6o Κεφάλαιο
–Είσοδος στην Μήτρα
Αφού πέρασε η εποχή του κρύου, μοναχοί, ήρθε η άνοιξη. Η καλύτερη εποχή ήταν τον τρίτο μήνα της άνοιξης, όταν το φεγγάρι έμπαινε στον αστερισμό Βισάκα. Τα φύλλα των δέντρων αναπτύχθηκαν και άνθισαν τα πιο υπέροχα λουλούδια. Δεν είχε ούτε ζέστη ούτε κρύο, ούτε υπήρχε ομίχλη ή σκόνη στην ατμόσφαιρα. Το φρέσκο γρασίδι είχε καλύψει παντού τα πάντα.Ο Άρχοντας των Τριών Κόσμων, [55] ο σεβαστός σε όλους τους κόσμους, έκρινε πως είχε έρθει η ώρα. Την δέκατη πέμπτη μέρα, κατά την πανσέληνο, ενώ η μελλοντική του μητέρα κρατούσε τους όρκους ποσάντα κατά την διάρκεια του αστερισμού Πούσυα, ο Μποντισάτβα μετακινήθηκε, εν πλήρη συνείδηση και επίγνωση, από το Πεδίο της Χαράς στην μήτρα της μητέρα του. [F.32a]Μπήκε μέσα από την δεξιά πλευρά της μητέρας του στη μορφή ενός μωρού λευκού ελέφαντα. Το κεφάλι του είχε το χρώμα ενός κοκκινωπού εντόμου και οι χαυλιόδοντές του είχαν αστραφτερό χρυσό χρώμα. Είχε πλήρεις ικανότητες και άθικτα άκρα. Όταν μπήκε, καθόταν πάντα στη δεξιά πλευρά της μήτρας και ποτέ στην αριστερή. Όταν αυτό συνέβη, η βασίλισσα Μάγυα κοιμόταν στο όμορφο κρεβάτι της και έβλεπε το εξής όνειρο:Ένας ασημόλευκος ελέφαντας με έξι χαυλιόδοντες,με όμορφα πόδια, εξαίσια προβοσκίδα και χαριτωμένο κόκκινο κεφάλι,έχοντας όμορφο βηματισμό και αρθρώσεις στέρεες σαν διαμάντι-αυτό ο τέλειος ελέφαντας μπήκε στη μήτρα της.Ποτέ δεν είχε δει, ούτε είχε ξανακούσει ή βιώσειτέτοια σπάνια ευτυχία.Με αυτήν τη σωματική και νοητική ευδαιμονία,έμεινε σε διαλογιστική απορρόφηση.Όταν η βασίλισσα Μάγυα ξύπνησε, στολίστηκε με κοσμήματα και ριχτά υφάσματα. Αναζωογονημένη στο σώμα και στο νου, αισθανόταν τρυφερότητα, χαρά και ηρεμία. Έπειτα σηκώθηκε από το κρεβάτι της και κατέβηκε από τα ανώτερα διαμερίσματα του παλατιού, έχοντας γύρω της τις θεραπαινίδες της. Πήγε προς το δάσος με τα δέντρα ασόκα, κι εκεί αισθάνθηκε άνετα. Τότε έστειλε ένα μήνυμα στον βασιλιά Σουντοντάνα: «Μεγαλειότατε έλα σε παρακαλώ, η βασίλισσα θέλει να σε δει.»Όταν άκουσε ο βασιλιάς αυτό το μήνυμα, ένοιωσε πολύ ενθουσιασμένος και αμέσως σηκώθηκε από τον θρόνο του. Μαζί με τους υπουργούς και τους ανθρώπους της πόλης, τους συγγενείς και τους υπηρέτες πήγε στο δάσος ασόκα. Όμως καθώς έφτανε, αισθάνθηκε το σώμα του ξαφνικά πολύ βαρύ και δεν μπορούσε να μπει στο δάσος. Έτσι έκατσε στην είσοδο του δάσους. Στοχάστηκε για λίγο και είπε αυτούς τους στίχους: [F. 32b]«Δεν θυμάμαι να έχω αισθανθεί το σώμα μου τόσο βαρύ ξανά, [56] ακόμα και τότε που οδηγούσα τον στρατό των στρατιωτών μου σε μάχη.Τώρα δεν μπορώ να μπω ούτε καν στη δική μου ιδιοκτησία.Μπορεί κάποιος να μου πει τι συμβαίνει;»Μερικοί θεοί των καθαρών πεδίων που βρίσκονταν στη μέση του ουρανού, φανέρωσαν το μισό τους σώμα και είπαν αυτούς τους στίχους στον βασιλιά:«Μεγαλειότατε, ένας Μποντισάτβα, ένα μεγάλο ον,με ιδιότητες πειθαρχίας και άσκησης, που είναι σεβαστός στους τρεις κόσμους,που έχει αγάπη και έλεος, που είναι ενδυναμωμένος με αρετή και σοφία,άφησε το Πεδίο της Χαράς για την μήτρα της βασίλισσας Μάγυα, με σκοπό να γίνει γιος σου.»Τότε ο βασιλιάς, ενώνοντας τα χέρια του και σκύβοντας το κεφάλι του,μπήκε στο δάσος, πλημμυρισμένος από σεβασμό και δέος.Χωρίς υπερηφάνεια ή αλαζονεία, κοίταξε την βασίλισσα Μάγυακαι ρώτησε, «Τι μπορώ να κάνω για σένα; Πες μου τι να κάνω.»Η βασίλισσα αποκρίθηκε:«Ένας πανέμορφος ελέφαντας λευκός σαν το χιόνι ή το ασήμι,πιο εκθαμβωτικός κι από τον ήλιο ή τη σελήνη, με καλές αναλογίες,με όμορφα πόδια, με έξι μεγάλους χαυλιόδοντες και αρθρώσεις γερές σαν το διαμάντι,μπήκε στη μήτρα μου– άκου σε παρακαλώ αυτήν την ιστορία.«Στον ύπνο μου είδα αυτόν τον τρις/χιλιόκοσμο να φωτίζεται, να εξαφανίζεται το σκοτάδι του, ενώ δέκα εκατομμύρια θεοί με επαινούσαν.Δεν ένοιωθα θυμό, κακία, μίσος ή σύγχυση.Ένοιωθα γαλήνη και πλήρης από την διαλογιστική συγκέντρωση. [57]«Αναρωτιέμαι, αυτό το όνειρο δείχνει ευτυχία ή δυστυχία για την οικογένειά μου;Είναι το όνειρό μου γνήσιος οιωνός;Μεγαλειότατε, κάλεσε γρήγορα τους ιερείςπου έχουν ειδικότητα στις Βεδικές πραγματείες για τα όνειρα.»Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο βασιλιάς κάλεσε αμέσως τους ιερείς.που ήταν ειδικοί στις Βέδες και τις πραγματείες της.Όταν στάθηκαν οι ιερείς μπροστά την Μάγυα, αυτή τους είπε,«Ακούστε την ιστορία μου, αυτό ήταν το όνειρό μου.»Οι Βραχμάνοι απάντησαν, «Μεγαλειότατε, μίλα σε παρακαλούμε. Όταν ακούσουμε και το δικό σου όνειρο, τότε θα εξηγήσουμε.» [F. 33a]H βασίλισσα αποκρίθηκε:«Ένας πανέμορφος ελέφαντας λευκός σαν το χιόνι ή το ασήμι,πιο εκθαμβωτικός κι από τον ήλιο ή τη σελήνη, με καλές αναλογίες,με όμορφα πόδια, με έξι μεγάλους χαυλιόδοντες και αρθρώσεις γερές σαν το διαμάντι,μπήκε στη μήτρα μου– ακούστε σας παρακαλώ αυτήν την ιστορία.»Όταν άκουσαν αυτά τα λόγια, οι ιερείς είπαν:«Η τάξη σου δεν θα γευτεί καθόλου λύπη παρά μόνο μεγάλη ευχαρίστηση.Θα γεννήσεις έναν γιο που τα άκρα του θα στολίζουν τα σημάδια.Θα ανήκει σε βασιλική γενιά, ένας μεγάλος παγκόσμιος μονάρχης.«Αν αποκηρύξει τις απολαύσεις του, το βασίλειο και το παλάτι του,και συνεχίσει σαν μοναχός, χωρίς προσκόλληση, γεμάτος έλεος και αγάπη για τον κόσμο,θα γίνει ένας βούδας άξιος προσφορών στους τρεις κόσμους.Θα ικανοποιήσει τον κόσμο με την υπέρτατη γεύση του νέκταρ της αθανασίας.» [58]Μετά από αυτήν την θετική πρόβλεψη,οι ιερείς πήραν το γεύμα τους στο βασιλικό παλάτι,δέχτηκαν μια προσφορά δώρωνκαι τελικώς αποχώρησαν.Όταν μοναχοί, ο βασιλιάς Σουντοντάνα άκουσε αυτό το μήνυμα των ιερέων, που γνώριζαν πώς να αναλύουν τα σημεία και τα γνωρίσματα και γνώριζαν τις γραφές που ήταν σχετικές με τα όνειρα, έμεινε ικανοποιημένος. Ενθουσιασμένος, χαρούμενος και ευχαριστημένος, αισθανόταν χαρά και ευδαιμονία. Ευχαρίστησε τους ιερείς προσφέροντάς τους νόστιμα φαγητά και ποτά. Όταν χόρτασαν, τους διασκέδασε και τους πρόσφερε δώρα πρίν αναχωρήσουν.Την ίδια ώρα, σαν προσφορά για τον Μποντισάτβα, δίνονταν ελεημοσύνες στις τέσσερις πύλες της πόλης Καπιλαβάστου, σε όλα τα σταυροδρόμια και διασταυρώσεις. Ο βασιλιάς πρόσφερε τροφή στους πεινασμένους και ποτά στους διψασμένους. Πρόσφερε ρουχισμό σε όσους χρειάζονταν ρουχισμό, άμαξες σε όσους χρειάζονταν μεταφορικό μέσο, αρώματα σε αυτούς που ήθελαν αρώματα, γιρλάντες σ’ αυτούς που επιθυμούσαν γιρλάντες, λάδια σε αυτούς που ήθελαν αλοιφές, σεντόνια σ’ αυτούς που ήθελαν να κοιμηθούν, καταφύγιο στους άστεγους και όλα τα απαραίτητα σ’ αυτούς που λαχταρούσαν εφόδια.Έπειτα μοναχοί, [F.33b] ο βασιλιάς Σουντοντάνα σκέφτηκε, «Αναρωτιέμαι σε ποιο μέρος η βασίλισσα Μάγυα μπορεί να μένει με ευχαρίστηση και χωρίς μολύνσεις;»Τότε ακριβώς οι τέσσερις μεγάλοι βασιλείς πλησίασαν τον βασιλιά Σουντοντάνα και του είπαν: «Μεγαλειότατε μην ανησυχείς, παράμεινε με χαρά στην ισοψυχία. Εμείς θα ετοιμάσουμε ένα παλάτι για τον Μποντισάτβα.»Τότε ο Σάκρα, ο αρχηγός των θεών, πλησίασε τον βασιλιά Σουντοντάνα και του είπε:«Τα παλάτια των προστατών δεν είναι καλά,καλύτερα είναι εκείνα του πεδίου των Τριάντα Τριών.Θα δώσω ένα παλάτι στον Μποντισάτβαισάξιο με το δικό μου Vaijayanta.”Έπειτα ένας θεός από το Πεδίο που Είναι Απαλλαγμένο από Διαμάχες πλησίασε τον βασιλιά Σουντοντάνα και του είπε:«Όταν δέκα εκ/μύρια θεοί από το πεδίο του Σάκραείδαν το παλάτι μου, θαμπώθηκαν. [59]Αυτό το ένδοξο σπίτι, το καλύτερο στο Πεδίο που Είναι Απαλλαγμένο από Διαμάχες,το δίνω στον γιο του βασιλιά.»Έπειτα ένας θεός από το Πεδίο της Χαράς πλησίασε τον βασιλιά Σουντοντάνα και του είπε:«Αυτό το φημισμένο ον προηγουμένωςζούσε σε ένα απολαυστικό παλάτιόταν βρισκόταν στο Πεδίο της Χαράς.Αυτό το παλάτι θα προσφέρω τώρα στον Μποντισάτβα.»Έπειτα ένας θεός από το Πεδίο που Τέρπεται με τις Προβολές, πλησίασε τον βασιλιά Σουντοντάνα και του είπε:«Ένα ένδοξο, νοητικά δημιουργημένο παλάτιφτιαγμένο από πολύτιμα πετράδια,θα δώσω στον Μποντισάτβα, βασιλιά,ως πράξη λατρείας.»Έπειτα ένας θεός από το Πεδίο Αξιοποίηση των Προβολών Άλλων, πλησίασε τον βασιλιά Σουντοντάνα και του είπε:« Η λαμπρότητα του παλατιού μουεπισκιάζει το φως και τα χρώματακάθε άλλου όμορφου παλατιούοπουδήποτε κι αν βρίσκεται στο πεδίο της επιθυμίας.«Γι αυτό άσε με να δώσω αυτό το ένδοξο παλάτιως προσφορά στον Μποντισάτβα.Μεγαλειότατε θα φέρωτο όμορφο πολύτιμο παλάτι μου.«Είναι στρωμένο με θεϊκά λουλούδιακαι αρωματισμένο με θεϊκά αρώματα.Θα προσφέρω αυτό το ευρύχωρο παλάτι.Είθε εκεί να μείνει η βασίλισσα.»Έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο μοναχοί, στην όμορφη πόλη Καπιλαβάστου, οι διαπρεπείς θεοί του πεδίου της επιθυμίας [F.34a]παρουσίασαν ο καθένας την κατοικία του ως προσφορά στον Μποντισάτβα. Και ο ίδιος ο βασιλιάς Σουντοντάνα χορήγησε ένα έξοχο μέγαρο, που ξεπερνούσε κατά πολύ εκείνα που έχτισαν άλλοι άνθρωποι, αν και δεν συγκρινόταν με τα θεϊκά παλάτια. Μέσα από την δύναμη της διαλογιστικής συγκέντρωσης του Μποντισάτβα που ονομάζεται μεγάλη παράταξη όμως, η βασίλισσα Μάγυα εμφανίστηκε σε όλες εκείνες τις κατοικίες.Κατά την διάρκεια της παραμονής του Μποντισάτβα στην μήτρα της βασίλισσας Μάγυα, παρέμενε στην δεξιά πλευρά της μήτρας, καθισμένος με σταυρωμένα πόδια. [60] Επίσης, όλοι οι επικεφαλής θεοί πίστευαν πως η μητέρα του Μποντισάτβα κατοικούσε μόνο στην κατοικία που της είχαν προσφέρει και πουθενά αλλού.Πάνω σε αυτό το θέμα λέγεται το εξής:Ενώ ο Μποντισάτβα παρέμενε στην απορρόφηση που λέγεται μεγάλη παράταξη,εμφάνισε αμέτρητες μαγικές προβολές,που τέλεια εκπλήρωσαν τις επιθυμίες όλων των θεών.Εκπληρώθηκαν επίσης και οι επιθυμίες του βασιλιά.Έπειτα, κάποιοι θεοί της συνάθροισης αναρωτήθηκαν: «Ακόμα κι οι θεοί του πεδίου των Τεσσάρων Μεγάλων Βασιλέων γύρισαν πίσω καθώς πλησίασαν στις ανθρώπινες κατοικίες. Τι έγινε με τους θεούς της ανώτερης τάξης, του πεδίου των Τριάντα Τριών, του απαλλαγμένου από Διαμάχες πεδίου και του πεδίου της Χαράς; Πως μπορεί ο καθαρός Μποντισάτβα, που είναι απαλλαγμένος από άσχημες μυρωδιές, ο ανώτερος αυτού του κόσμου, το πετράδι μεταξύ των όντων, να φύγει από το θεϊκό Πεδίο της Χαράς και να μείνει για δέκα μήνες στο ανθρώπινο σώμα με την αποκρουστική μυρωδιά μέσα στην μήτρα της μητέρας του;»Εκείνη την στιγμή, απο την δύναμη του Βούδα, ο σεβάσμιος Ανάντα ρώτησε τον Ευλογημένο: «Ευλογημένε, ο Τατάγκατα έχει διδάξει πως το γυναικείο σώμα είναι κατώτερο και απολαμβάνει την επιθυμία. Αυτό ήταν εκπληκτικό. Αλλά είναι ακόμα πιο εκπληκτικό Κύριε, πως όταν εσύ ο ανώτερος σε όλους τους κόσμους, ήσουν στο παρελθόν ένας Μποντισάτβα, έφυγες από το θεϊκό Πεδίο της Χαράς, μπήκες στην μητέρα σου και παρέμεινες μέσα στο ανθρώπινο σώμα στην δεξιά πλευρά της μήτρας! [F. 34b] Αν και έχεις αναφέρει Ευλογημένε πως έγινε αυτό, ακόμα ξεπερνά την λογική μου!»Ο Ευλογημένος απάντησε: «Ανάντα, θέλεις να δεις το πολύτιμο οικοδόμημα που απόλαυσε ο Μποντισάτβα; Αυτό που απόλαυσε ο Μποντισάτβα κατά την παραμονή του στη μήτρα;»Ο Ανάντα απάντησε: «Ναι, σε παρακαλώ Ευλογημένε, τώρα αμέσως θα ήταν η τέλεια στιγμή. Αν ο Τατάγκατα θέλει να αποκαλύψει την απόλαυση του Μποντισάτβα, με μεγάλη μου χαρά θα παρακολουθούσα.» [61]Τότε, από την doing/πράξη/υλοποίηση;;; του Ευλογημένου, ο άρχοντας του Πεδίου Χωρίς Φόβο Μπράχμα, εξαφανίστηκε από το πεδίο του Μπράχμα μαζί με 6.8 εκ/μύρια θεούς του ίδιου πεδίου. Όλοι αυτοί εμφανίστηκαν μπροστά στον Ευλογημένο, όπου υποκλίθηκαν στα πόδια του Ευλογημένου και έκαναν περιφορές. Έπειτα ο Μπράχμα στάθηκε σε μια μεριά και υποκλίθηκε στον Ευλογημένο.Αν και ο Ευλογημένος το γνώριζε ήδη, ρώτησε τον Μπράχμα, τον άρχοντα του κόσμου Σάχα: «Μπράχμα, αφαίρεσες το οικοδόμημα που απόλαυσα στο παρελθόν, τότε που ήμουν Μποντισάτβα ξαι έκατσε για δέκα μήνες στην μήτρα της μητέρας μου;»Ο Μπράχμα απάντησε: « Ναι Ευλογημένε, ακριβώς Τατάγκατα.»«Που βρίσκεται τώρα Μπράχμα;» ρώτησε ο ΕυλογημένοςΚαι ο Μπράχμα αποκρίθηκε: «Είναι στο πεδίο Μπράχμα, Ευλογημένε.»«Τότε,» σχολίασε ο Ευλογημένος, «σ’ αυτήν την περίπτωση, φέρε το οικοδόμημα που με ευχαρίστησε για δέκα μήνες, όταν ήμουν Μποντισάτβα και δείξε το σε όλους για να δουν πως ήταν φτιαγμένο.»Τότε ο Μπράχμα, ο άρχοντας του Πεδίου Χωρίς Φόβο, είπε στους θεούς του πεδίου Μπράχμα: «Σας παρακαλώ περιμένετε εδώ, μέχρι να φέρω το οικοδόμημα που ευχαρίστησε τον Μποντισάτβα.»Τότε ο Μπράχα, ο άρχοντας του Πεδίου Χωρίς Φόβο, [F. 35a] αφού έβαλε το κεφάλι του στα πόδια του Ευλογημένου, χάθηκε από μπροστά του. Την ίδια στιγμή έφτασε στο πεδίο Μπράχμα. Εκεί είπε αυτά τα λόγια στον θεό Σουμπράχμα:«Φίλε μου, φύγε από το πεδίο του Μπράχμα και πήγαινε στο πεδίο των Τριαντατριών και πες τους: ‘Παίρνουμε το πολύτιμο οικοδόμημα που ευχαρίστησε τον Μποντισάτβα και το πάμε μπροστά στον Ευλογημένο. Όσοι από σας θα θέλατε να το δείτε ελάτε γρήγορα!’»Τότε ο Μπράχα, ο άρχοντας του Πεδίου Χωρίς Φόβο, μαζί με 84 τρις/μύρια θεούς, σήκωσαν το πολύτιμο οικοδόμημα που είχε ευφράνει τον Μποντισάτβα και το τοποθέτησαν πάνω από ένα μεγάλο μέγαρο, που ήταν τριακόσιες λεύγες ψηλό, στο πεδίο του Μπράχμα. Και περιτριγυρισμένος από τρισεκατομμύρια θεούς, επέστρεψε στην Τζαμπουντβίπα. [62]Εκείνη την ώρα, βρισκόταν εκεί ένα μεγάλο πλήθος θεών από το πεδίο της επιθυμίας, που ήθελαν να υπηρετήσουν τον Μποντισάτβα. Αυτοί οι θεοί, στόλισαν ακόμα περισσότερο το πολύτιμο οικοδόμημα που είχε ευφράνει τον Μποντισάτβα, με υφάσματα, γιρλάντες, αρώματα, λουλούδια, μουσική και άλλες θεϊκές προσφορές. Οι πιο επιφανείς μεταξύ των θεών περιέβαλαν το οικοδόμημα.Την ίδια στιγμή, ο άρχοντας των θεών Σάκρα, στεκόταν στη κορφή του όρους Σουμερού στο κέντρο του ωκεανού. Καλύπτοντας το πρόσωπό του με την παλάμη του, έστρεψε το κεφάλι του κοιτάζοντας ατάραχος και αποσβολωμένος, μη μπορώντας όμως να δει το πολύτιμο οικοδόμημα. Γιατί αυτό; Όσοι θεοί ανήκαν στο πεδίο του Μπράχμα είχαν ανώτερες ικανότητες, ενώ οι θεοί των πεδίων των Τριάντα Τριών, που είναι Απαλλαγμένο από Διαμάχες, της Χαράς, που Τέρπεται με τις Προβολές και Αξιοποίηση των Προβολών Άλλων, είναι συγκριτικά κατώτεροί τους. Πόσο μάλλον ως προς τον Σάκρα που είναι ο άρχοντας των θεών.Τότε ο Ευλογημένος σταμάτησε την θεϊκή μουσική, γιατί όλοι οι άνθρωποι στην Τζαμπουντβίπα θα έχαναν τα λογικά τους ακούγοντας αυτή τη μουσική. [F.35b]Τότε οι τέσσερις μεγάλοι βασιλείς παρουσιάστηκαν μπροστά στον Σάκρα, τον άρχοντα των θεών, και τον ρώτησαν:«Άρχοντα των θεών, τι μπορούμε να κάνουμε; Δεν μπορούμε να δούμε το πολύτιμο οικοδόμημα που ευχαρίστησε τον Μποντισάτβα.»Ο Σάκρα απάντησε: «Φίλοι μου, τι μπορώ να κάνω εγώ; Κι εγώ δεν μπορώ να το δω τώρα. Όμως, όταν παρουσιαστεί μπροστά στον Ευλογημένο θα μπορέσουμε να το δούμε κι εμείς.»Οι τέσσερις βασιλείς παρακάλεσαν: «Άρχοντα των θεών, γι αυτόν τον λόγο ας κάνουμε γρήγορα αυτό που χρειάζεται για να το δούμε!»Ο Σάκρα απάντησε: «Ας περιμένουμε φίλοι μου, μέχρι να έρθουν οι ανώτεροι θεοί για να παρουσιαστούν μπροστά στον Ευλογημένο και να τον ευχαριστήσουν.»Έτσι, έκατσαν στο πλάι στρέφοντας το κεφάλι τους προς τον Ευλογημένο, κοιτάζοντάς τον με προσήλωση. [63] Ξαφνικά κατέφθασε ο άρχοντας του Πεδίου Χωρίς Φόβο μαζί με 84 τρις/μύρια θεούς, κρατώντας το πολύτιμο οικοδόμημα που είχε ευφράνει τον Μποντισάτβα και το έφεραν μπροστά στον Τατάγκατα.Το πολύτιμο οικοδόμημα που είχε ευφράνει τον Μποντισάτβα είχε όμορφο σχήμα κι ήταν εξαιρετικά όμορφο στην όψη. Είχε τετράγωνο σχήμα και τέσσερεις κολώνες. Στην κορφή υπήρχε ένας όμορφα στολισμένος όροφος που ήταν έτσι κατασκευασμένος ώστε να χωρά ένα έμβρυο έξι μηνών. Σ’ αυτόν τον όροφο υπήρχε ένας θρόνος με κάθισμα ανάλογο ενός εμβρύου έξι μηνών.Απολύτως τίποτα στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των θεϊκών πεδίων και των θεών Μπράχμα, δεν συγκρίνεται στο χρώμα και την ομορφιά, με το πολύτιμο οικοδόμημα που ευχαρίστησε τον Μποντισάτβα. Τα μάτια των θεών θαμπώθηκαν όταν το αντίκρισαν και έμειναν κατάπληκτοι. Όταν το έβαλαν μπροστά στον Τατάγκατα φεγγοβόλησε, εξέπεμψε ζέστη και έλαμψε δυνατά. Αυτό το πολυώροφο οικοδόμημα ήταν τόσο περίλαμπρο, σαν τον χρυσό που έχει λιώσει δυο φορές ένας χρυσοχόος μάστορας [F.36a] για να καθαριστεί τέλεια και να απαλλαγεί από κάθε ακαθαρσία.Παρομοίως, μέσα σε όλα τα θεικά πεδία, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί στο μέγεθος και στο σχήμα που έχει ο θρόνος μέσα στο οικοδόμημα που ευχαρίστησε τον Μποντισάτβα, εκτός ίσως από τον λαιμό του Μποντισάτβα που μοιάζει με ένα κοχύλι ως προς το χρώμα και το σχήμα. Ακόμα και τα ενδύματα που φορά ο μεγάλος Μπράχμα, έχασαν την ομορφιά τους μπροστά στο θρόνο του Μποντισάτβα, κι έμοιαζαν με μαύρες κουβέρτες των απόκληρων που τις έφθειρε η βροχή κι ο αέρας. Ο ναός ήταν φτιαγμένος από σανταλόξυλο ουράγκα (uraga)που είναι τόσο πολύτιμο, ώστε ένα μοναδικό μόριο από τη σκόνη του ισοδυναμεί με την αξία χιλίων συμπάντων. Επιπλέον, ο ναός περιβαλλόταν σε όλες του τις πλευρές από σανταλόξυλα ουράγκα.Μέσα στον ναό ένα πανομοιότυπο δεύτερο οικοδόμημα αιωρούνταν, το οποίο δεν ακουμπούσε στο πρώτο οικοδόμημα. Μέσα σ’ αυτό το οικοδόμημα [64] αιωρείτο ένα πανομοιότυπο τρίτο οικοδόμημα, το οποίο κι αυτό δεν άγγιζε το δεύτερο. Μέσα στο τρίτο οικοδόμημα που ήταν φτιαγμένο από ίνσενς, υπήρχε ένας θρόνος με μαξιλάρια. Το χρώμα του σανταλόξυλου ουράγκα ήταν σαν του καλύτερου μπλε βηρυλλίου. Γύρω από το ιερό που ήταν φτιαγμένο από ίνσενς, υπήρχαν όλα τα είδη λουλουδιών που ξεπερνούσαν ακόμα κι αυτά των θεών. Δεν τα είχαν φυτέψει εκεί, είχαν απλά εμφανιστεί εξ αιτίας της ωρίμανσης της προηγούμενης βασικής αρετής του Μποντισάτβα.Το πολύτιμο αυτό οικοδόμημα που είχε ευφράνει τον Μποντισάτβα, ήταν σαν το διαμάντι-συμπαγές, σταθερό και άφθαρτο. Όμως ήταν ευχάριστο στην αφή, σαν το ύφασμα κατσαλίντι (kacalindi). Επιπλέον, το πολύτιμο οικοδόμημα που ευχαρίστησε τον Μποντισάτβα, αντανακλούσε καθαρά οτιδήποτε υπάρχει στις κατοικίες των θεών του πεδίου της επιθυμίας.Εκείνο το απόγευμα που ο Μποντισάτβα μπήκε στη μήτρα, εμφανίστηκε ένας λωτός μέσα από τα νερά, που αφού διαπέρασε τη γη, υψώθηκε 6.8 εκ/μύρια λεύγες, μέχρι το πεδίο του Μπράχμα. [F.36b]Αυτό το λουλούδι, μόνο οι καλύτεροι αρματηλάτες και ο μεγάλος Μπράχμα που είναι κάτοχος χιλίων δυνάμεων, μπόρεσαν να δουν. γι όλους τους άλλους ήταν αόρατο. Πάνω σ’ αυτόν τον μεγάλο λωτό, εμφανίστηκε μια σταγόνα νέκταρ, η οποία περιείχε το απόσταγμα της ουσίας και της ζωτικότητας όλου του μεγάλου τρις/χιλιόκοσμου. Ο μεγάλος Μπράχμα, τοποθέτησε αυτή την σταγόνα μέσα σ’ ένα όμορφο κουτί από βυρρήλιο και το πρόσφερε στον Μποντισάτβα. Ο Μποντισάτβα δέχτηκε το δώρο και μέσα από την στοργή του για τον μεγάλο Μπράχμα, το ήπιε. Κανένα άλλο ον εκτός από έναν Μποντισάτβα στην τελική του ύπαρξη, δεν είναι σε θέση να χωνέψει αυτή τη σταγόνα ζωτικής ενέργειας,Ποιες προηγούμενες πράξεις προετοίμασαν τον Μποντισάτβα για να μπορεί να χωνέψει την σταγόνα της ζωτικής ενέργειας; [65] Κατά την διάρκεια πολύ μεγάλων περιόδων, ο Μποντισάτβα στο παρελθόν ασκούνταν στη συμπεριφορά των Μποντισάτβα, δίνοντας φάρμακα στους ασθενείς, εκπληρώνοντας τις επιθυμίες αυτών που έκαναν ευχές και χωρίς ποτέ να εγκαταλείπει όσους ζητούσαν σ’ αυτόν καταφύγιο. Πρόσφερε πάντα τα ομορφότερα λουλούδια, τα καλύτερα φρούτα και την πιο νόστιμη τροφή, πρώτα στους Τατάγκατα, στα μνημεία των Τατάγκατα, στην σάνγκα των Ακροατών των Τατάγκατα και στους γονείς του. Μόνο τότε φρόντιζε και για τις δικές του ανάγκες. Αυτή η συμπεριφορά είχε σαν αποτέλεσμα, να προσφέρει ο μεγάλος Μπράχμα στον Μποντισάτβα την σταγόνα αυτού του νέκταρ.Στο ιερό αυτό υπήρχε κάθε εξαίσια και θαυμαστή απόλαυση και τέρψη, που εκδηλωνόταν εξ αιτίας της ωρίμανσης των προηγούμενων πράξεων του Μποντισάτβα. Επίσης, μέσα στο πολύτιμο οικοδόμημα που ευχαρίστησε τον Μποντισάτβα, εμφανίστηκαν τα ενδύματα που ονομάζονται στολίδι των εκατό χιλιάδων. Κανένα άλλο ον εκτός από έναν Μποντισάτβα στην τελική του ύπαρξη, [F.37a] δεν μπορεί να λάβει αυτά τα ενδύματα. Σ’ αυτό το κορυφαίο οικοδόμημα υπήρχαν στην πραγματικότητα όλες οι εξαίρετες και τέλειες μορφές, ήχοι, μυρωδιές, γεύσεις και υφές.[Β 4] Έτσι, το ιερό που ευχαρίστησε τον Μποντισάτβα, ήταν ολοκληρωτικά άψογο και τέλεια κατασκευασμένο, εσωτερικά και εξωτερικά. Ήταν επίσης ευχάριστο στην αφή, όπως το μετάξι από την περιφέρεια Κατσαλίντι (Kacalindi). Αυτό είναι απλώς ένα παράδειγμα, γιατί στην πραγματικότητα τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτό.Εξ αιτίας των προηγούμενων ευχών του Μποντισάτβα, οι προθέσεις του εκπληρώθηκαν. Είναι στη φύση των πραγμάτων να γεννιέται ένας μεγάλος Μποντισάτβα στο ανθρώπινο κόσμο. Αφού απαρνηθεί το σπίτι του, πραγματώνει την τέλεια και ολοκληρωμένη Φώτιση και στρέφει τον Τροχό του Ντάρμα. Όμως πριν να μπει στην μήτρα της μητέρας του, στην δεξιά πλευρά της μήτρας της μητέρας του προβάλει ένα ιερό από πολύτιμα υλικά. Τότε, καθώς ο Μποντισάτβα φεύγει από το Πεδίο της Χαράς, βρίσκεται καθισμένος σε λωτό σ’ αυτόν τον θάλαμο. Το σώμα ενός Μποντισάτβα στην τελευταία του ύπαρξη, είναι απαλλαγμένο από τα τέσσερα στάδια [66] της εμβρυακής ανάπτυξης. Αντ’ αυτού, εμφανίζεται καθιστός, με όλα του τα μέλη, όργανα και χαρακτηριστικά πλήρως σχηματισμένα. Γι αυτό η βασίλισσα Μάγια είδε στο όνειρό της την άφιξη ενός ελέφαντα.Ο άρχοντας των θεών Σάκρα καθώς και οι τέσσερις μεγάλοι βασιλείς, οι είκοσι οκτώ μεγάλοι διοικητές των γιάκσα και ο αρχηγός των γκούχιακας, ένα είδος γιάκσα απ’ όπου προήλθε ο Βατζραπάνι, όλοι αυτοί γνώριζαν πως ο Μποντισάτβα είχε μπει στην μήτρα της μητέρας του και έμεναν διαρκώς κοντά του. Τον Μποντισάτβα υπηρετούσαν επίσης και τέσσερις θεές, η Ουτκάλι, η Σαμουτκάλι, [F 37b] η Ντβαντζαβάτι και η Πραμπαβάτι. Όταν αυτές οι τέσσερις θεές κατάλαβαν πως ο Μποντισάτβα μπήκε στη μήτρα της μητέρας του, βρίσκονταν σε διαρκή επιφυλακή. Επιπλέον, όταν ο Σάκρα ο άρχοντας των θεών, ανακάλυψε πως ο Μποντισάτβα μπήκε στην μήτρα της μητέρας του, έφερε πεντακόσιους θεούς για να τον ακολουθούν συνεχώς.Το σώμα του Μποντισάτβα που είχε μπει στην μήτρα της μητέρας, αναπτύσσει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, είναι σαν μια μεγάλη φωτιά που καίει στη κορφή ενός βουνού κατά τη διάρκεια της πιο σκοτεινής νύχτας και είναι ορατή, μία ή ακόμα και πέντε λεύγες μακριά. Έτσι ήταν και το σώμα του Μποντισάτβα καθώς μπήκε στην μήτρα της μητέρας του. Ήταν καλοσχηματισμένο και ακτινοβόλο, ελκυστικό και ευχάριστο στην όψη. Ήταν εξαιρετικά όμορφος, καθώς ήταν καθισμένος με σταυρωμένα τα πόδια στο υπέροχο οικοδόμημα. Είχε μια χρυσή αύρα, που έλαμπε σαν καθαρός χρυσός στολισμένος με πολύτιμο βηρύλλιο. Η ίδια η μητέρα του Μποντισάτβα ,μπορούσε να τον δει μέσα στην μήτρα της.Όπως την αστραπή, που φωτίζει τα πάντα καθώς προβάλει μέσα από τα πυκνά σύννεφα, έτσι και ο Μποντισάτβα που βρισκόταν στην μήτρα της μητέρας του, φώτιζε και τον πιο εσώτερο θάλαμο του πολύτιμου ιερού, με την δόξα, την λαμπρότητα και το χρώμα του. Όταν αυτό είχε φωτιστεί, τότε φωτιζόταν και ο ενδιάμεσος χώρος του ευωδιαστού ιερού. Όταν φωτιζόταν και το δεύτερο επίπεδο [67] του ευωδιαστού ιερού, το φως διαχεόταν περεταίρω και φώτιζε τον εξωτερικό χώρο του ευωδιαστού ιερού. Έπειτα, καθώς λουζόταν στο φως και το τρίτο επίπεδο, ολόκληρο το σώμα της μητέρας του γέμιζε με φως. Έπειτα το φως απλωνόταν και φώτιζε το κάθισμα που καθόταν η μητέρα του και σταδιακά διαχεόταν και φώτιζε όλο το παλάτι. Οι ακτίνες φωτός απλώνονταν έξω από το παλάτι και φώτιζαν την ανατολή. Με τον ίδιο τρόπο, καθώς ο Μποντισάτβα βρισκόταν στην μήτρα της μητέρας του, η δόξα, η ακτινοβολία και το χρώμα του φώτιζαν τον νότο, την δύση και τον βορρά, πάνω και κάτω. Στην πραγματικότητα λούζονταν στο φώς και οι δέκα κατευθύνσεις [F 38a] για πολλά μίλια προς κάθε κατεύθυνση.Νωρίς το πρωί, μοναχοί, οι τέσσερις μεγάλοι βασιλείς και οι είκοσι οκτώ μεγάλοι διοικητές των γιάκσα, μαζί με τους πεντακόσιους γιάκσα, κατέφθασαν για να συναντήσουν τον Μποντισάτβα και να του προσφέρουν τον σεβασμό τους και να ακούσουν το Ντάρμα. Εκείνη τη στιγμή ο Μποντισάτβα που γνώριζε για τον ερχομό τους, τέντωσε το δεξί του χέρι για να τους δείξει τη θέση τους. Οι φύλακες του κόσμου και οι υπόλοιποι, έκατσαν ανάλογα στις θέσεις τους. Αντιλαμβανόντουσαν τον Μποντισάτβα που βρισκόταν στην μήτρα της μητέρας του, σαν ένα παιδί που είχε ήδη γεννηθεί και τέντωνε το χέρι του καθώς κινιόταν σε διάφορες θέσεις. Βλέποντάς το αυτό, γεμάτοι χαρά, αφοσίωση και ευμάρεια, υποκλίθηκαν στον Μποντισάτβα.Όταν ο Μποντισάτβα είδε πως είχαν τακτοποιηθεί, τους δίδαξε το Ντάρμα, εξασφαλίζοντας πως τους έγινε κατανοητό, τους ενέπνευσε και τους γέμισε χαρά. Όταν θέλησαν να φύγουν, ο Μποντισάτβα γνωρίζοντας πλήρως τις σκέψεις τους, τέντωσε το δεξί χέρι του, σε έναν αποχαιρετισμό. Καθώς μάζευε το χέρι του, κανένα κακό δεν είχε γίνει στη μητέρα του. Οι τέσσερις μεγάλοι βασιλείς κατάλαβαν τον χαιρετισμό και σκέφτηκαν: «Ο Μποντισάτβα μας αποδεσμεύει.» [68] Τότε, πριν να φύγουν έκαναν τρεις περιφορές γύρω από την μητέρα και τον Μποντισάτβα. Αυτή η ήταν η περίπτωση και αιτία που ο Μποντισάτβα, μέσα στην ησυχία της νύχτας, τέντωσε και μάζεψε το δεξί του χέρι. Τέλος, άφησε το χέρι του να αναπαυθεί, καθώς βρισκόταν σε επίγνωση και επαγρύπνηση.Άλλες φορές όταν άνδρες και γυναίκες, [F 38b] κορίτσια ή αγόρια, διάφορος κόσμος ερχόταν να δει τον Μποντισάτβα, τους καλωσόριζε πρώτα αυτός και μετά η μητέρα του. Μ’ αυτόν τον τρόπο μοναχοί, ο Μποντισάτβα έγινε πολύ επιδέξιος στο να ξεκινά ευχάριστους χαιρετισμούς, καθώς βρισκόταν στην μήτρα της μητέρας του. Κανείς δεν μπορούσε να αποδώσει πρώτος ευχάριστους χαιρετισμούς στον Μποντισάτβα, είτε ήταν θεός, νάγκα, γιάκσα, άνθρωπος ή μη ανθρώπινο ον, επειδή ο Μποντισάτβα ξεκινούσε τους χαιρετισμούς και συνέχιζε η μητέρα του που με χαρά καλωσόριζε τους επισκέπτες.Όταν το πρωινό έφυγε και ήρθε το μεσημέρι, κατέφθασαν ο άρχοντας των θεών Σάκρα μαζί με τους πιο επιφανείς θεούς του Πεδίου των Τριάντα Τριών για να συναντήσουν τον Μποντισάτβα και να του προσφέρουν τιμές και σεβασμό, και να ακούσουν το Ντάρμα. Ο Μποντισάτβα που τους είδε να έρχονται από μακριά, τέντωσε το χρυσόχρωμο δεξί του χέρι και προς μεγάλη ευχαρίστηση του άρχοντα των θεών Σάκρα και των θεών του Πεδίου των Τριάντα Τριών, υπέδειξε τις θέσεις τους. Εκείνη τη στιγμή μοναχοί, ο άρχοντας των θεών Σάκρα, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην έκκληση του Μποντισάτβα, γι αυτό εκείνος και θεοί τακτοποιήθηκαν στις θέσεις που είχαν τοποθετηθεί για εκείνους.Όταν ο Μποντισάτβα κατάλαβε πως τακτοποιήθηκαν, τους πρόσφερε διδασκαλία στο Ντάρμα εξασφαλίζοντας πως τους έγινε κατανοητό, πως τους ενέπνευσε και τους γέμισε χαρά. Η μητέρα του Μποντισάτβα γυρνούσε το κεφάλι της προς όποια κατεύθυνση ο Μποντισάτβα τέντωνε το χέρι του. Τότε οι θεοί σκέφτηκαν: «Ο Μποντισάτβα έχει μια θερμή συζήτηση μαζί μας.» Και ο καθένας τους σκέφτηκε: «Ο Μποντισάτβα μιλά άμεσα με μένα. Μόνο εμένα καλωσορίζει φιλικά.» Εν τω μεταξύ, οι μορφές του άρχοντα των θεών Σάκρα [F 39a] και των θεών του Πεδίου των Τριάντα Τριών, αντικατοπτρίζονταν μέσα στο ναό. Έτσι, πουθενά αλλού, εκτός από την μήτρα της μητέρας του, οι απολαύσεις του Μποντισάτβα δεν ήταν τόσο τέλεια καθαρές.Όταν ο άρχοντας των θεών Σάκρα μοναχοί, και οι άλλοι θεοί, θέλησαν να φύγουν, ο Μποντισάτβα που γνώριζε τέλεια τις σκέψεις τους, τέντωσε το δεξί του χέρι ως αποχαιρετιστήριο χαιρετισμό. Κανένα κακό δεν έγινε στη μητέρα του καθώς μάζευε το χέρι του. Την ώρα εκείνη, ο Σάκρα ο άρχοντας των θεών και οι θεοί του Πεδίου των Τριάντα Τριών σκέφτηκαν: «Ο Μποντισάτβα μας αποδεσμεύει.» [69] Έπειτα, έκαναν τρεις περιφορές γύρω από την μητέρα και τον Μποντισάτβα πριν να φύγουν.Πέρασε το μεσημέρι μοναχοί, και ήταν απόγευμα όταν ο Μπράχμα, ο άρχοντας του Πεδίου Χωρίς Φόβο, περιβαλλόμενος από πολλές εκατοντάδες χιλιάδες θεών, πλησίασαν τον Μποντισάτβα, κρατώντας τη σταγόνα της ζωτικής ενέργειας των πεδίων των θεών. Ήρθαν να δουν τον Μποντισάτβα, να του προσφέρουν σεβασμό και τιμές και να ακούσουν τη διδασκαλία του.‘Όταν ο Μπράχμα, μοναχοί, ο άρχοντας του Πεδίου Χωρίς Φόβο και οι άλλοι θεοί των καθαρών πεδίων θέλησαν να φύγουν, ο Μποντισάτβα που γνώριζε τέλεια τις σκέψεις τους, τέντωσε το δεξί του χέρι ως αποχαιρετισμό. Καθώς μάζεψε το χέρι του με επίγνωση και προσοχή, κανένα κακό δεν έγινε στη μητέρα του. Τότε ο Μπράχμα, ο άρχοντας του Πεδίου Χωρίς Φόβο και οι θεοί των καθαρών πεδίων σκέφτηκαν: «Ο Μποντισάτβα μας αποδεσμεύει.» Έπειτα πριν φύγουν, έκαναν τρεις περιφορές γύρω από την μητέρα και τον Μποντισάτβα. Τέλος, ο Μποντισάτβα ανάπαυσε το χέρι του διατηρώντας επίγνωση και προσοχή. Πολλές εκατοντάδες χιλιάδες Μποντισάτβα ήρθαν από παντού, από την ανατολή, τη δύση, τον βορρά, τον νότο, από πάνω και κάτω, ήρθαν για να συναντήσουν τον Μποντισάτβα, μοναχοί, για να του προσφέρουν τιμές και σεβασμό, για να ακούσουν το Ντάρμα και να διδάξουν ορθά αυτό το Ντάρμα. Όταν ήρθαν, το σώμα του Μποντισάτβα άρχισε να εκπέμπει φως το οποίο υλοποιήθηκε σε θρόνους λιονταριών. Τότε ο Μποντισάτβα τους υπέδειξε να κάτσουν στους θρόνους τους. Όταν κατάλαβε πως είχαν τακτοποιηθεί, ο Μποντισάτβα τους εξέτασε και τους έκανε ερωτήσεις [71] ως προς τις υποδιαιρέσεις του Μεγάλου Οχήματος. Όμως, αυτό δεν ήταν αντιληπτό από κανέναν, εκτός από τους θεούς με την ίδια τύχη. [F 40a]Αυτή ήταν η περίσταση και ο λόγος μοναχοί, που ο Μποντισάτβα εξέπεμψε φως από το σώμα του μέσα στην ηρεμία της νύχτας. Κατά την διάρκεια που ο Μποντισάτβα βρισκόταν στη μήτρα της μητέρας του, η βασίλισσα Μάγυα δεν αισθάνθηκε κανένα βάρος στο σώμα της. Αντιθέτως, ένοιωθε ανάλαφρη και χαρούμενη και δεν είχε κανένα δυσάρεστο πόνο στη κοιλιά της. Δεν ήταν μολυσμένη με προσκόλληση, θυμό ή πλάνη. Δεν είχε καμία σκέψη επιθυμίας, ανταγωνισμού ή κακού. Δεν ένοιωσε ούτε παρατήρησε καθόλου ζέστη, κρύο, πείνα, δίψα, απόγνωση, ακαθαρσία, ούτε εξάντληση. Δεν εμφανίστηκαν ούτε δυσάρεστες μορφές, ήχοι, μυρωδιές, γεύσεις, ούτε απτά αντικείμενα και δεν είχε άσχημα όνειρα. Δεν την απασχολούσε καμία γυναικεία πλάνη, πανουργία ή ζήλια, κανένα γυναικείο ενοχλητικό συναίσθημα. Εκείνη την εποχή η μητέρα του Μποντισάτβα, κρατούσε τις πέντε βασικές αρχές. Πειθαρχούσε και ακολουθούσε τις δέκα ενάρετες πράξεις. Η μητέρα του Μποντισάτβα, δεν επιθύμησε κανέναν απολύτως άντρα, ούτε κάποιος άντρας ένοιωσε λαγνεία μπροστά στην μητέρα του Μποντισάτβα. Όποιος αντίκριζε την μητέρα του Μποντισάτβα, στην πόλη Καπιλαβάστου και στις τριγύρω περιοχές και βρισκόταν υπό την κυριαρχία θεών, νάγκα, γιάκσα, γκαντάρβα, ημιθέων, γκαρούντα ή μπούτα, είτε ήταν γυναίκα, άντρας, αγόρι ή κορίτσι, θεραπευόταν και ανακτούσε την συνείδησή του αμέσως. Τα μη ανθρώπινα όντα, έφευγαν για άλλα μέρη. Όσοι ήταν χτυπημένοι από αρρώστιες θεραπευόντουσαν όταν η μητέρα του Μποντισάτβα έβαζε το δεξί της χέρι στη κορυφή της κεφαλής τους. Με τον ίδιο τρόπο θεράπευε όσους υπέφεραν από ασθένειες εξ αιτίας της δυσαρμονίας του αέρα, της χολής και του φλέγματος. [F 40b] Θεράπευε ασθένειες που σχετίζονταν με τα μάτια, [72]τα αυτιά, τη μύτη, τη γλώσσα και τα χείλια, καθώς και πονόδοντους, ασθένειες του λαιμού, του θυρεοειδή, τα οιδήματα, διάφορα είδη λέπρας, την φυματίωση, την τρέλα, την άνοια, τον πυρετό, τα οιδήματα, τα εξανθήματα, τις φλύκταινες και άλλες ασθένειες. Όταν γίνονταν καλά, τότε επέστρεφαν στα σπίτια τους. Η βασίλισσα Μάγυα, μάζευε βότανα και τα έδινε στους ασθενείς, που ανακτούσαν αμέσως την υγεία και τη ζωτικότητά τους. Όταν η βασίλισσα Μάγυα κοίταξε μέσα στη κοιλιά της, είδε πως ο Μποντισάτβα αναπαυόταν στο δεξί μέρος της μήτρας της. Αυτό μπορούσε να το δει τόσο καθαρά σαν να κοίταζε το ίδιο της το πρόσωπο σε έναν πεντακάθαρο καθρέπτη. Βλέποντάς τον μ’ αυτόν τον τρόπο, ευχαριστιόταν και αγαλλίαζε. Αισθανόταν εξαιρετικά χαρούμενη, ανάλαφρη και ευτυχισμένη. Μέσα από την ευλογία του Μποντισάτβα που βρισκόταν στην μήτρα της μητέρα του, ακούγονταν διαρκώς, νύχτα και μέρα, μουσική από θεϊκά μουσικά όργανα και έπεφτε βροχή θεϊκών λουλουδιών. Οι θεοί έστελναν έγκαιρα βροχές και οι άνεμοι φυσούσαν την κατάλληλη στιγμή. Οι εποχές και τα αστέρια κινούνταν με ισορροπία. Το βασίλειο ήταν χαρούμενο και οι σοδειές ήταν άφθονες. Δεν υπήρχαν ταραχές πουθενά. Στη πόλη Καπιλαβάστου, η τάξη των Σάκυα και όλοι οι άλλοι, είχαν αφθονία τροφής και ποτών και διασκέδαζαν με διάφορους τρόπους. Ήταν γενναιόδωροι και συσσώρευαν αρετή. Καλοπερνούσαν ευχαριστημένοι, όπως γίνεται κατά τη διάρκεια των φθινοπωρινών εορτασμών στο τέλος του τέταρτου μήνα. Ο βασιλιάς Σουντοντάνα αφιερώθηκε στη πνευματική άσκηση. Αφήνοντας στην άκρη κάθε βασιλική ασχολία, ζούσε σε τέλεια αγνότητα, σαν να είχε μπει σε απομόνωση. [F 41a] Ακολουθούσε το Ντάρμα με μεγάλη ευχαρίστηση. [73] Αυτά ήταν τα υπέροχα θαύματα μοναχοί, που συνέβησαν την εποχή που ο Μποντισάτβα βρισκόταν στην μήτρα της μητέρας του. Τότε ο Ευλογημένος ρώτησε τον σεβάσμιο Ανάντα: «Ανάντα, θέλεις να δεις το πολύτιμο οικοδόμημα που ευχαρίστησε τον Μποντισάτβα όταν βρισκόταν στην μήτρα της μητέρας του;» Και ο Ανάντα απάντησε, «Ναι, Ευλογημένε. Θα ήθελα πολύ Τατάγκατα.» Τότε ο Ευλογημένος έδειξε το πολύτιμο οικοδόμημα στον σεβάσμιο Ανάντα καθώς και στον Σάκρα, τον άρχοντα των θεών, στους τέσσερεις φύλακες του κόσμου και σε πολλούς θεούς και ανθρώπους. Όταν το είδαν, γέμισαν με ικανοποίηση, έμπνευση και χαρά. Ένοιωσαν ευδιάθετοι, χαρούμενοι και ευχαριστημένοι. Τότε για άλλη μια φορά, ο Μπράχμα, ο άρχοντας του Πεδίου Χωρίς Φόβο, σήκωσε το πολύτιμο οικοδόμημα και το έφερε μαζί του στο πεδίο του Μπράχμα, όπου και το τοποθέτησε ως λατρευτικό αντικείμενο. τότε ο Ευλογημένος είπε στους μοναχούς: «Μ’ αυτόν τον τρόπο μοναχοί, ο Μποντισάτβα, ενόσω βρισκόταν στη μήτρα της μητέρας του, ωρίμασε 36 εκατομμύρια θεούς και ανθρώπους στα τρία Οχήματα.» Πάνω στο αυτό το θέμα, λέγεται:Όταν ο Γιος των Νικητών, το Μεγάλο Ον, κάθισε στη μήτρα της μητέρα του, η γη με τα δάση της σείστηκε με έξι τρόπους. Έλαμψε χρυσό φως και όλα τα κατώτερα πεδία εξαγνίστηκαν. Όλοι οι θεοί χαρούμενα προφήτεψαν πως, ‘Θα είναι ένας βασιλιάς του Ντάρμα.’Το μεγάλο μέγαρο όπου κατέβηκε και παραμένει ο Τέλειος Οδηγός, είναι καλόσχημο και περίλαμπρο με πολλά πετράδια. Είναι περίλαμπρο, γεμάτο από υπέροχο άρωμα σανταλόδεντρου, που λίγα γραμμάρια του αξίζουν όλο τον τρις χιλιόκοσμο γεμάτο με πετράδια.Κάτω από τον μεγάλο τρις χιλιόκοσμο, άνθισε ένας λωτός, ένα ορυχείο καλών ιδιοτήτων, που πρόβαλε με μια σταγόνα ζωτικής ενέργειας. [74] [F 41b]Μέσα από τη δύναμη της αρετής, μέσα σε επτά μέρες έφτασε στον κόσμο του Μπράχμα. Ο Μπράχμα συνέλεξε τη ζωτική σταγόνα και την πρόσφερε στο Γιο των Νικητών.Εκτός από τον Μποντισάτβα, τον δυνατό ήρωα, κανένα άλλο ον δεν μπορεί να χωνέψει τη ζωτική σταγόνα. Αυτή η σταγόνα ζωτικής ενέργειας είναι εμποτισμένη με την αρετή πολλών κάλπα. Όποιος την καταπιεί, εξαγνίζεται στο σώμα, το νου και τη συνείδηση.Ο Σάκρα, ο Μπράχμα και οι φύλακες του κόσμου, επισκέφτηκαν τον Μποντισάτβα τρεις φορές με σκοπό να του κάνουν προσφορές. Προσκύνησαν, έκαναν προσφορές και άκουσαν το έξοχο Ντάρμα, έκαναν περιφορές και επέστρεψαν στις κατοικίες τους.Μποντισάτβα που επιθυμούσαν το Ντάρμα, κατέφτασαν από όλα τα πεδία και τους κόσμους. Καθισμένοι σε θέσεις φωτός, φώτιζαν ο ένας τον άλλον. Επειδή άκουσαν το ιερό Ντάρμα του Υπέρτατου Οχήματος, έφυγαν γεμάτοι χαρά, τραγουδώντας τραγούδια επαίνων.Κάθε γυναίκα ή παιδί υπό την κατοχή των πνευμάτων που βίωναν μεγάλο πόνο, που είχαν διαταραγμένο νου, που ήταν γυμνοί και καλυμμένοι με σκόνη, βλέποντας τη βασίλισσα Μάγυα ανακτούσαν τις αισθήσεις τους. Επέστρεφαν σπίτι τους έχοντας την διάνοια και την επίγνωσή τους αποκαταστημένα.Όσοι ήταν μολυσμένοι με αρρώστιες εξ αιτίας της διαταραχής του αέρα, της χολής και του φλέγματος, και όσοι βασανίζονταν στο σώμα και στο νου, από ασθένειες των ματιών και των αυτιών, και όσοι βασανίζονταν από διαφορετικά είδη ασθενειών, απαλλάχθηκαν από τις ασθένειες όταν η βασίλισσα Μάγυα έβαλε το δεξί της χέρι στο κεφάλι τους. [75]Επιπλέον, η Μάγυα έδωσε στους αρρώστους τα βότανα που μάζεψε από τη γη, και όλοι θεραπεύτηκαν. Χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι επέστρεψαν σπίτι τους, ενώ ο Βασιλιάς των Θεραπευτών, το ίδιο το φάρμακο, βρισκόταν στη μήτρα.Όταν η βασίλισσα Μάγυα εξέταζε το σώμα της, έβλεπε τον Μποντισάτβα στην μήτρα της. Σαν το φεγγάρι του ουρανού που το περιβάλλουν τα άστρα, σημάδια κοσμούσαν τον Μποντισάτβα. [F 42a]Δεν την απασχολούσε η προσκόλληση, ο θυμός και η πλάνη, δεν είχε σεξουαλικές επιθυμίες, ούτε ζήλια ή ανταγωνισμό. Είχε ευδαιμονία, ελαφρύ και χαρούμενο νου, δεν την απασχόλησε η πείνα ή η δίψα, η ζέστη ή το κρύο.Χωρίς να τα παίζει κάποιος, ακουγόταν διαρκώς ο ήχος θεϊκών οργάνων. Εξαιρετικά υπέροχα λουλούδια, αρωματισμένα με θεία αρώματα, έπεφταν σαν βροχή. Οι θεοί και οι άνθρωποι που το έβλεπαν, δεν ένοιωθαν καμία απέχθεια ή ανταγωνισμό μεταξύ τους.Τα όντα διασκέδαζαν και χαίρονταν, κάνοντας προσφορές τροφής και ποτού. Έβγαζαν ήχους χαράς, και ένοιωθαν πλήρη ικανοποίηση όπως ήταν. Το βασίλειο είχε ειρήνη, δεν είχε ταραχές και οι βροχές έπεφταν εγκαίρως. Τα χόρτα, τα θεραπευτικά βότανα και τα λουλούδια μεγάλωναν στον καιρό τους.Πάνω από το βασιλικό παλάτι, έπεσε μια βροχή από πολύτιμα πετράδια για επτά μέρες, που τα φτωχά όντα έπαιρναν μαζί τους και έτσι είχαν αφθονία. [76] Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν φτωχά όντα που υπέφεραν. Όλα τα όντα ήταν τόσο χαρούμενα, όσο είναι τα όντα στο ευχάριστο άλσος στη κορφή του Όρους Μερού.Ο βασιλιάς των Σάκυα είδε την θεραπευτική και εξαγνιστική τελετή. Άφησε τα βασιλικά του καθήκοντα και ασκούσε μόνο το Ντάρμα. Πήγε στο άλσος των ασκητών και είπε στη Μαγυαντέβι, ‘Πόση ευδαιμονία θα έχει το σώμα σου, που φέρει το Τέλειο Ον!’Έτσι ολοκληρώνεται το 6ο κεφάλαιο Είσοδος στη Μήτρα.Πρόχειρη μετάφραση Κ. Χοχλάκη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου