρητα όμορφα στολισμένα ουράνια κορίτσια

να τον διεγείρουν και να τον οδηγήσουν στο υπέροχο χαρέμι μας.

Με την σεξουαλική απόλαυση, θα τον ελέγξουμε."

 

Από τα δεξιά του, ο Νταρμαράτι είπε:

 

"Αυτός ευχαριστιέται μόνο με την απόλαυση του Ντάρμα,

με την ευδαιμονία της συγκέντρωσης και την σπουδαιότητα της αθανασίας,

με τη χαρά της απελευθέρωσης των όντων και την ευτυχία ενός νου γεμάτου αγάπη.

Δεν ευχαριστιέται με τις απολαύσεις του πάθους."

 

Από τα αριστερά του, ο Βατατζάβα είπε:

 

"Μπορώ να καταπιώ ταυτόχρονα τον ήλιο και το φεγγάρι

και τον άνεμο που φυσά στον ουρανό.

Πατέρα, θα πιάσω αυτόν τον ζητιάνο σήμερα κιόλας

και θα τον φυσήξω μακριά σαν μια χούφτα φλούδια."

 

Από τα δεξιά του, ο γιος του Μάρα Ατσαλαμάτι είπε:

 

"Ακόμα κι αν όλοι οι άνθρωποι και οι θεοί

γίνονταν τόσο γρήγοροι και δυνατοί σαν κι εσένα

και συγκεντρώνονταν σ' ένα μέρος,

δεν θα μπορούσαν να βλάψουν αυτό το απαράμιλλο ον."

 

Από τα αριστερά του, ο Μπραχμαμάτι είπε:

 

"Αν υπάρχει ένα τέτοιο άγριο πλήθος από τους άντρες μας,

δεν θα μπορεί να κάνει κάτι για να βλάψει την περηφάνια σου.

Αφού όλες οι δουλειές επιτυγχάνονται από ομάδες,

πως θα μπορούσε να σε βλάψει από μόνος του;"

 

Από τα δεξιά του, ο Σιμχαμάτι είπε:

 

" Δεν έχει δει κανείς τα λιοντάρια να κάθονται στη γη στη σειρά.

Αυτοί με το δηλητηριώδες βλέμμα, δεν συνεργάζονται.

Αυτά τα υπέροχα όντα που έχουν θάρρος επειδή είναι αληθινά,

αυτοί οι υπέρτατοι ηγέτες των όντων επίσης, δεν συναθροίζονται μαζί."

 

Από τα αριστερά του, ο Σαρβατσαντάλα είπε:

 

" Πατέρα, δεν έχεις ξανακούσει τόσο έντονες φωνές

όπως αυτές που βγάζουν τώρα οι γιοί σου [F.154.a]

Ας συγκεντρωθούμε με ζήλο, ταχύτητα και δύναμη

κι ας πάμε γρήγορα να καταστρέψουμε αυτόν τον μοναχό!"

 

Από τα δεξιά του, ο Σιμχαναντίν είπε:

 

"Στη μέση της ζούγκλας, όταν λείπει το λιοντάρι,

πολλά τσακάλια γαυγίζουν.

Όταν όμως ακούσουν τον τρομακτικό βρυχηθμό του λιονταριού,

τρέχουν πανικόβλητα προς όλες τις κατευθύνσεις.

 

"Έτσι κι αυτοί, οι ανίδεοι γιοι του Μάρα,

αφού δεν έχουν ακούσει ακόμα τη φωνή του τέλειου άνδρα,

υψώνουν με αναίδεια και ισχυρογνωμοσύνη τις φωνές τους,

ενώ το λιοντάρι των ανθρώπων παραμένει σιωπηλό."

 

Από τα αριστερά του, ο Ντουσιντιτατσιντίν είπε:

 

"Οτιδήποτε κι αν επιθυμήσω πραγματοποιείτε γρήγορα,

γιατί λοιπόν δεν μας κοιτάζει με σύνεση;

Πρέπει είτε να αυταπατάται είτε να είναι ανίδεος,

αφού δεν σηκώνεται να φύγει γρήγορα."

 

Από τα δεξιά του, ο Σουτσιντιτάρτα είπε:

 

"Δεν είναι ούτε ανόητος ούτε αδύναμος.

Εσείς είστε οι ανόητοι και τόσο πολύ απερίσκεπτοι.

Δεν έχετε ιδέα για την ανδρεία του.

Με τη δύναμη της ενόρασής του θα σας κατακτήσει όλους.

 

"Ακόμα και με την ισχύ των δαιμονικών γιών

που είναι τόσοι πολλοί όσοι οι κόκκοι της άμμου στον ποταμό Γάγγη,

δεν θα μπορέσετε να λυγίσετε ούτε μια τρίχα απ' το κεφάλι του,

πόσο μάλλον να τον σκοτώσετε.

 

"Μην διαφθείρετε το νου σας.

Αντιθέτως, πρέπει να τον σεβαστείτε με αφοσίωση,

γιατί πρόκειται να γίνει βασιλιάς των τριών πεδίων.

Γυρίστε πίσω και μην κάνετε πόλεμο."

 

Με αυτόν τον τρόπο χίλιοι γιοι του Μάρα, τόσο καλοί όσο και κακοί, καθένας τους απευθύνθηκε περαιτέρω στον Μάρα, τον δαιμονικό, σε στίχους. Στο τέλος ο Μπαντρασένα, ο στρατηγός του Μάρα, του είπε με αυτούς τους στίχους:

 

"Όλοι αυτοί που συνήθως σε ακολουθούν, όπως ο Σάκρα,

οι φύλακες, οι ορδές των μισών κιμνάρα,

οι ηγέτες των ημιθέων και οι ηγέτες των γκαρούντα,

ενώνουν τώρα τα χέρια τους και υποκλίνονται στον Μποντισάτβα.

 

"Δεν χρειάζεται να αναφερθώ σε αυτούς που δεν σε ακολουθούν,

ο Μπράχμα και οι φωτεινοί θεοί

και οι θεοί των καθαρών πεδίων [F.154.b]

κι αυτοί επίσης υποκλίνονται σ' αυτόν.

 

"Ακόμη και κάποιοι από τους γιούς σου που είναι σοφοί,

που είναι δυνατοί και έξυπνοι,

σέβονται τον Μποντισάτβα

όπως αρμόζει σύμφωνα με την ουσία του.

 

"Αυτόν το στρατό των γιάκσα και των άλλων όντων,

που εκτείνεται για ογδόντα λεύγες,

τον βλέπει ο παντογνώστης,

με καθαρό νου και χωρίς μίσος.

 

"Δεδομένου ότι δεν εκπλήσσεται ούτε αναστατώνεται

καθώς βλέπει αυτόν τον άγριο και ξέφρενο στρατό,

τόσο φρικτό και τρομακτικό,

είναι βέβαιο πως θα νικήσει τώρα.

 

"Όπου κι αν βρίσκεται αυτός ο στρατός

ακούγονται οι κραυγές απ' τα τσακάλια και τις κουκουβάγιες.

Όταν ακουστούν οι φωνές κοράκων και γαϊδουριών

σοφό θα ήταν να υποχωρήσετε γρήγορα.

 

"Κοιτάξτε παρακαλώ προς τη θέση της φώτισης!

Έξυπνες τουρλίδες[5]κύκνοι, κούκοι και παγώνια

κάνουν περιφορές γύρω απ' τον Μποντισάτβα.

Είναι βέβαιο πως η νίκη σήμερα θα είναι δική του.

 

"Όπου κι αν βρίσκεται αυτός ο στρατός,

απ' τον ουρανό θα πέφτει σκόνη κι αιθάλη.

Στη θέση όμως της φώτισης, πέφτει βροχή λουλουδιών,

γι αυτό θυμηθείτε τα λόγια μου κι γυρίστε πίσω!

 

" Όπου κι αν βρίσκεται αυτός ο στρατός,

το έδαφος θα είναι ανώμαλο, γεμάτο αγκάθια και κεντριά.

Στη θέση όμως της φώτισης, το έδαφος είναι ακηλίδωτο σαν το χρυσό,

γι αυτό οι σοφοί καλύτερα να υποχωρήσουν.

 

"Οι περασμένοι εφιάλτες τώρα θα γίνουν πραγματικότητα.

Εάν δεν υποχωρήσετε, αυτός θα κάνει τον στρατό σκόνη,

έτσι όπως οι χώρες καταστρέφονται

από τους ερημίτες-σοφούς.

 

"Όταν ο ανώτατος σοφός

θύμωσε με τον βασιλιά Μπραχμαντάτα,

έκαψε το δάσος Νταντάκα

και για πολλά χρόνια εκεί δεν φύτρωνε ούτε χορτάρι.

 

"Απ' όλους τους ερημίτες-σοφούς που υπάρχουν

και ασκούνται στην πειθαρχημένη συμπεριφορά

και στις στερήσεις, είναι ο υπέρτατος ανάμεσά τους,

διότι δεν βλάπτει κανένα έμβιο ον.

 

"Δεν έχεις ακούσει άλλη φορά

πως εκείνος που στο σώμα του αστράφτουν όλα τα σημάδια

κι έχει φύγει από το σπίτι του,

θα κατακτήσει τα ενοχλητικά συναισθήματα και θα πραγματώσει τη φώτιση;

 

"Τα παιδιά των Νικητών εκδηλώνουν πολύ μεγάλες δυνάμεις

ως πράξεις λατρείας,

δεν είναι λοιπόν το Υπέρτατο Ον

άξιος αποδέκτης των καλύτερων τελετών προσφορών;

 

"Αφού η άσπιλη τρίχα ανάμεσα στα φρύδια του

ομορφαίνει ένα τρισεκατομμύριο πεδία

και μας επισκιάζει όλους εμάς,

σίγουρα θα κατακτήσει τον στρατό του Μάρα.

 

"Εφόσον οι θεοί στην κορφή της ύπαρξης

δεν μπορούν να δουν την κορφή της κεφαλής του, [F.155.a]

άρα, χωρίς να έχει διδαχτεί από τους άλλους

σίγουρα θα πραγματώσει την παντογνωσία.

 

"Εφόσον το όρος Μερού και οι γύρω οροσειρές,

ο ήλιος, η σελήνη, ο Σάκρα, ο Μπράχμα,

όλα τα δέντρα και τα μεγαλύτερα όρη,

όλα υποκλίνονται στη θέση της φώτισης,

 

"είναι βέβαιο ότι αυτός με τη δύναμη της αρετής

τις δυνάμεις της γνώσης και της σοφίας,

και τις δυνάμεις της μακροθυμίας και του ζήλου,

θα καταστήσει ανίσχυρες τις ορδές του Μάρα.

 

"Σαν τον ελέφαντα που πατά πάνω σ' ένα φρέσκο πήλινο δοχείο,

ή το λιοντάρι που παλεύει με μια αλεπού,

ή τον ήλιο που σβήνει την πυγολαμπίδα,

ο Τατάγκατα θα εξαλείψει τον στρατό μας."

 

Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ένας άλλος γιος του Μάρα εξοργίστηκε και με ματωμένα μάτια, είπε:

 

"Ο έπαινος σου γι αυτόν τον μοναχικό άνδρα

είναι χωρίς όρια.

Τι θα μπορούσε αυτός μονάχα ο άνδρας να κάνει;

Δεν βλέπεις αυτόν τον μεγάλο και τρομακτικό στρατό;"

 

Τότε από τα δεξιά του, ο Μαραπραμαρντάκα, ένας άλλος γιος του Μάρα, είπε:

 

"Δεν χρειάζεται να βοηθήσεις τον ήλιο αυτού του κόσμου,

ούτε το λιοντάρι, ούτε τον παγκόσμιο μονάρχη.

Ο Μποντισάτβα που κάθεται με την απόφαση της φώτισης

πραγματικά δεν χρειάζεται καμία βοήθεια."

 

Τότε, προκειμένου να αποδυναμώσει τη δύναμη των δαιμόνων, ο Μποντισάτβα γύρισε το πρόσωπό του, που έμοιαζε με ανθισμένο λωτό με εκατό πέταλα, προς εκείνον. Βλέποντας το πρόσωπο του Μποντισάτβα, ο Μάρα έφυγε. Όμως, καθώς έφευγε, είχε τη σκέψη ότι ο στρατός του θα μπορούσε να αντέξει την όψη του προσώπου του Μποντισάτβα, και γύρισε και πάλι πίσω.

Βοηθούμενος από τους οπαδούς του, άρχισε τώρα να ρίχνει διάφορα όπλα πάνω στον Μποντισάτβα. Ωστόσο, ακόμη και όταν του έριξαν βουνά τόσο μεγάλα, όσο το κεντρικό όρος, όλα τα βουνά μετατράπηκαν σε θόλους λουλουδιών και ουράνια παλάτια. Εκείνοι με τα δηλητηριώδη βλέμματα, εκείνοι με τα δηλητηριώδη φίδια και εκείνοι με την δηλητηριώδη ανάσα, έριξαν φλόγες στον Μποντισάτβα. Ωστόσο, αυτός ο κύκλος της φωτιάς, μετατράπηκε στην άλω του Μποντισάτβα.

Ο Μποντισάτβα άγγιξε τώρα το δεξί του χέρι στο κεφάλι του. Ο Μάρα αντιλήφθηκε ότι ο Μποντισάτβα κράδαινε ένα σπαθί στο χέρι του, και έτσι έφυγε προς το νότο. Ωστόσο, πιστεύοντας ότι δεν θα μπορούσε να είναι αλήθεια, επέστρεψε ξανά. [F.155.b] Όταν επέστρεψε, οι δαίμονες άρχισαν να εκτοξεύουν κάθε είδους τρομακτικά όπλα στον Μποντισάτβα. Έριξαν σπαθιά, βέλη, βελάκια, λόγχες, τσεκούρια, ρόπαλα, ακόντια, στειλιάρια, δίσκους, βάτζρα, σφυριά, ξεριζωμένα δέντρα, βράχους, λάσο και σιδερένιες μπάλες. Ωστόσο, μόλις οι δαίμονες έριξαν τα όπλα, αυτά μετατράπηκαν σε γιρλάντες και θόλους λουλουδιών και μια δροσερή βροχή από πέταλα λουλουδιών έπεσε στο έδαφος. Οι γιρλάντες λουλουδιών κρέμονταν σαν στολίδια πάνω στο δέντρο μπόντι.

Όταν ο δαιμονικός Μάρα είδε τη δύναμη του Μποντισάτβα και αυτά που παρουσίαζε, ενοχλήθηκε από ζήλια και αγανάκτηση και τον προκάλεσε λέγοντάς του, 'Άκουσε νεαρέ πρίγκηπα! Σήκω και πήγαινε να απολαύσεις τη βασιλεία σου-γι αυτό ακριβώς υπάρχει η αρετή σου! Για ποιον λόγο θα μπορούσες ποτέ να πετύχεις την απελευθέρωση;'

Ο Μποντισάτβα απάντησε στον δαιμονικό Μάρα με σταθερά, βαθιά, απέραντα, απαλά και γλυκά λόγια:

 

"Δαιμονικέ εσύ! Μέσα από μια απλή απλόχερη πράξη προσφοράς, έγινες άρχοντας του πεδίου της επιθυμίας. Ενώ εγώ απ' την άλλη, έχω κάνει άπειρες πράξεις γενναιοδωρίας. 

Έκοψα τα χέρια, τα πόδια, τα μάτια και το κεφάλι μου και τα έδωσα σε ζητιάνους. Με την πρόθεση να ελευθερώσω τα αισθανόμενα όντα, έδωσα συχνά στους ζητιάνους το σπίτι μου, τον πλούτο, τα σιτάρια, τα κρεβάτια, τα ρούχα και τα πάρκα μου. "

Ο Μάρα απάντησε:

 

"Στο παρελθόν έκανα μια ενάρετη πράξη γενναιοδωρίας.

Ήταν μια γενναιοδωρία κι εσύ ήσουν μάρτυράς μου.

Για τις δικές σου πράξεις όμως δεν υπάρχει καμία μαρτυρία,

άρα δεν έχει νόημα να μιλάμε γι αυτά, ενώ αντιθέτως θα κατακτηθείς."

 

Ο Μποντισάτβα απάντησε: "Δαιμονικέ, η γη εδώ είναι μάρτυράς μου."

Στη συνέχεια αγκάλιασε τον Μάρα και την δαιμονική του ακολουθία με σκέψεις αγάπης και συμπόνιας. Σαν το λιοντάρι, δεν είχε φόβο, τρόμο, άγχος, δειλία, [F.156.a]ενόχληση και ταραχή. Δεν είχε ανατριχίλες, που φανερώνουν φόβο. Μετά, άφησε το χέρι του να γλιστρήσει στο σώμα του και με χάρη χτύπησε ελαφρά τη γη. Στο χέρι αυτό, υπήρχε το περίγραμμα ενός κοχυλιού, ενός λαβάρου της νίκης, ενός ψαριού, ενός βάζου, μιας σβάστικας, ενός σιδερένιου άγκιστρου και ενός τροχού. Τα δάκτυλα του χεριού του ήταν ενωμένα με ιστό [φωτός]. Τα νύχια του ήταν υπέροχα στο χρώμα του χαλκού. Ήταν απαλό κι ευλύγιστο, έμοιαζε τέλεια νεανικό. Όλα αυτά ήταν αποτέλεσμα συσσώρευσης του βασικού καλού, για απεριόριστα κάλπα. Στη συνέχεια είπε:

 

"Αυτή η γη είναι το στήριγμα όλων των όντων.

Είναι αμερόληπτη και χωρίς προκαταλήψεις

απέναντι σε όλα, κινητά και ακίνητα.

Αυτή γνωρίζει πως δεν ψεύδομαι.

Άρα μπορεί να είναι μάρτυράς μου."

 

Μόλις ο Μποντισάτβα άγγιξε τη μεγάλη γη, σείστηκε με έξι διαφορετικούς τρόπους. Τρεμούλιασε, σείστηκε και κουνήθηκε, βούιξε, βρόντηξε και βρυχήθηκε. Όπως κάνει το ορειχάλκινο καζάνι Μαγκαντάν που κουδουνίζει κι αντηχεί όταν χτυπηθεί μ' ένα ξύλο, το ίδιο αντήχησε κι η μεγάλη γη όταν ακούμπησε το χέρι του Μποντισάτβα.

 

Τότε η θεά της γης αυτού του τρισχιλιόκοσμου που ονομάζεται Σταβάρα, μαζί με συνοδεία από δισεκατομμύρια θεές της γης, άρχισαν να κλονίζουν ολόκληρη τη μεγάλη γη. Όχι πολύ μακριά από εκεί που καθόταν ο Μποντισάτβα,  άνοιξε η επιφάνεια της γης και αποκαλύφθηκε το πάνω της σώμα που ήταν κοσμημένο με όλα τα είδη κοσμημάτων. Έσκυψε προς τον Μποντισάτβα, ένωσε τις παλάμες της και του είπε: "Έχεις δίκιο, Μεγάλο Ον, έχεις δίκιο. Έτσι ακριβώς είναι. Εμείς είμαστε οι μάρτυρες αυτού. Όπως και να 'χει όμως, Κύριέ μου, εσύ και μόνο είσαι ο ανώτατος μάρτυρας στους κόσμους των θεών και των ανθρώπων και της ανώτατης αρχής." [F.156.b]

Έχοντας μιλήσει μ' αυτόν τον τρόπο η θεά της γης Σταβάρα επέπληξε τον Μάρα τον δαιμονικό, με πολλούς τρόπους και επαίνεσε ξανά και ξανά τον Μποντισάτβα. Έκανε μια υπέροχη επίδειξη των μυριάδων δυνάμεών της και στη συνέχεια εξαφανίστηκε μαζί με την ακολουθία της.

 

Όταν ο πονηρός και ο στρατός του άκουσαν τον ήχο που βγήκε από την γη,

φοβισμένοι κι απογοητευμένοι φύγαν τρέχοντας,

σαν τα τσακάλια στο δάσος που ακούνε το λιοντάρι

ή τα κοράκια που πετούν όταν πετιέται μια πέτρα.

 

Ο Μάρα ένοιωθε δυσαρεστημένος και δυστυχής. Παρόλο όμως που ένοιωθε άθλια και ντρεπόταν για τον εαυτό του, κατακλύστηκε από υπερηφάνεια σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούσε να φύγει. Δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω και να φύγει. Γι αυτό, στράφηκε στους άντρες του και είπε:

 

"Όλοι εσείς, περιμένετε λίγο μέχρι να δούμε αν είναι δυνατόν να σηκώσουμε τον Μποντισάτβα με ευγενικό τρόπο. Ένα τέτοιο πετράδι της ύπαρξης, δεν πρέπει να σκοτωθεί αμέσως."

Έπειτα είπε στις κόρες του: "Κορίτσια, πρέπει να πάτε τώρα στη θέση της φώτισης για να εξετάσετε τον Μποντισάτβα. Έχει επιθυμίες ή όχι; Είναι συγχυσμένος ή έξυπνος; Είναι σαν τον τυφλό ή γνωρίζει τη χώρα και αναζητά πλεονέκτημα; Είναι αδύναμος ή δυνατός;"

Ακούγοντας τα λόγια αυτά, οι θεϊκές αυτές κοπέλες πήγαν στη θέση της φώτισης όπου βρισκόταν ο Μποντισάτβα. Μαζεύτηκαν μπροστά του κι άρχισαν να επιδεικνύουν τους τριάντα δύο τρόπους της γυναικείας εξαπάτησης. Ποιοι είναι αυτοί: Είναι οι εξής:

 

1.      Μερικά κορίτσια κάλυψαν εν μέρει το πρόσωπό τους

2.      Ορισμένα έδειξαν το σφιχτό και αισθησιακό τους στήθος

3.      Κάποιες του χαμογέλασαν και έδειξαν τα δόντια τους

4.      Κάποιες σήκωσαν τα χέρια τους, κουνώντας τα στον αέρα για να αποκαλύψουν τις μασχάλες τους

5.      Μερικές επιδείκνυαν τα χείλη τους που ήταν κόκκινα σαν ροδάκινα

6.      Κάποιες κοίταξαν τον Μποντισάτβα με μισόκλειστα μάτια και μετά τα έκλεισαν γρήγορα

7.      Κάποιες έδειξαν τα μισοκαλυμμένα στήθη τους

8.      Κάποιες χαλάρωσαν τα ρούχα τους για να αποκαλύψουν τους γοφούς τους που ήταν στολισμένοι με ζώνες

9.      Ορισμένες φορούσαν όμορφα διαφανή ρούχα που αποκάλυπταν τους διακοσμημένους γοφούς τους

10.  Κάποιες κουδούνιζαν τα βραχιόλια των αστραγάλων τους

11.  Κάποιες έδειξαν τα στήθη τους στολισμένα με σειρές από μαργαριτάρια

12.  Μερικές έδειξαν τους μισόγυμνους μηρούς τους

13.  Μερικές είχαν κίσσες, παπαγάλους και μάινες στο κεφάλι και τους ώμους τους

14.  Μερικές έριχναν λοξές ματιές στον Μποντισάτβα

15.  Ορισμένες φορούσαν καλά ρούχα που τα άφηναν να κρέμονται ατημέλητα

16.  Μερικές κουνούσαν τις αλυσίδες στους γοφούς τους

17.  Άλλες με ερωτικό και πειρακτικό τρόπο κινούνταν μπρος και πίσω

18.  Μερικές χόρευαν

19.  Άλλες τραγουδούσαν

20.  Άλλες φλέρταραν κάνοντας τις ντροπαλές

21.  Μερικές κουνούσαν τους γοφούς τους όπως κουνά την φοινικιά ο αέρας

22.  Άλλες έβγαζαν βογγητά

23.  Κάποιες με διαφανή υφάσματα και κορδόνια με κουδουνάκια στη μέση, πηγαινοερχόντουσαν χαχανίζοντας

24.  Κάποιες έβγαλαν όλα τα ρούχα και τα κοσμήματά τους

25.  Κάποιες έδειξαν όλα τους τα κοσμήματα, κρυφά και φανερά

26.  Άλλες έδειχναν τα χέρια τους που είχαν αλείψει με αρώματα

27.  Κάποιες έδειχναν τα σκουλαρίκια τους που είχαν αρωματίσει

28.  Κάποιες κάλυπταν το πρόσωπο με πέπλο και μετά το αποκάλυπταν ξαφνικά

29.  Κάποιες γέλαγαν, έπαιζαν και διασκέδαζαν προσπαθώντας να τραβήξουν την προσοχή του και μετά προσποιούνταν τις ντροπαλές

30.  Μερικές επιδείκνυαν τα ανέγγιχτα σώματά τους που δεν είχαν γεννήσει ποτέ

31.  Μερικές προσπαθούσαν να δελεάσουν τον Μποντισάτβα με προσφορές αγάπης

32.  Κάποιες σκόρπιζαν πέταλα λουλουδιών στον Μποντισάτβα

 

Κοιτάζοντας το πρόσωπο του Μποντισάτβα σκέφτονταν, ποιες άραγε να ήταν οι σκέψεις του. Μήπως τις κοίταζε με τις αισθήσεις του διεγερμένες;  [F.157.b] Ή κοίταζε μακριά; Προσπαθούσαν να διαπιστώσουν αν ήταν ερεθισμένος ή όχι.

Το πρόσωπο του Μποντισάτβα ωστόσο, τόσο καθαρό και αμόλυντο όσο της σφαίρας της πανσελήνου που δραπετεύει από το στόμα του Ράχου[6] ή τον ήλιο που ανατέλλει νωρίς την αυγή, ή μία χρυσή κολώνα, ή έναν ανθισμένο λωτό χιλιάδων πετάλων, ή μια θυσιαστήρια φωτιά ραντισμένη με λάδι. Όπως τα γύρω βουνά ήταν πραγματικά ανυψωμένο. Φύλαγε καλά τις αισθήσεις του και όπως ο ελέφαντας, είχε την όψη ενός νου που είναι καλά δαμασμένος.

Έπειτα οι κόρες του Μάρα σε μια περαιτέρω προσπάθεια να ξυπνήσουν τις επιθυμίες του Μποντισάτβα, του είπαν:

 

"Η άνοιξη ήρθε, η καλύτερη εποχή.

Ας διασκεδάσουμε αγαπημένε, ενώ τα δέντρα ανθίζουν.

Το σώμα σου είναι τόσο όμορφο και ελκυστικό.

Είναι δελεαστικό, έχει ευοίωνα σημάδια κι είναι όμορφα στολισμένο.

 

"Γεννηθήκαμε όμορφες και με τέλειες καμπύλες.

Είμαστε εδώ για να ευχαριστήσουμε τους θεούς και τους ανθρώπους και να δώσουμε πλήρη ικανοποίηση.

Δύσκολα αποκτιέται η φώτιση, γι 'αυτό άλλαξε γνώμη.

Γρήγορα, σήκω και απόλαυσε τα νιάτα!

 

"Για χάρη σου ήρθαμε εδώ όλες ντυμένες και στολισμένες.

Έλα τώρα, ρίξε μια ματιά σ' αυτά τα θεϊκά κορίτσια που είναι τόσο όμορφα στολισμένα.

Ποιος δεν θα λαχταρούσε να απολαύσει το πάθος του έρωτα;

Ακόμα κι ένα σάπιο δέντρο θα ξαναζωντάνευε!

 

"Η φωνή μας είναι απαλή και η  μυρωδιά μας υπέροχη.

Το πρόσωπό μας είναι υπέροχο με τα διαδήματα, τα σκουλαρίκια και το μακιγιάζ.

Το πρόσωπό μας έχει όμορφα φρύδια και είναι καλά χρισμένο [με αλοιφές].

Τα όμορφα μάτια μας είναι τόσο καθαρά και μεγάλα σαν λωτοί.

 

" Το πρόσωπό μας μοιάζει με την πανσέληνο.

Τα χείλη μας είναι σαν τα ώριμα ροδάκινα.

Τα δόντια μας είναι λευκά σαν τα κοχύλια, σαν τα άνθη γιασεμιού και σαν το χιόνι.

Αγαπημένε μας, κοίταξε πόσο πολύ επιθυμούμε την ηδονή.

"Κοίταξε τα σφριγηλά και αισθησιακά μας στήθη,

τις όμορφες τρεις πτυχές στη κοιλιά μας,

και τους φαρδύς και όμορφους γοφούς μας.

Κοίταξέ μας Κύριε, που είμαστε τόσο όμορφες κοπέλες.

 

"Οι μηροί μας μοιάζουν με την προβοσκίδα του ελέφαντα [F.158.α]

Τα χέρια μας είναι διακοσμημένα με βραχιόλια.

Οι γοφοί μας είναι διακοσμημένοι με όμορφες αλυσίδες.

Κοίτα Κύριε, τις υπηρέτριές σου.

 

" Με το βάδισμα ενός κύκνου, σε πλησιάζουμε απαλά.

Μαλακά και όμορφα, μιλάμε για ερωτική αγάπη.

Καθώς είμαστε όμορφα στολισμένες

έχουμε ειδικότητα στις θεϊκές απολαύσεις.

 

"Είμαστε καλά εκπαιδευμένες στο τραγούδι, στα όργανα και στο θέατρο.

Έχουμε γεννηθεί με τέλεια σώματα για χάρη της απόλαυσης.

Αν δεν μας δεχτείς τώρα που λαχταρούμε την απόλαυση,

χαμένος θα βγεις σ' αυτόν τον κόσμο.

 

"Ποιος άντρας τρέχει μακριά όταν βλέπει ένα θησαυρό;

Αυτό ακριβώς θα είσαι, μη έχοντας τη γνώση του θησαυρού, που είναι ο έρωτας,

αμύητος παραμένοντας στο ερωτικό πάθος,

αν δεν απολαύσεις αυτά τα νεαρά κορίτσια, που έχουν έλθει με τη θέλησή τους."

 

Τότε ο Μποντισάτβα, μοναχοί, χαμογέλασε με ατάραχο βλέμμα. Καθόταν εκεί χαμογελώντας, με ήρεμες τις αισθήσεις, χαλαρός σωματικά και λαμπερός, χωρίς προσκόλληση, απαλλαγμένος από θυμό και χωρίς αυταπάτες. Όπως ο βασιλιάς των βουνών, ήταν αμετάβλητος, σίγουρος, χωρίς σύγχυση και αδιατάρακτος. Εφόσον είχε εγκαταλείψει εντελώς, μόνος του, όλα τα ενοχλητικά συναισθήματα μέσω της καλά εδραιωμένης νοημοσύνης του και της σοφίας του, μίλησε με απαλά και ευχάριστα λόγια σ' έναν τόνο που ξεπέρασε ακόμη και τη φωνή του Μπράμα. Η φωνή του ήταν σαν του κούκου, ευχάριστη και γλυκιά, καθώς απευθύνθηκε στις κόρες του Μάρα με αυτούς τους στίχους:

 

"Η επιθυμία οδηγεί σε πολλά βάσανα, είναι η ρίζα της δυστυχίας.

Για τους ανόητους η επιθυμία καταστρέφει την συγκέντρωση, την μαγική ικανότητα και τις στερήσεις.

Οι σοφοί λένε πως το κυνήγι των γυναικών δεν φέρνει ικανοποίηση.

Θα ικανοποιήσω τους απαίδευτους με σοφία.

 

"Η δίψα αυτού που επιδιώκει επιθυμίες αυξάνεται συνεχώς,

μοιάζει μ' αυτό που αισθάνεται κανείς, όταν πίνει αλμυρό νερό.

Κανένα όφελος δεν θα προέκυπτε για μένα ή τους άλλους αν ασχολούμουνα μ' αυτό

και χαίρομαι που είμαι χρήσιμος τόσο στον εαυτό μου όσο και στους άλλους.

 

"Η ομορφιά σας είναι σαν φούσκες στο νερό και σαν αφρός [F.158.b].

Όπως τα μαγικά χρώματα, είναι απλώς μια διανοητική κατασκευή,

σαν το παιγνίδι ή το όνειρο, είναι ασταθές και παροδικό.

Παραπλανά το νου των ανώριμων όντων.

"Τα μάτια είναι σαν φυσαλίδες του νερού-περικλείονται από μια μεμβράνη,

όπως το πηχτό αίμα ενός πυώδους έλκους.

Η κοιλιά είναι γεμάτη από ούρα και περιττώματα, εκκρίνοντας βρωμιά.

Αυτός ο μηχανισμός δυστυχίας προέκυψε από το κάρμα και τα ενοχλητικά συναισθήματα.

 

"Οι πλανεμένοι άνθρωποι με τον ανώριμο νου, όχι οι σοφοί,

αντιλαμβάνονται εσφαλμένα το σώμα ως όμορφο.

Αυτό τους κάνει να περιφέρονται για μεγάλο χρονικό διάστημα στην κυκλική ύπαρξη, την πηγή του πόνου.

Η δυστυχία τους, που βιώνεται στην κόλαση, είναι εξαιρετικά οδυνηρή.

 

"Απ' τον καβάλο, βγαίνουν απαίσιες μυρωδιές.

Οι μηροί, οι γάμπες και τα πόδια ενώνονται σαν μηχανικό εργαλείο.

Όταν σας εξετάζω, βλέπω ότι είστε σαν μαγική ψευδαίσθηση,

που προέκυψε απατηλά από αιτίες και συνθήκες.

 

"Όταν βλέπεις ότι οι αισθησιακές απολαύσεις δεν έχουν καλές ιδιότητες,

ότι οδηγούν μακριά από τον ευγενή δρόμο της σοφίας,

κι ότι είναι ίδιες με τα δηλητηριώδη φυτά ή τις πυρκαγιές, ή σαν θυμωμένες οχιές,

μόνο οι ανόητοι θα τις αποκαλούσαν «ευτυχία».

 

"Όποιος γίνει σκλάβος των γυναικών μέσω της επιθυμίας,

θα απομακρυνθεί από την πειθαρχία, από τη συγκέντρωση και θα χάσει την κοινή λογική.

Θα βυθιστεί στην ευχαρίστηση, θα απομακρυνθεί πολύ από τη σοφία

αν απορρίψει τη χαρά του Ντάρμα και απολαμβάνει την επιθυμία.

 

"Δεν έχω ούτε προσκόλληση ούτε θυμό.

Δεν αντιλαμβάνομαι τίποτα ως μόνιμο, ελκυστικό ή με έναν εαυτό.

Δεν νιώθω αντιπάθεια ή χαρά.

Το μυαλό μου είναι ελεύθερο, όπως ο άνεμος στον ουρανό.

 

"Ακόμη κι αν ολόκληρος ο κόσμος, ήταν γεμάτος από κάτι σαν εσάς

που με πολιορκούν εδώ για ατέλειωτους αιώνες,

δεν θα ένοιωθα θυμό, προσκόλληση ούτε θα είχα αυταπάτες,

επειδή ο νους των Νικητών είναι σαν τον ουρανό.  [F.159.α]

 

"Αν και οι θεοί και οι θεές μες στην αγνότητα και το μεγαλείο τους

δεν έχουν αίμα ούτε κόκκαλα,

όλοι τους ζουν με μεγάλο φόβο

εφόσον δεν υπάρχει μονιμότητα και δεν μπορούν να διαρκέσουν."

 

Τότε οι κόρες του Μάρα που ήταν ειδικές στην γυναικεία εξαπάτηση, ένοιωσαν ακόμα μεγαλύτερη λαγνεία, αλαζονεία κι υπερηφάνεια. Έκαναν ερωτικές χειρονομίες, επιδείκνυαν τα στολισμένα τους σώματα και προσπαθούσαν όλο και πιο πολύ με τα γυναικεία τους κόλπα, να αποπλανήσουν τον Μποντισάτβα. 

 

Ως προς αυτό το θέμα, λέγεται:

 

Ο Μάρα έστειλε τις πιο γλυκές και σαγηνευτικές κοπέλλες

την Τρσνα, την Ράτι και την Αράτι, που έφτασαν γρήγορα.

Χόρεψαν σαν τους νεαρούς βλαστούς αναρριχητικών φυτών

που τα φυσά ένα αεράκι,

για να ανακινήσουν την λαγνεία στον πρίγκηπα,

που καθόταν κάτω από τα κλαδιά του δέντρου.

 

Απ' όλες τις εποχές, καλύτερη είναι η άνοιξη.

Τότε οι άντρες κι οι γυναίκες διασκεδάζουν, το σκοτάδι κι η σκόνη εξαφανίζονται.

Οι κούκοι, οι κύκνοι και τα παγώνια κράζουν και κοπάδια πουλιών γεμίζουν τον αέρα.

Ήρθε η ώρα να ζήσεις τις χαρές της απόλαυσης.

 

Για χιλιάδες κάλπα χάρηκε την πειθαρχία, τις στερήσεις και τις δυσκολίες.

Είναι αμετάβλητος όπως ο βασιλιάς των βουνών, το σώμα του είναι σαν τον ανατέλλοντα ήλιο.

Σαν τον βρυχηθμό της βροντής, σαν του βασιλιά των θηρίων, ακούγεται η όμορφη φωνή του.

Αυτός ο άνθρωπος που ωφελεί τους άλλους, εκφέρει μόνο λέξεις με νόημα.

 

Η επιθυμία, οι διαμάχες, η εχθρότητα και οι συγκρούσεις φέρνουν τον φόβο του θανάτου.

Οι αδαείς ανόητοι εμπλέκονται συνεχώς σ' αυτά, όμως οι επιδέξιοι τ' αποποιούνται.

Αυτή είναι η στιγμή που ο Ευδαίμων θα πραγματώσει την αθανασία,

έτσι σήμερα θα κατακτήσει τον Μάρα και θα γίνει ο άξιος με τις δέκα δυνάμεις.

 

Μετά από πολλές μαγικές επιδείξεις είπαν, "Εσύ, με τον πρόσωπο σαν το λωτό, άκουσέ μας.

Θα γίνεις βασιλιάς, υπέρτατος κυβερνήτης, ισχυρός κύριος της γης.

Σμήνη όμορφων γυναικών θα παίξουν χιλιάδες μουσικά όργανα για σένα.

Που σου χρησιμεύει η ενδυμασία του σοφού; Εγκατάλειψέ το και ευχαριστήσου τις απολαύσεις."

 

Ο Μποντισάτβα απάντησε:

 

"Θα γίνω ο κύριος των τριών πεδίων, και θα με τιμούν θεοί και άνθρωποι. [F.159.b]

Θα γίνω ο βασιλιάς που ταξιδεύει με το τιμόνι του Ντάρμα, προικισμένος με τις δέκα δυνάμεις.

Ένα εκατομμύριο αναζητούντες και αυτοί που πλέον δεν χρειάζονται μάθηση, θα υποκλίνονται σε μένα.

Επειδή απολαμβάνω το Ντάρμα, δεν αναζητώ πλέον αντικείμενα χαράς. "

 

Οι κόρες είπαν:

 

"Για όσο διάστημα ακόμα είσαι νέος, στο άνθος της ηλικίας σου

όσο ακόμα δεν σε έχει χτυπήσει η αρρώστια και δεν είσαι ηλικιωμένος με γκρίζα μαλλιά,

για όσο καιρό έχεις τα νιάτα σου και την ομορφιά σου κι είμαστε κι εμείς χαρούμενες,

γι αυτό το διάστημα θα πρέπει να απολαύσεις τις χαρές του έρωτα, με χαμόγελο."

 

Ο Μποντισάτβα απάντησε:

 

"Μέχρι να πραγματώσω την τέλεια ελευθερία και την αθανασία, που τόσο δύσκολα επιτυγχάνεται,

μέχρι να απαλλαγώ από τη δυστυχία και δεσμά του πεδίου των θεών και των ημιθέων,

μέχρι να δείξουν το άγριο πρόσωπό τους τα γηρατειά, η αρρώστια κι ο θάνατος,

μέχρι τότε θα εκπαιδευτώ στο ευοίωνο μονοπάτι που οδηγεί στη πόλη της αφοβίας."

Οι κόρες είπαν:

 

"Στο θεϊκό πεδίο, όπως τον Σάκρα, θα σε περιβάλλουν θείες κόρες.

Στο Πεδίο Απαλλαγμένο από Διαμάχες, στο Πεδίο Τέλεια Απαλλαγμένο από Διαμάχες και στο Πεδίο της Χαράς, θα σε επαινούν οι άριστοι των αθανάτων.

Στο πεδίο του Μάρα, που σαγηνεύει με τις ερωτικές γυναίκες, θα βρεις τις απολαύσεις του έρωτα.

Απόλαυσε το παιχνίδι μαζί μας, θα σου φέρει μεγάλη χαρά!"

 

Ο Μποντισάτβα απάντησε:

 

"Η απόλαυση είναι εφήμερη σαν τη δροσιά στην άκρη του γρασιδιού ή σαν τα φθινοπωρινά σύννεφα.

Η επιθυμία είναι τρομακτική σαν την οργή των κοριτσιών νάγκα.

Ο Σάκρα, οι θεοί στο Πεδίο Απαλλαγμένο από Διαμάχες, στο Πεδίο Τέλεια Απαλλαγμένο από Διαμάχες και στο Πεδίο της Χαράς, όλοι τους βρίσκονται υπό την κυριαρχία του Μάρα.

Η επιθυμία μαστίζει όλους τους ποταπούς, οπότε ποια χαρά να βρει κανείς μ' αυτό;"

 

Οι κόρες είπαν:

 

"Κοίταξε αυτά τα όμορφα δέντρα με τα φρέσκα φύλλα και τ' ανθισμένα λουλούδια.

Αντηχούν με τις κραυγές των φασιανών, των κούκων και το βουητό των μελισσών.

Στο έδαφος φυτρώνει φρέσκο πράσινο γρασίδι, τόσο μαλακό και παχύ.

Εσύ, το λιοντάρι των ανδρών, θα διασκεδάσεις μαζί με τα νεαρά κορίτσια σε ένα άλσος απόλαυσης; "

 

Ο Μποντισάτβα απάντησε:

 

" Όλα αυτά τα δέντρα παράγουν βλαστούς και λουλούδια ανάλογα με τις εποχές,

κι οι μέλισσες αναζητούν επίσης λουλούδια, λόγω της πείνας και της δίψας.

Επειδή ό, τι μεγαλώνει στο έδαφος, θα μαραθεί κάτω από τον ήλιο, [F.160.a]

έχω αποφασίσει να πραγματώσω το νέκταρ που έχουν απολαύσει όλοι οι Νικητές."

 

Οι κόρες είπαν:

 

"Κοίταξε μας! Τ πρόσωπο μας είναι σαν το φεγγάρι και σαν τα φρέσκα λουλούδια λωτού.

Η ομιλία μας είναι απαλή και ευχάριστη, και τα δόντια μας είναι λευκά σαν το χιόνι ή το ασήμι.

Τέτοιες ομορφιές είναι σπάνιες μεταξύ των θεών, πόσο μάλλον μεταξύ των ανθρώπων;

Αυτές οι γυναίκες που έχεις εδώ, είναι επιθυμητές ακόμη κι από πιο ανώτερους των θεών. "

 

Ο Μποντισάτβα απάντησε:

 

" Βλέπω το σώμα ως ακάθαρτο, γεμάτο με σωρούς σκουληκιών.

Εύκολα σπάει και χάνεται, και δεν υπάρχει σ' αυτό καμία ευχαρίστηση.

Ωστόσο, θα επιτύχω αυτήν την άφθαρτη κατάσταση, που τιμούν οι σοφοί,

την κατάσταση που φέρνει απόλυτη ευτυχία στα έμψυχα και άψυχα πεδία. "

 

Οι κόρες τώρα άρχισαν να χρησιμοποιούν τα εξήντα τέσσερα[7] είδη ερωτικής συμπεριφοράς.

Κουδούνισαν τα καμπανάκια στα βραχιόλια και τις ζώνες τους κι άφησαν τα ρούχα τους να πέσουν.

Χτυπημένες από το βέλος της επιθυμίας, ξελογιασμένες, με χαμόγελο στο πρόσωπό τους, είπαν:

"Τόσο άσχημες είμαστε Κύριε, που δεν δέχεστε τον έρωτά μας;"

 

Γνωρίζοντας τα ελαττώματα όλης της σαμσάρα, ο Άμεμπτος είπε,

"Η επιθυμία είναι σαν το σπαθί, σαν το δόρυ, την τρίαινα και τη λεπίδα αλειμμένα με μέλι.

Σαν το κεφάλι της οχιάς ή τον λάκκο με φωτιά-αυτά έχω κατανοήσει.

Έτσι, αφού οι γυναίκες κλέβουν την αρετή, έχω εγκαταλείψει τη συντροφιά τους."

 

Οι κόρες δεν μπόρεσαν να αποπλανήσουν τον Τατάγκατα, με το βάδισμα του νεαρού ελέφαντα,

ακόμα και με τις αμέτρητες δεξιότητες τους που προκαλούν ερωτική έξαψη.

έτσι, με ντροπή κι αμηχανία, υποκλίθηκαν στα πόδια του σοφού.

εγείροντας σεβασμό, χαρά κι αγάπη, επαίνεσαν τον Ευεργέτη:

 

"Το πρόσωπό σου είναι σαν την άσπιλη καρδιά ενός λωτού της φθινοπωρινής πανσελήνου.

έχεις τη λάμψη μιας θυσιαστήριας φωτιάς ή τη λάμψη του χρυσού βουνού.

Είθε να εκπληρωθούν οι ευχές και όρκοι, που έχεις κάνει για εκατοντάδες ζωές.

Τώρα που ο ίδιος έχεις 'περάσει', απελευθέρωσε όλα τα όντα που υποφέρουν."

 

Επαίνεσαν εκείνον που μοιάζει με το δέντρο μπαγιούρ[8] ή το τσαμπάκα[9]. [F.160.b]

Έκαναν περιφορές γύρω απ' το Υπέρτατο Ον, που ήταν ακίνητος σαν ένα μεγαλοπρεπές βουνό.

Επιστρέφοντας, με σκυμμένο κεφάλι είπαν στον πατέρα τους,

'Πατέρα, αυτός ο Κύριος θεών και ανθρώπων, δεν έχει καθόλου θυμό ή φόβο.

 

"Κοιτάει με χαμογελαστό πρόσωπο και τα μάτια του είναι σαν τα πέταλα του λωτού.

Ποτέ δεν κοιτάζει τους άλλους συνοφρυωμένος ή με προσκόλληση.

Το όρος Μερού μπορεί να κλονιστεί και οι ωκεανοί να στεγνώσουν, ο ήλιος κι η σελήνη μπορεί να πέσουν, αυτός όμως που βλέπει τα λάθη των τριών υπάρξεων,

ποτέ δεν θα υποπέσει στην επιρροή των ερωτικών αυτών γυναικών."

 

Όταν ο δαιμονικός Μάρα, άκουσε τα λόγια αυτά, ένοιωσε ακόμα πιο δυστυχής και δυσαρεστημένος.

Θυμωμένος και απογοητευμένος είπε στις κόρες του,

Ω, αυτός ο ανόητος τρελός, πόσο ανίδεος είναι που δεν βλέπει τις ομορφιές σας!

Πως γίνεται να μην μπορούμε να τον απομακρύνουμε από τη θέση της φώτισης;"

 

Και πάλι, οι κόρες του Μάρα είπαν στον πατέρα τα εξής:

 

"Αν και του μιλάμε απαλά και στοργικά, δεν διεγείρεται.

Ακόμα κι αν του δείξουμε το πιο μυστικό όλων, δεν γίνεται επιθετικός.

Ανεξάρτητα από αυτά που βλέπει, παραμένει χωρίς αυταπάτη.

Αν και βλέπει ολόκληρο το σώμα, οι σκέψεις του παραμένουν βαθιές.

 

"Αντιλαμβάνεται πλήρως τα ελαττώματα των γυναικών.

έχει απομακρυνθεί από τη λαγνεία και δεν έχει καμία επιθυμία.

Ούτε στις θεϊκές κατοικίες, ούτε εδώ στη γη, δεν υπάρχει άνθρωπος ή θεός

που να μπορεί να μετρήσει το νου και τις πράξεις του.

 

" Πατέρα, δοκιμάσαμε κάθε γυναικείο κόλπο!

Με όλη αυτή τη λαγνεία, σίγουρα η καρδιά του θα έπρεπε να έχει λιώσει!

Ωστόσο, αν και τα είδε όλα, ο νους του δεν αποσπάστηκε ούτε μια φορά.

Σαν τον μεγάλο βασιλιά των βουνών όμως, ήταν αμετάβλητος.

 

" Έχει συσσωρεύσει τη λαμπρότητα εκατοντάδων αρετών και ιδιοτήτων.

Για πολλά εκατομμύρια κάλπα, έχει ασκηθεί στην ηθική και πειθαρχημένη συμπεριφορά.

Οι θεοί και ο Μπράμα, τα καθαρά όντα που έχουν το μεγαλείο της αρετής,

τον τιμούν και αγγίζουν το κεφάλι τους στα πόδια του.

 

"Μόλις κατακτήσει τον στρατό του Μάρα

σίγουρα θα πραγματώσει την ιερή αφύπνιση, όπως και οι Νικητές του παρελθόντος. [F.161.α]

Πατέρα, δεν γυρεύει φασαρίες και διαμάχες μαζί μας.

Αν και που οι δυνάμεις μας είναι ισχυρές, το έργο μας θα ήταν δύσκολο.

 

"Κοίτα πατέρα τον ουρανό. Αμέτρητοι τέλειοι Μποντισάτβα,

με κοσμήματα στην κορφή του κεφαλιού τους , περιμένουν με σεβασμό.

Στα άκρα τους αυτές οι πηγές πλούτου κοσμούνται με γιρλάντες λουλουδιών.

Κατέχουν τις δέκα δυνάμεις και ήρθαν εδώ για να τον τιμήσουν.

 

"Όλα τα έμψυχα, αλλά ακόμα και τα άψυχα,

τα δέντρα, τα βουνά, οι θεοί, οι γιάκσα και τα γκαρούντα,

όλοι υποκλίνονται στο όρος αυτό των ποιοτήτων.

Πατέρα, θα ήταν καλύτερο να τον αφήσουμε ήσυχο σήμερα."

 

"Επιπλέον,

Δεν διασχίζει κανείς, αν δεν μπορεί να φτάσει στο τέρμα.

Δεν θα σκάψει κανείς, αν δεν μπορεί να βγάλει τη ρίζα.

Με την ανεκτικότητά του, κανείς δεν μπορεί να τον θυμώσει ή να τον κάνει να υποφέρει.

Δεν μπορεί να κάνει κανείς κάτι, για να τον δυσαρεστήσει."

 

Τότε, μοναχοί, οι οκτώ θεές που κατοικούν στο δέντρο της φώτισης,

Σρι, Βίντι, Τάπα, Σρεγιασί, Βιντού, Οτζοπάλα, Σατυαβαντίνι και Σαμανγκίνι-

τίμησαν τον Μποντισάτβα, και δοξάζοντάς τον, επικαλέστηκαν τα δεκαέξι είδη μεγαλείου:

 

"Ιερέ Εσύ, είσαι όμορφος,

σαν το φεγγάρι στο φωτεινό δεκαπενθήμερο.

Έχεις λαμπερό νου, είσαι ακτινοβόλος

σαν τον ήλιο την αυγή.

 

" Καθαρό ον, έχεις ανθίσει,

σαν το λωτό στη λίμνη.

Καθαρό ον, βρυχάσαι,

σαν το λιοντάρι με τη χαίτη, που κινείται στη ζούγκλα.

 

" Ανώτατο ον, λάμπεις,

όπως ο βασιλιάς των βουνών στη μέση του ωκεανού.

Καθαρό ον, είσαι ψηλά,

όπως το δακτυλίδι των γύρω βουνών.

 

"Ανώτατο Ον, δύσκολα σε βυθομετρά κανείς,

σαν πλούσιο σε πετράδια ωκεανό.

Προστάτη του κόσμου, ο νους σου είναι απέραντος,

Όπως ο απεριόριστος ουρανός.

 

"Καθαρό Όν, ο νους σου είναι σταθερός,

σαν τη γη, στηρίζεις όλα τα όντα. [F.161.b]

Ανώτατο Όν, ο νους σου δεν είναι ποτέ θολός,

σαν τη λίμνη Αναβάπτα, είναι πάντα ήρεμος.

 

"Ανώτατο Όν, ο νους σου δεν έχει παγιωμένη κατοικία.

Όπως ο άνεμος, δεν χασομεράει κάπου στον κόσμο.

Ανώτατο Όν, δύσκολα σε συναντά κανείς,

όπως ο βασιλιάς της φωτεινότητας, είσαι απαλλαγμένος από κάθε έπαρση.

 

"Ιερό Όν, είσαι πανίσχυρος.

Σαν τον Ναραγιάνα, δύσκολα εξημερώνεσαι.

Προστάτη του κόσμου, έχεις ακλόνητη αποφασιστικότητα,

δεν θα μετακινηθείς από τη θέση της φώτισης.

 

"Σαν τον κεραυνό που εξαπολύθηκε από το χέρι του Ίντρα,

Ανώτατο Όν, δεν επιστρέφεις πίσω.

Ανώτατο Όν, θα πραγματώσεις πλήρως τον στόχο σου.

Σύντομα θα προικιστείς με τις δέκα πλήρεις δυνάμεις."

 

Μ' αυτόν τον τρόπο, μοναχοί, οι θεές στο δέντρο μπόντι, δόξαζαν τον Μποντισάτβα επικαλούμενες τα δεκαέξι είδη μεγαλοπρέπειας.

 

Τότε, οι θεοί των καθαρών πεδίων, προσπάθησαν να αποθαρρύνουν τον Μάρα με δεκαέξι διαφορετικούς τρόπους:

 

"Δαιμονικέ εσύ, είσαι χαμένος.

Κλωσάς σαν τον γέρικο γερανό.

Δαιμονικέ, είσαι ανίσχυρος,

σαν τον γέρο ελέφαντα που βουλιάζει στον βάλτο.

 

"Δαιμονικέ, είσαι μόνος σου,

σαν χαμένος που προσποιείται τον ήρωα.

Δαιμονικέ, δεν έχεις κανέναν μαζί σου,

σαν αυτόν που πάσχει από μια μεταδοτική ασθένεια κι εγκαταλείπεται στο δάσος.

 

" Δαιμονικέ, είσαι αδύναμος,

σαν ένα νεαρό ταύρο που καταπονείται από βαρύ φορτίο.

Δαιμονικέ, σε έριξαν κάτω

σαν το δέντρο που το ρίχνει ο άνεμος.

 

"Δαιμονικέ, είσαι σε λάθος δρόμο,

σαν τον ταξιδιώτη που έχει χάσει τον δρόμο του.

Δαιμονικέ, είσαι χαμηλότερα κι από τους χαμηλούς,

σαν τον φτωχό που ζηλεύει.

 

"Δαιμονικέ, είσαι φλύαρος

σαν το αναιδές κοράκι.

Δαιμονικέ, σε πλημμυρίζει η περηφάνεια

σαν τον αχάριστο κακούργο.

 

"Δαιμονικέ, σήμερα θα το σκάσεις,

σαν το τσακάλι στον βρυχηθμό του λιονταριού.

Δαιμονικέ, σήμερα θα σκορπίσεις

σαν το πουλί που το τινάζει πέρα ο βρυχηθμός του ανέμου.

 

"Δαιμονικέ, χωρίς να ξέρεις πότε είναι η κατάλληλη στιγμή,

είσαι σαν ζητιάνος που η αρετή του έχει τελειώσει.

Δαιμονικέ, σήμερα θα εγκαταλειφθείς,

σαν το σπασμένο δοχείο μες στη σκόνη.

 

"Δαιμονικέ, σήμερα θα σε κρατήσει ο Μποντισάτβα

σαν το φίδι από τα μάγια.

Δαιμονικέ, είσαι εντελώς ανίσχυρος,

σαν τον Ουρούντα[10]που έχασε χέρια και πόδια."

 

Μοναχοί, με αυτούς τους δεκαέξι τρόπους οι θεοί από τα καθαρά πεδία προσπάθησαν να αποθαρρύνουν τον Μάρα. Επίσης, μοναχοί, οι θεοί που υπηρετούσαν τον Μποντισάτβα, προσπάθησαν επίσης να κλονίσουν την αποφασιστικότητα του Μάρα, με δεκαέξι τρόπους. Ποια ήταν αυτοί;

 

" Δαιμονικέ, σήμερα θα νικηθείς από τον Μποντισάτβα

σαν στρατιώτης του εχθρού από τον ήρωα.

Δαιμονικέ, θα σε κρατήσει κάτω ο Μποντισάτβα,

σαν αδύναμος παλαιστής από τον ισχυρό.

 

" Δαιμονικέ, σήμερα θα σε ξεπεράσει ο Μποντισάτβα

σαν πυγολαμπίδα απ' τον ήλιο.

Δαιμονικέ, σήμερα θα διασκορπιστείς από τον Μποντισάτβα,

σαν χούφτα άχυρα από τον δυνατό αέρα.

 

"Δαιμονικέ, σήμερα θα τρομοκρατηθείς από τον Μποντισάτβα,

σαν το τσακάλι απ' το λιοντάρι.

Δαιμονικέ, σήμερα θα σε ρίξει ο Μποντισάτβα,

σαν το υπέροχο δέντρο πούχει κομμένες ρίζες.

 

"Δαιμονικέ, σήμερα θα καταστραφείς από τον Μποντισάτβα,

σαν εχθρική πόλη από μεγάλο βασιλιά.

Δαιμονικέ, σήμερα θα στεγνώσεις από τον Μποντισάτβα

σαν το πλημμυρισμένο χνάρι της αγελάδας.

 

"Δαιμονικέ, σήμερα θα το σκάσεις από τον Μποντισάτβα,

σαν τον εγκληματία που δραπετεύει από την εκτέλεση.

Δαιμονικέ, σήμερα θα σε πετάξει ο Μποντισάτβα,

σαν σμήνος μελισσών που πετά μακριά από την κάψα της φωτιάς.

 

"Δαιμονικέ, θα πληγωθείς από τον Μποντισάτβα,

σαν τον νόμιμο βασιλιά που χάνει το βασίλειό του.

Δαιμονικέ, σήμερα θα εμφανιστείς εξ αιτίας του Μποντισάτβα

σαν γέρος γερανός με ψαλιδισμένα φτερά. [F.162.b]

 

"Δαιμονικέ, σήμερα θα αποστερηθείς τα προς το ζην σου από τον Μποντισάτβα,

σαν τον κουρασμένο ταξιδιώτη χωρίς προμήθειες στην ερημιά.

Δαιμονικέ, σήμερα θα κλαις εξ αιτίας του Μποντισάτβα,

σαν ναυαγός στη θάλασσα.

 

"Δαιμονικέ, σήμερα θα εξαντληθεί η ζωτική σου δύναμη από τον Μποντισάτβα,

σαν το γρασίδι και τα δέντρα απ' τη φωτιά, στο τέλος ενός κάλπα.

Δαιμονικέ, σήμερα θα συντριβείς από τον Μποντισάτβα,

σαν τη κορφή του βουνού, από τον ισχυρό κεραυνό."

 

Παρόλη την προσπάθεια που κατέβαλλε η συνοδεία των θεών για να αποθαρρύνει τον Μάρα, μοναχοί ,με τους δεκαέξι αυτούς τρόπους, εκείνος δεν αποθαρρυνόταν.

Γι αυτό το θέμα έχει ειπωθεί το εξής:

 

Παρόλο που το πλήθος των θεών ζητούν να γυρίσει πίσω, ο Αντάκα δεν δίνει σημασία, αλλά λέει, "Κόψτε τον! Χτυπήστε τον! Καταστρέψτε τον! Μην τον αφήσετε να ξεφύγει ζωντανός!"

Εάν απελευθερωθεί, θα ελευθερώσει και το δικό μου πεδίο καθώς και άλλα πεδία. Η μόνη όμως απελευθέρωση που υπάρχει γι αυτόν τον ζητιάνο, είναι να σηκωθεί και να φύγει."

 

Ο Μποντισάτβα είπε:

 

"Ο βασιλιάς των βουνών, το Όρος Μερού, μπορεί να μετακινηθεί και όλα τα όντα να πάψουν να υπάρχουν.

Όλα τα αστέρια, οι πλανήτες και το φεγγάρι μπορεί να πέσουν από τον ουρανό στη γη.

Είναι πιθανό όλα τα όντα να σκέφτονται και να ενεργούν από κοινού και οι μεγάλοι ωκεανοί να στεγνώσουν.

Αλλά είναι αδύνατο κάποιος σαν εμένα να μετακινηθεί ποτέ από τον βασιλιά των δέντρων. "

 

Ο Μάρα απάντησε:

 

"Είμαι κύριος των επιθυμιών και κύριος του σύμπαντος.

Εξουσιάζω τους θεούς, τους ημίθεους, τους ανθρώπους και τα ζώα.

Όλα βρίσκονται υπό τον έλεγχό μου.

Οπότε σήκω! Δεδομένου ότι βρίσκεσαι στο πεδίο μου, υπάκουσε στις διαταγές μου! "

 

Ο Μποντισάτβα είπε:

 

"Αν είσαι αυθεντία των αισθητήριων απολαύσεων, τότε δεν είσαι καμία αυθεντία.

Κοίτα ποιος είμαι στην πραγματικότητα - είμαι κύριος του Ντάρμα.

Εάν είσαι ο κύριος των αισθητήριων απολαύσεων, τότε δεν θα έπρεπε να πηγαίνεις στα κατώτερα πεδία.

Ενώ παρακολουθείς ανίσχυρος, θα πραγματώσω τη φώτιση. "

 

Ο Μάρα απάντησε:

 

"Μοναχέ, τι κάνεις εδώ πέρα μόνος σου στην ερημιά;

Δεν είναι εύκολο να βρεις αυτό που ψάχνεις.

Ο Μπργκου, ο Ανγκίρας και άλλοι που ασκήθηκαν στις στερήσεις [F.163.a]

δεν πραγμάτωσαν την υπέρτατη κατάσταση, πόσο μάλλον εσύ που είσαι κοινός άνθρωπος."

 

Ο Μποντισάτβα είπε:

 

"Έχοντας ένα νου γεμάτο θυμό και επιθυμία για τα θεϊκά πεδία,

με την πεποίθηση ότι ο εαυτός είναι, είτε μόνιμος είτε παροδικός,

και με τη σκέψη ότι η απελευθέρωση είναι ένας τόπος που μπορείς να πας,

με τέτοιες λανθασμένες προκαταλήψεις, οι σοφοί του παρελθόντος ασκούνταν στον ασκητισμό.

 

" Χωρίς να γνωρίζουν την αλήθεια, δίδαξαν για την ύπαρξη μιας ψυχής,

και ισχυρίζονταν διάφορα, όπως, ότι αυτή η ψυχή διαπερνά τα πάντα,

ή ότι είναι περιορισμένη σε κάποιες θέσεις, ότι είναι αιώνια,

με μορφή ή χωρίς μορφή, με ιδιότητες ή χωρίς ιδιότητες,

ότι είναι παράγοντας ή όχι[11]. Αυτά ισχυρίζονταν.

 

"Σήμερα όμως, καθισμένος σ' αυτή την θέση, θα πραγματώσω την αμόλυντη φώτιση.

Θα σε νικήσω Μάρα και θα αποκρούσω τον στρατό και τους στρατιώτες σου.

Θα εξηγήσω στον κόσμο για την προέλευση, την εμφάνιση των πραγμάτων

και τη νιρβάνα, την άψογη κατάσταση όπου η δυστυχία γαληνεύει."

 

Ο Μάρα αναστατωμένος, θυμωμένος κι οργισμένος, είπε σκληρά λόγια:

 

"Πιάστε τον Γκαουτάμα, που κάθεται μόνος του στην ερημιά και φέρτε τον σε μένα γρήγορα!

Φέρτε τον στο παλάτι μου, αλυσοδέστε τον και κάντε τον φύλακά μου!

Θα τον βλέπω να υποφέρει και να φωνάζει ακατάληπτα με διάφορους τρόπους,

ως σκλάβος των θεών."

 

Ο Μποντισάτβα απάντησε:

 

"Μπορεί κάποιος να ζωγραφίσει στον άδειο ουρανό,

ή να πιάσει τον άνεμο με το λάσο,

ή να ρίξει τον ήλιο και το φεγγάρι από τον ουρανό στη γη,

όμως εσύ ή αμέτρητα όντα σαν κι εσένα,

δεν θα με αναγκάσουν ποτέ να φύγω από αυτό το δέντρο."

 

Ο ισχυρός στρατός των δαιμόνων άρχισε να προχωρά.

Με άγριες κραυγές, φυσώντας κοχύλια και χτυπώντας διάφορα τύμπανα, ρώτησαν,

"Όταν βλέπεις τον τρομακτικό αυτό στρατό του Μάρα,

γιε μας, καλό μας παιδί, δεν έχεις ήδη εκμηδενιστεί;

 

"Είσαι τόσο φωτεινός, σαν τον χρυσό του ποταμού Τζάμπου ή το περικάρπιο του άνθους τσαμπάκα.

Είσαι νέος, σε επαινούν και σε τιμούν θεοί και άνθρωποι.

Σήμερα όμως θα συναντήσεις την καταστροφή σου σ' αυτή τη μεγάλη μάχη.

Θα σε κυριέψει ο Μάρα, σαν το φεγγάρι που κυριεύτηκε από τον ημίθεο."

 

Με τη φωνή του Μπράχμα και το κάλεσμα του κούκου [F.163.b]

ο Τατάγκατα είπε στις ορδές των γιάκσα και ράκσασα:

"Αυτός που ελπίζει να απομακρύνει κάποιον σαν κι εμένα από το τέλειο δέντρο,

είναι ένας ανόητος που προσπαθεί να τρομάξει το ίδιο το διάστημα.

 

"Κανείς δεν μπορεί να με βλάψει εδώ, κάτω από αυτό το δέντρο,

ούτε αυτός που μπορεί να καταστρέψει τον τρισχιλιόκοσμο και να μετρήσει τα μόρια της σκόνης του,

ούτε αυτός που μπορεί να ρουφήξει όλο το νερό των ωκεανό με ένα καλάμι,

ούτε καν αυτός, που μπορεί να σχίσει το υπέρτατο διαμαντένιο βουνό μέσα σε μια στιγμή."

 

Ο Μάρα, νοιώθοντας έτσι περιορισμένος, εξοργίστηκε.

Κρατώντας ψηλά το κοφτερό σπαθί του είπε:

"Μοναχέ, σήκω γρήγορα και κάνε αυτό που σου λέω,

αλλιώς θα σε κόψω σαν το καλάμι ή το χόρτο ντούρβα[12]."

 

Ο Μποντισάτβα απάντησε:

 

"Ακόμα κι αν αυτός ο τρισχιλιόκοσμος ήταν γεμάτος δαίμονες,

που ο καθένας τους έφτιαχνε ένα σπαθί, μεγάλο όσο το όρος Μερού,

δεν  θα μπορούσαν να λυγίσουν μια τρίχα στο σώμα μου, πόσο μάλλον να με σκοτώσουν.

Μη δυσπιστείτε. Σας υπενθυμίζω την ακλόνητη αποφασιστικότητα μου. "

 

Με πρόσωπα σαν της καμήλας, του βοδιού και του ελέφαντα και τρομακτικά μάτια,

με δηλητηριώδη φίδια αντί για χέρια, με φρικτά δηλητηριώδη μάτια,

εκσφενδόνισαν λάβα πάνω του, καθώς και δέντρα με τις ρίζες τους, χαλκό και σίδηρο.

 

Σαν σύννεφα συγκεντρώθηκαν από τις τέσσερις κατευθύνσεις,

βρυχώμενοι, ρίχνοντας κεραυνούς κι αστροπελέκια, σιδερένιες οβίδες,

ξίφη, δόρατα, αιχμηρά τσεκούρια και δηλητηριασμένα βέλη.

Έκαναν σκόνη την επιφάνεια της γης και τα δέντρα.

 

Μερικοί είχαν εκατό χέρια και εκτόξευσαν εκατό βέλη.

Από το στόμα τους έβγαλαν δηλητηριώδη φίδια και φωτιά,

ενώ άρπαζαν κροκόδειλους και άλλα υδρόβια πλάσματα από τον ωκεανό.

Κάποιοι μετατράπηκαν σε γκαρούντα και εφόρμησαν στα φίδια.

 

Εξαγριωμένοι, κάποιοι πέταξαν σιδερένιες οβίδες όμοιες με το όρος Μερού,

και φλεγόμενες βουνοκορφές.

Χτυπώντας το έδαφος, έκαναν τη γη να τρέμει

και ανακατεύτηκαν οι υπόγειες μάζες νερού.

 

Κάποιοι πήδηξαν μπροστά του και άλλοι τον επιτέθηκαν από πίσω.

Φωνάζοντας, "Μικρέ εσύ!" επιτέθηκαν από τα αριστερά και από τα δεξιά.

Τα χέρια και τα πόδια τους γύρισαν ανάποδα και τα κεφάλια τους ήταν πυρακτωμένα.

Αστραφτεροί κεραυνοί βγήκαν από τα μάτια τους.

 

Βλέποντας τον τερατώδη αυτό στρατό των δαιμόνων, με τις αφύσικες μορφές,

το καθαρό ον κατανόησε ότι ήταν σαν μια ψευδαίσθηση. [F.164.a]

"Δεν υπάρχει εδώ Μάρα, ούτε στρατός, ούτε οντότητες, ούτε εαυτός.

Σαν το φεγγάρι που αντανακλάται σε μια λίμνη, έτσι περιστρέφεται αυτό το τρίπτυχο σύμπαν.

 

"Δεν υπάρχει μάτι, ούτε άντρας, ούτε γυναίκα, ούτε εαυτός,

δεν υπάρχει ούτε αυτί, ούτε μύτη, ούτε γλώσσα, ούτε σώμα.

Κανείς δεν δημιούργησε αυτά τα φαινόμενα και κανείς δεν τα βιώνει.

Αναδύονται σε αλληλεξάρτηση και είναι κενά, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά."

 

Όταν διακήρυξε την αλήθεια της κενότητας των φαινομένων,

οι γιάκσα που ήταν δεκτικοί στην πειθαρχία

αντιλήφθηκαν τα όπλα στα χέρια τους ως γιρλάντες λουλουδιών.

Αυτό το αποτέλεσμα είχαν τα λόγια που είπε Εκείνος που Πάντα Λέει την Αλήθεια.

 

Με χάρη άφησε το δεξί του χέρι να κατέβει στο σώμα του, από το κεφάλι ως τα δάκτυλα,

το χέρι του που ήταν στολισμένο μ' ένα λεπτό πλέγμα,

με τα όμορφα χάλκινα νύχια, που έλαμπαν σαν τον χρυσό του ποταμού Τζάμπου,

και το σημάδι του τροχού με τις χίλιες ακτίνες, το ευνοϊκό σύμβολο της αρετής.

 

Τέντωσε το χέρι του σαν κεραυνός που χτυπά τη γη

και είπε, "Αυτή η γη είναι μάρτυράς μου.

Στο παρελθόν έκανα αμέτρητες περίτεχνες προσφορές

και ποτέ δεν αρνήθηκα σ' εκείνους που μου ζήτησαν.

 

"Το νερό, η φωτιά και ο αέρας είναι μάρτυρές μου,

καθώς και ο Μπράχμα, ο άρχοντας των όντων, ο ήλιος, το φεγγάρι και τ' αστέρια.

Οι Βούδες των δέκα κατευθύνσεων είναι μάρτυρές μου.

Η πειθαρχία, η εξάσκηση και οι ανώτεροι κλάδοι της φώτισης είναι όλοι μάρτυρές μου.

 

"Η γενναιοδωρία, η πειθαρχία και η υπομονή είναι μάρτυρές μου.

Η επιμέλεια, η συγκέντρωση και η γνώση, οι τέσσερις απεριόριστοι στοχασμοί και οι πέντε ανώτερες γνώσεις, είναι μάρτυρές μου.

Στην πραγματικότητα όλες οι σταδιακές ασκήσεις αφύπνισης, είναι μάρτυρές μου.

 

" «Ωστόσο, όλα τα όντα στις δέκα κατευθύνσεις,

με όλη τη δύναμη της αρετής, την πειθαρχία και τη σοφία,

και όλες τις απεριόριστες προσφορές τους,

δεν ισοδυναμούν ούτε με το ένα εκατοστό των ιδιοτήτων που έχει μια τρίχα μου. "

 

Άγγιξε με χάρη το χέρι του στη γη

κι η γη αντήχησε σαν χάλκινο αγγείο.

Όταν το άκουσε ο Μάρα, έπεσε στο έδαφος

και άκουσε αυτά τα λόγια, "Χτύπα! Πιάσε τον φίλο αυτό του σκότους."

 

Καθώς το σώμα του Μάρα άρχισε να ιδρώνει, η λαμπρότητα του εξαφανίστηκε και το πρόσωπό του χλόμιασε.

Ο Μάρα τώρα είδε τον εαυτό του να γερνά.

Χτύπησε το στήθος του και φώναξε με φόβο, δεν υπήρχε όμως κανείς για να τον προστατέψει.

Ο νους του ήταν μπερδεμένος και οι σκέψεις του θολές.

 

Οι ελέφαντες, τα άλογα, τα οχήματα και οι άμαξες, έπεσαν στο έδαφος.

Οι γιάκσα, οι κουμπάντας και οι σαρκοφάγοι, τρομοκρατήθηκαν και έτρεξαν.

Αποπροσανατολισμένοι, δεν μπορούσαν να βρουν το δρόμο τους,

χωρίς απάγκιο ή προστασία, έφυγαν σαν τα πουλιά που βλέπουν το δάσος να καίγεται.

 

Οι γονείς, τα παιδιά, τα αδέλφια τους ρώτησαν:

"μήπως τους είδατε, που έχουν πάει;"

Κι έτσι άρχισαν να διαφωνούν και να καυγαδίζουν μεταξύ τους.

"Τέτοιο κακό μας έχει βρει, που δεν υπάρχει περίπτωση να ζήσουμε."

 

Αυτός ο μεγάλος στρατός δαιμόνων, ο τέλεια ακλόνητος,

τώρα πια είχε σκορπίσει, όλοι είχαν φύγει, κανείς δεν ήταν πια μαζί.

Επτά μέρες είχαν να ειδωθούν κι όταν τελικά είδαν τις πλασματικές μορφές τους, είπαν: "Πόσο υπέροχο είναι που σε βλέπω ζωντανό."

 

Η θεά του δέντρου, ένοιωσε συμπόνια.

Πήρε το βάζο με νερό και ράντισε τον φίλο του σκότους.

"Σήκω γρήγορα! Πρέπει να φύγεις χωρίς καθυστέρηση!

Αυτό συμβαίνει σ' εκείνους που δεν προσέχουν τα λόγια του Δασκάλου."

 

Ο Μάρα απάντησε:

 

" Δεν άκουσα την ευγενική και χρήσιμη συμβουλή των γιων μου,

και πρόσβαλλα ένα απόλυτα αγνό ον.

Επομένως, τώρα θα αποκομίσω πόνο, φόβο, ατυχία, θλίψη, καταστροφή,

θρήνος, απώλεια τιμής και αυτή την άθλια κατάσταση. "

 

Η θεά απάντησε:

 

"Ο ανόητος που προσβάλλει αυτούς που είναι άψογοι

θα συναντήσει πολλά προβλήματα—

φόβος, ταλαιπωρία, καταστροφές, δυστυχία,

θρήνος, φόνο και δουλεία."

 

Οι ηγέτες των θεών, οι ημίθεοι, γκαρούντα, κιμνάρα και ράκσασα,

ο Μπράχμα, ο Ίντρα και οι θεοί του πεδίου που Χρησιμοποιούν τις Εκδηλώσεις των Άλλων

και του Πεδίου της Χαράς, όλοι διακήρυξαν τη νίκη του και φώναξαν,

"Κατάκτησες τον στρατό του Μάρα! Ήρωα του κόσμου, νίκησε!"

 

Πρόσφεραν γιρλάντες από μαργαριτάρια, μισοφέγγαρα, ομπρέλες, σημαίες και λάβαρα,

τον έραναν με λουλούδια και σκόνες από αετόξυλο[13], ταγκάρα[14] και σανταλόξυλο.

Τραγούδησαν κι έπαιξαν μουσική,

"Κάθισε στο δέντρο, Ήρωα, Λιοντάρι που Κατακτά τους Εχθρούς του.

 

"Σ' αυτό το ανώτατο κάθισμα, κατέκτησες με αγάπη τον πονηρό στρατό των δαιμόνων.

Ήρωα, σήμερα θα αφυπνιστείς!

Σήμερα θα πραγματώσεις τις δέκα δυνάμεις, τις μοναδικές ιδιότητες,

τις ξεχωριστές κατανοήσεις και τις εμπειρίες ενός Βούδα.

 

" Για να εξημερώσεις τον Μάρα, μπήκες σε αυτήν τη μάχη.

Υπήρχαν 360 εκατομμύρια όντα που είδαν

τη δύναμη και την ισχύ ενός τέλειου μποντισάτβα,

και 240 εκατομμύρια που εμφάνισαν την επιθυμία για την τέλεια φώτιση του Βούδα!"

 

Έτσι τελειώνει το 21ο κεφάλαιο - Καθυπόταξη του Μάρα [F.165.a]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] Phut phut, picut, phulu phulu! 

[2] guhyakas-πιθανόν τάξη ημιθέων           https://www.wisdomlib.org/definition/guhyaka 

[3] Namuci-στον Βουδισμό είναι επίθετο του Μάρα    wikipedia 

[4] Οι πρώτοι τρεις στίχοι αυτής της στροφής, λείπουν στο σανσκριτικό κείμενο 

[5] υδρόβιο πτηνό 

[6] Ο Rāhu είναι ένα από τα εννέα μεγάλα αστρονομικά σώματα (navagraha) στα ινδουιστικά κείμενα. Σε αντίθεση με τα περισσότερα από τα άλλα, ο Ραχού είναι μια σκιώδης οντότητα, που προκαλεί εκλείψεις και είναι ο βασιλιάς των μετεωριτών. Ο Ραχού αντιπροσωπεύει την άνοδο του φεγγαριού στην προηγούμενη τροχιά του γύρω από τη γη.    wikipedia 

[7] Έχουν προηγουμένως αναφερθεί 32 

[8] Pterospermum acerifolium or karnikara tree, όλα τα μέρη του δέντρου έχουν φαρμακευτικές και άλλες πρακτικές χρησιμότητες   wikipedia    

[9] Magnolia champaca Ανήκει στη οικογένεια μανόλιας, με όμορφα λουλούδια που χρησιμοποιούνται για προσφορές, διακόσμηση και άρωμα. 

[10] Uruṇḍa 

[11] an agent and not an agent 

[12] Κυνόδους ο δάκτυλος ή αγριάδα 

[13] aloewood or agarwood/ Aquilaria malaccensis Lam. 

[14] Tagara in Ayurveda glossary, είδος βαλεριάνας

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου