4ο Κεφάλαιο Η
Φύση του Τατάγκατα
σελ 235-269
Νιρβάνα Σούτρα 1ος Τόμος
BDK English Tripiṭaka Series/ (Taishō Volume 12, Number 374)
Translated from the Chinese by Mark L. Blum
Μέρος 5ο
Ο Βούδας
είπε: «Γιε ευγενούς οικογένειας, οι ενδεδειγμένες σούτρα
είναι σαν την αμβροσία της αθανασίας (amṛta), αλλά και σαν το δηλητηριώδες
φάρμακο».
Ο
μποντισάτβα Κάσιαπα απευθύνθηκε τότε στον Βούδα: «Τι είναι αυτό που κάνει τον
Τατάγκατα
να πει ότι οι ενδεδειγμένες σούτρα είναι σαν την αμβροσία της αθανασίας αλλά
και σαν το δηλητηριώδες φάρμακο;»
«Γιε
ευγενούς οικογένειας, θέλεις τώρα να μάθεις την αληθινή έννοια του κρυμμένου
θησαυρού του Τατάγκατα;»
«Ναι,
θέλω. Θέλω πραγματικά να μάθω το νόημα του κρυμμένου θησαυρού του Τατάγκατα.»
Στη συνέχεια, ο Ευλογημένος εξήγησε σε στίχους:
«Θα
μπορούσε η λήψη της αμβροσίας της αθανασίας
να βλάψει
τη ζωή ενός ατόμου και αυτός να πεθάνει πρόωρα.
Θα
μπορούσε η λήψη της αμβροσίας της αθανασίας,
να βελτιώσει
τη ζωή ενός ατόμου και αυτός να ζήσει περισσότερο.
Θα
μπορούσε η λήψη δηλητηρίου να δώσει ζωή,
ή ανάλογα
τις συνθήκες, [θα μπορούσε]η λήψη δηλητηρίου να φέρει το θάνατο.
Η αμβροσία
της αθανασίας που είναι η ανεμπόδιστη σοφία,
αναφέρεται
στις γραφές Μαχαγιάνα.
Ωστόσο,
αυτές οι Μαχαγιάνα γραφές
ονομάζονται
επίσης "μίξη δηλητηρίου και φαρμάκου".
Όπως το
βούτυρο, η κρέμα στην επιφάνεια του καθαρού βουτύρου,
και το
κοκκώδες μέλι,
όταν
χωνεύονται είναι φάρμακα,
όταν δεν
χωνεύονται είναι δηλητήριο.
Έτσι είναι
οι ενδεδειγμένες σούτρα.
Για τους
σοφούς αποτελούν την αμβροσία της αθανασίας,
όταν όμως
ληφθούν από τους ανόητους,
που δεν
καταλαβαίνουν τη βουδική φύση,
γίνονται
δηλητήριο.
Για τους
σράβακα και τους πρατυεκαβούδα,
η
Μαχαγιάνα είναι η αμβροσία της αθανασίας.
Ακριβώς
όπως το γάλα, μεταξύ των γεύσεων,
έρχεται
πρώτο.
«Έτσι κι
εκείνοι που καταβάλλουν έντονη προσπάθεια,
με τη
βοήθεια της Μαχαγιάνα,
μπορούν
πράγματι να φτάσουν στη νιρβάνα,
και να
γίνουν βασιλιάδες ελέφαντες ανάμεσα στους ανθρώπους.
Τα όντα
που κατανοούν τη βουδική φύση,
ακριβώς
όπως εσύ, Κάσιαπα,
θα
γνωρίσουν τη γεύση της ανυπέρβλητης αμβροσίας της αθανασίας,
που δεν
γεννιέται και δεν πεθαίνει ποτέ.
«Κάσιαπα,
για την ώρα είσαι επιδέξιος
στη
διάκριση των τριών αντικειμένων προστασίας.
Αλλά η
φύση αυτού του τριπλού καταφυγίου
είναι
ακριβώς η φύση του εαυτού.
Όταν
κάποιος παρατηρεί ουσιαστικά
τη φύση
του εαυτού που περιέχει τη βουδική φύση,
να ξέρεις
ότι ένα τέτοιο άτομο
είναι σε
θέση να εισέλθει σε αυτόν τον κρυμμένο θησαυρό.
Αυτός που
κατανοεί τον εαυτό και ό,τι σχετίζεται με τον εαυτό
έχει ήδη
περάσει πέρα από αυτόν τον κόσμο.
Η φύση των
Τριών Πετραδιών, που είναι το Ντάρμα[1]
του Βούδα
είναι να
τιμάται πάνω απ' όλα,
έτσι είναι
το νόημα της φύσης τους.
σαν τους στίχους
που παρουσίασα.»
Τότε ο Κάσιαπα
μίλησε και είπε αυτούς τους στίχους:
«Τώρα δεν
καταλαβαίνω καθόλου
την έννοια
της λήψης της προστασίας στα Τρία Πετράδια.
Πως μπορεί
κανείς να αναζητήσει αυτό το μέρος της ανυπέρβλητης αφοβίας;
Δεν
καταλαβαίνω καθόλου την έννοια της προστασίας στα Τρία Πετράδια.
Πώς μπορεί
κανείς να είναι μη εαυτός;
Με ποιον
τρόπο η καταφυγή στον Βούδα,
φέρνει
παρηγοριά σε κάποιον;
Γιατί όταν
παίρνει κανείς προστασία στο Ντάρμα,
ζητάει
εξηγήσεις μόνο για τον εαυτό του;
Γιατί
κάποιοι πετυχαίνουν την ελευθερία, ενώ άλλοι όχι;
Γιατί η
καταφυγή στη Σάνγκα
οδηγεί
στην απόκτηση του μεγαλύτερου οφέλους;
Πως
εξηγείς πραγματικά
το
μονοπάτι της επίτευξης της φώτισης στο μέλλον;
Αν δεν την
πραγματώσει κανείς στο μέλλον,
τότε γιατί
να πάρει προστασία στα Τρία Πετράδια [τώρα];
Ως προς
αυτό δεν γνωρίζω
την
διαδικασία άσκησης στα καταφύγια.
Ποια ιδέα μπορεί
να έχει κανείς για τον τοκετό,
αν δεν
έχει μείνει ποτέ του έγκυος;
Πρέπει να
υπάρχει μια παρουσία στη μήτρα,
πριν πούμε
ότι [μια γυναίκα] είναι "έγκυος".
Το παιδί,
αν είναι στη μήτρα,
θα
γεννηθεί σίγουρα σε λίγο καιρό.
«Αυτή η
έννοια του πώς μιλάμε για ένα παιδί [πριν τη γέννησή του],
είναι ο
τρόπος με τον οποίο το κάρμα παρουσιάζεται στα όντα[2].
«Όπως
εξήγησε ο Βούδας,
οι ανόητοι
δεν μπορούν να καταλάβουν.
Και
εξαιτίας της μη κατανόησής τους,
μεταναστεύουν
μέσω της σαμσάρα στην κόλαση.
Ένας ουπάσακα,
μόνο κατ' όνομα,
δεν
κατανοεί το αληθινό νόημα [των διδασκαλιών],
αλλά
αναζητά μόνο, όλο και πιο λεπτομερείς διακρίσεις
για να
εξαλείψει τον ιστό της αβεβαιότητας που περιβάλλει τον εαυτό.
Αλλά η
μεγάλη σοφία του Τατάγκατα
μόνο θλίψη
έχει για τέτοιες διακρίσεις.
Γι αυτό σε
εκλιπαρώ να [δώσεις] εξηγήσεις για τον κρυμμένο θησαυρό
ταταγκαταγκάρμπα.»
[Ο Βούδας
απάντησε:]
«Κάσιαπα,
εσύ θα καταλάβεις
καθώς σου
παρουσιάζω τώρα
τις
απόκρυφες διδασκαλίες
με τις
οποίες οι αμφιβολίες σου θα εξαλειφτούν.
Άκου
προσεκτικά τώρα.
Εσύ,
ανάμεσα σε όλους τους μποντισάτβα,
και ο
έβδομος Βούδας
έχετε το
ίδιο όνομα.
Ένα άτομο
που παίρνει προστασία στον Βούδα
πραγματικά
ονομάζεται ουπάσακα ή λαϊκός ακόλουθος.
Μέχρι το
τέλος, δεν θα πάρει προστασία σε άλλους θεούς ή πνεύματα.
Κάποιος
που παίρνει προστασία στο Ντάρμα,
εγκαταλείπει
την αφαίρεση της ζωής.
Κάποιος
που παίρνει προστασία στη Σάνγκα,
δεν
αναζητά τις ατραπούς των αιρετικών.
Όταν πάρει
προστασία στα Τρία Πετράδια μ’ αυτόν τον τρόπο,
αυτό θα
φέρει την επίτευξη της αφοβίας.
Ο Κάσιαπα
είπε στον Βούδα:
«Θα
καταφύγω ξανά στα Τρία Πετράδια.
Αυτό
ονομάζεται σωστό μονοπάτι,
το
βασίλειο των Βούδα.
Το σημάδι
της ισότητας στα Τρία Πετράδια
περιέχει
πάντα τη φύση της μεγάλης σοφίας.
Η φύση του
εαυτού και η βουδική φύση
δεν είναι
δύο, δεν πρέπει να διακρίνονται.
Αυτός ο
τρόπος επαινείται από τον Βούδα,
είναι η
βάση της σωστής εκπαίδευσης και της σταθερότητας,
Ονομάζεται
επίσης ορθή δέσμευση,
και γι'
αυτό εξυμνήθηκε από τον Βούδα.
Το να
στρέψω τον εαυτό μου προς το ανυπέρβλητο μονοπάτι
που επαινείται
από αυτόν που έχει Περάσει Πέρα [από τη σαμσάρα],
δεν είναι
τίποτα λιγότερο από την αμβροσία της αθανασίας.
Δεν
υπάρχει τίποτα άλλο σαν αυτό.
Τότε ο
Βούδας είπε στον μποντισάτβα Κάσιαπα:
«Γιε
ευγενούς οικογενείας, δεν θα πρέπει να κάνεις διακρίσεις μεταξύ των Τριών
Πετραδιών, όπως κάνουν οι σράβακα και οι κοινοί άνθρωποι. Στη Μαχαγιάνα, δεν
υπάρχει κάτι που να χαρακτηρίζει τα τρία καταφύγια ως διαφορετικά. Γιατί το λέω
αυτό; Επειδή το Ντάρμα και η Σάνγκα υπάρχουν μέσα στην ίδια τη βουδική φύση.
Προκειμένου να φέρω τους σράβακα και τους κοινούς ανθρώπους στην άλλη όχθη,
δίδαξα ξεχωριστά τα διαφορετικά χαρακτηριστικά που έχει καθένα απ’ τα τρία
καταφύγια.
Γιε
ευγενούς οικογενείας, αν θέλεις να ακολουθήσεις το ντάρμα[3]
που συμφωνεί με τα κοσμικά έθιμα, τότε είναι λογικό να διακρίνεις την ύπαρξη
τριών ξεχωριστών καταφυγίων. Αλλά, γιε ευγενούς οικογενείας, ένας μποντισάτβα
είναι καλύτερα να εξετάσει τα πράγματα μ’ αυτόν τον τρόπο:
Τώρα μ’
αυτό το σώμα παίρνω προστασία σ’ αυτόν τον Βούδα. Αν όμως έφτανα στη φώτιση μ’
αυτό το σώμα, αφού γινόμουν Βούδας δεν θα τιμούσα ούτε θα έκανα υποκλίσεις ή
προσφορές στους Τατάγκατα. Γιατί αυτό;
Επειδή
όλοι οι Βούδες είναι ίσοι, αποτελούν ισότιμα το αντικείμενο καταφυγής όλων των
όντων. Αν θέλει κάποιος να τιμήσει τα κειμήλια του σώματος του Ντάρμα, θα
τιμήσει την ιερή λάρνακα των Βούδα. Γιατί; Αυτό προκύπτει από την επιθυμία να
σωθούν τα όντα. Δίνοντας τη δυνατότητα στα όντα να δημιουργήσουν την ιδέα μιας ιερής
λάρνακας μέσα στο ίδιο τους το σώμα και στη συνέχεια να την τιμούν και να της κάνουν
προσφορές, είναι ένας τρόπος να δουν τα όντα το δικό τους ντάρμα- σώμα ως τόπο
προστασίας.
Όλα τα
όντα [κάποια στιγμή] βασίζονται σε ψευδή η απατηλά ντάρμα. [Γι αυτούς] θα
προσπαθήσω σταδιακά να εξηγήσω το αληθινό Ντάρμα. Επιπλέον, κάποιοι βρίσκουν
καταφύγιο σε ψευδείς σάνγκα. Όσο γι αυτούς που ξεχωρίζουν τρεις διαφορετικές
μορφές καταφυγίου, θα προσπαθήσω να είμαι ένα ενιαίο καταφύγιο γι αυτούς, χωρίς
την τριμερή διάκριση. Θα γίνω τα μάτια για τους τυφλούς και το πραγματικό
καταφύγιο για τους σράβακα και τους πρατυεκαβούδα.
Γιε καλής
οικογενείας, έτσι ένας μποντισάτβα κάνει το έργο ενός Βούδα, και για τα όντα που
έχουν δυσθεώρητες καρμικές παραβάσεις και για εκείνα που έχουν προχωρήσει στη
σοφία.
Γιε καλής
οικογενείας, αυτό μοιάζει με κάποιον που αντιμετωπίζει μια επικείμενη μάχη και
του οποίου ο νους του κυριαρχείται από τη σκέψη: "Εγώ είμαι ο επικεφαλής
εδώ. Όλοι οι στρατιώτες εξαρτώνται αποκλειστικά από εμένα". Αυτό μοιάζει
επίσης με έναν πρίγκιπα που συλλογίζεται: "Θα δαμάσω τους άλλους
πρίγκιπες, συνεχίζοντας το έργο του μεγάλων βασιλιάδων και ηγεμόνων,
επιτυγχάνοντας την ελευθερία και δείχνοντας στους άλλους πρίγκιπες πού
βρίσκεται το καταφύγιό τους". Έτσι [ένας μποντισάτβα] δεν πρέπει ποτέ να
δημιουργεί σκέψεις κατωτερότητας, όπως ακριβώς οι βασιλιάδες, οι πρίγκιπες ή οι
υπουργοί δεν μπορούν να έχουν την πολυτέλεια να το κάνουν αυτό. Γιε καλής
οικογενείας, με τον ίδιο τρόπο κι ένας Μποντισάτβα Μαχασάτβα συλλογίζεται: «Πως
είναι δυνατόν αυτά τα τρία πράγματα κι ο εαυτός μου να είναι ίδια στην ουσία[4];»
Γιε καλής οικογενείας, αυτό που αποκαλύπτω τώρα είναι ότι αυτά τα τρία πράγματα
είναι απλώς η ίδια η νιρβάνα. Ο Τατάγκατα ονομάζεται ο Ανυπέρβλητα Άξιος. Όπως
το κεφάλι που βρίσκεται στην κορυφή του σώματος, αντί να βρίσκεται στον κορμό ή
τα άκρα, ο Βούδας κάθεται στην κορυφή [του τριπλού καταφυγίου], κι όχι το
ντάρμα ή η σάνγκα. Με σκοπό την πνευματική μεταμόρφωση των κόσμων εκδηλώνεται
με διαφορετικές μορφές σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, και γίνεται σαν τη
σκαλωσιά τους. Επομένως, δεν χρειάζεται να δεχτείτε τα αντικείμενα του
καταφυγίου ως κάτι που διακρίνεται σε τρεις μορφές, όπως γίνεται σήμερα
αντιληπτό από τους συνηθισμένους, ανόητους ανθρώπους. Στη Μαχαγιάνα, να είστε ένθερμοι,
να είστε αποφασισμένοι, σαν ένα δυνατό σπαθί!»
Τότε ο
μποντισάτβα Κάσιαπα είπε στον Βούδα:
«Μπαγκαβάν,
ρωτάω από σεβασμό κι όχι επειδή δεν καταλαβαίνω. Ως κάποιος [που
αντιλαμβάνεται] τη βαρύτητα του σκοπού ενός μποντισάτβα, θέλω να ρωτήσω για το
έδαφος αυτού που είναι καθαρό και αμόλυντο. Για το όφελος των μποντισάτβα, θα
ήθελα να παρακινήσω τον Τατάγκατα να περιγράψει και να αναπτύξει αυτά τα
εκπληκτικά πράγματα [που είπε] στην εξαιρετική παρουσίαση του για τις ενδεδειγμένες
σούτρα. Η μεγάλη συμπόνια του Τατάγκατα έχει παρουσιαστεί τόσο καλά ήδη, που
[ξέρω] ότι βρίσκομαι μέσα της. Το έδαφος της καθαρότητας για τον μποντισάτβα
για το οποίο μιλάω, δεν είναι άλλο από αυτήν την ίδια την Μαχαπαρινρβάνα Σούτρα
που τόσο εύγλωττα παρουσιάζεις. Μπαγκαβάν, στο εξής θα διδάσκω για το κρυμμένο
ταταγκαταγκάρμπα και σε άλλα όντα με κάποια λεπτομέρεια. Θα επιβεβαιώσω επίσης
την αληθινή βάση του τριπλού καταφύγιου. Όποιος μπορεί να πιστέψει αυτήν την
Μαχαπαρινρβάνα Σούτρα θα μπορέσει να αναγνωρίσει αρκετά φυσικά το έδαφος του
τριπλού καταφυγίου. Για ποιο λόγο; Χάρη της παρουσίας της βουδικής φύσης στον
κρυμμένο θησαυρό που είναι το ταγκαταγκάρμπα.
[Ο Βούδας
σχολίασε:]
«Εκείνοι
που παρουσιάζουν αυτό το κείμενο, όλοι θα μιλούν για την παρουσία της βουδικής
φύσης μέσα στον εαυτό, χωρίς εξαίρεση και άνθρωποι σαν κι αυτούς, δεν θα
χρειαστεί να πάνε μακριά για να βρούνε το τριπλό καταφύγιο. Γιατί; Επειδή θα
κατανοήσουν ότι:
στο μέλλον
είμαι εγώ ο ίδιος που θα πρέπει να πραγματώσω τα Τρία Πετράδια. Κατά συνέπεια,
όσοι είναι σράβακα και πρατυεκαβούδα καθώς και άλλα αισθανόμενα όντα, μπορούν να
τα τιμούν και να τα σέβονται, βασιζόμενοι σε μένα.
Γιε καλής
οικογενείας, αυτός είναι ο λόγος που θα πρέπει να μελετήσεις σωστά τις γραφές
Μαχαγιάνα.»
Ο Κάσιαπα
τότε είπε:
«Ως εκ
τούτου, η βουδική φύση είναι ασύλληπτη. Ασύλληπτα είναι επίσης και τα 32 μεγάλα
γνωρίσματα και 80 μικρότερα σημάδια [στο σώμα ενός Βούδα].»
Ο Βούδας
επαίνεσε τον Κάσιαπα για αυτό:
«Άριστα! Άριστα!
Γιε καλής οικογενείας, έχεις ήδη επιτύχει βαθιά σοφία. Για σένα θα εξηγήσω
περαιτέρω σχετικά με την είσοδο σ’ αυτό το θησαυρό που είναι το
ταταγκαταγκάρμπα.
Αν [κάποιος] υποστήριζε ότι ο εαυτός είναι μια μόνιμη
οντότητα, τότε θα ήταν ένα
μόνιμο
ντάρμα και δεν θα υπήρχε διαχωρισμός από τον πόνο και η καλλιέργεια της καθαρής
εξάσκησης με βάση τον μη-εαυτό, δεν θα απέφερε κανένα όφελος. Αν υποστήριζε ότι
όλα τα ντάρμα δεν έχουν εαυτό, αυτό θα αποτελούσε το δόγμα του μηδενισμού[5]και
αν υποστήριζε ότι ο εαυτός είναι μια μόνιμη οντότητα [σε όλα τα ντάρμα] αυτό θα
αποτελούσε το δόγμα της αιωνιότητας[6].
Αν υποστήριζε ότι όλα τα εξαρτημένα φαινόμενα είναι παροδικά, αυτό θα
αποτελούσε τη μηδενιστική θεώρηση κι αν όλα τα σύνθετα πράγματα ήταν μόνιμα,
αυτό και πάλι θα ήταν της αιωνιότητας θεώρηση. Αν κάποιος ισχυριστεί ότι [η
ύπαρξη] είναι δυστυχία, αυτό είναι μηδενιστική άποψη, και αν ισχυριστεί ότι [η
ύπαρξη] είναι ευδαιμονία, αυτό θα ήταν της αιωνιότητας. Το να καλλιεργεί κανείς
την αντίληψη ότι όλα τα ντάρμα είναι μόνιμα, είναι σαν να πέφτει στο
σφάλμα της
άποψης του μηδενισμού. Η καλλιέργεια της αντίληψης ότι όλα τα ντάρμα
καταστρέφονται,
σημαίνει ότι πέφτουμε στο λάθος της θεώρησης της αιωνιότητας. Είναι σαν ένα σκουλήκι
που τα πίσω πόδια του κινούνται, όποτε κινούνται τα μπροστινά του. Η
καλλιέργεια της αιωνιότητας και του μηδενισμού είναι πάντα έτσι, γιατί το κάθε
ένα,
προκαλεί το άλλο.
Αυτό που υπαινίσσομαι εδώ είναι, ότι το να εστιάζεις την άσκηση
σου σε ό,τι είναι επώδυνο, σε άλλα ντάρμα, δεν πρόκειται ποτέ να είναι
αποτελεσματικό, αλλά το να εστιάζεις την άσκηση σου σε ό,τι είναι χαρούμενο, σε
άλλα ντάρμα, θα είναι αποτελεσματικό. Το να εστιάζεις την άσκηση σου στο μη-εαυτό,
σε άλλα ντάρμα σημαίνει ότι περιορίζεσαι στο να ασχολείσαι με τις μολύνσεις,
ενώ εστιάζοντας την άσκηση σου στη μονιμότητα, σε άλλα ντάρμα, σε οδηγεί σε
αυτό που ονομάζω κρυμμένο ταταγκαταγκάρμπα. Η νιρβάνα για την οποία μιλάω, δεν
έχει κατοικία. Θα είχε πράγματι
κάποια
αξία να επιδιώξετε την [κατανόηση] άλλων ντάρμα που είναι παροδικά, αλλά
καλλιεργώντας την [κατανόηση] των ντάρμα που είναι μόνιμα, θα κοιτάξετε τον
Βούδα, το Ντάρμα και τη Σάνγκα, καθώς και την ίδια την απελευθέρωση. Θα πρέπει
να καταλάβετε ότι αυτή η αίσθηση μιας "μέσης οδού" στο Ντάρμα του
Βούδα εκφράζει το αληθινό Ντάρμα, μια θέση που απομακρύνεται από τα δύο άκρα[7].
Οι απλοί άνθρωποι,
ακόμη και
εκείνοι που είναι ανόητοι, δεν έχουν καμία αμφιβολία για τη [σημασία της] μέσης
[οδού]. Είναι σαν κάποιον που είναι εξασθενημένος από την ασθένεια, ο οποίος,
αφού φάει βούτυρο, αισθάνεται ανακουφισμένος[8].
Η εγγενής φύση των ντάρμα, τόσο της ύπαρξης όσο και της μη
ύπαρξης
είναι
απροσδιόριστη, όπως ακριβώς και το γεγονός ότι οι φύσεις των τεσσάρων κύριων
στοιχείων δεν είναι η ίδια. Το γεγονός ότι διαφέρουν μεταξύ τους το γνωρίζουν
καλά οι ειδικευμένοι γιατροί, που τα κάνουν να συστέλλονται ή να διαστέλλονται
ακολουθώντας
τις
ιδιοσυγκρασιακές τους τάσεις. Γιε καλής οικογενείας, ο Ταταγκάτα είναι επίσης
όπως αυτοί.
Ενεργεί απέναντι σε όλα τα αισθανόμενα όντα όπως ένας ειδικευμένος γιατρός,
κατανοώντας τις διαφορές στην εγγενή σύνθεση των ατομικών τους μολύνσεων,
αφαιρώντας
έτσι [αυτές τις ατέλειες] και αποκαλύπτοντας τον κρυμμένο θησαυρό του Τατάγκατα
που είναι η καθαρή βουδική φύση, που παραμένει μόνιμη και αμετάβλητη. Εκείνοι
που ισχυρίζονται ότι υπάρχει, έχουν μια σοφία που είναι αμόλυντη. Εκείνοι που
ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει, απλώς μιλούν ψευδώς. Εκείνοι που ισχυρίζονται ότι
υπάρχει, δεν χρειάζεται να παραμείνουν σιωπηλοί, αλλά θα πρέπει να μην
εμπλέκονται σε επιπόλαιες εικασίες ούτε να το μετατρέπουν σε θέμα διαμάχης.
Απλά αναζητήστε την κατανόηση της αληθινής φύσης των ντάρμα! Οι
κοινοί άνθρωποι που κάνουν εικασίες ή διαφωνούν, το κάνουν επειδή δεν κατανοούν
τον λεπτό, κρυμμένο θησαυρό που είναι το ταταγκαταγκάρμπα.
Αν [εγώ] αναφερθώ στο πρόβλημα της δυστυχίας, ο ανόητος
αμέσως σκέφτεται, "Α ναι, το σώμα είναι παροδικό!" και θα πει,
"Όλα είναι βάσανα". Αλλά αυτό που ο ανόητος δεν μπορεί να κατανοήσει,
είναι η παρουσία μιας ευδαιμονικής φύσης στο σώμα. Αν εξηγήσω για την
παροδικότητα, ο κοινός άνθρωπος [παρομοίως] θεωρεί ότι αυτό σημαίνει ότι όλα τα
σώματα είναι παροδικά όπως, τα δοχεία του νερού από άψητο πηλό. Αλλά ένα σοφό
άτομο θα καταλάβει ότι δεν πρέπει ποτέ να λέει, "Τα πάντα είναι
παροδικά". Γιατί; Επειδή ο σπόρος της βουδικής φύσης βρίσκεται μέσα στο
ίδιο μας το σώμα. Αν εξηγήσω για τον μη-εαυτό, το κοινό ον θα σκεφτεί: "Σε
όλο το Ντάρμα του Βούδα δεν υπάρχει ποτέ η παρουσία ενός εαυτού". Αλλά το
σοφό άτομο θα διακρίνει ότι "μη-εαυτός" είναι μια λεκτική σύμβαση και
όχι πραγματική. Έχοντας κατανοήσει τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο, δεν θα
πρέπει να του δημιουργούνται αμφιβολίες.
Αν μιλήσω για την κενότητα του κρυμμένου θησαυρού του τατάγκατα,
ο κοινός άνθρωπος που το ακούει αυτό, θα το εκλάβει μηδενιστικά. Αλλά ο σοφός
άνθρωπος θα διακρίνει ότι ο τατάγκατα είναι σταθερός και αμετάβλητος. Όταν λέω ότι
η απελευθέρωση είναι σαν μια ψευδαίσθηση, ο κοινός άνθρωπος θα σκεφτεί: "Η
επίτευξη της απελευθέρωσης σημαίνει να εξαλειφθώ". Αλλά ο σοφός άνθρωπος
θα διακρίνει ότι αυτά τα λιοντάρια ανάμεσα στους ανθρώπους, αν και μπορεί να
έρχονται και να φεύγουν, παραμένουν μόνιμα χωρίς αλλαγή. Αν πω ότι η πνευματική
άγνοια καθορίζει όλα τα φαινόμενα, ο κοινός άνθρωπος που το ακούει αυτό θα το
αντιληφθεί ως μια διάκριση ανάμεσα σε δύο ντάρμα: τη φωτισμένη γνώση και τη μη
φωτισμένη άγνοια. Αλλά ένα σοφό άτομο θα καταλάβει ότι οι φύσεις τους δεν είναι
δύο, ότι η μη δυαδικότητα είναι η αληθινή τους φύση. Αν πω ότι τα εξαρτημένα φαινόμενα
συνθέτουν τη συνείδηση, ο κοινός άνθρωπος θα σκεφτεί ότι μιλάω για δύο
πράγματα: τα φαινόμενα και τη συνείδηση. Αλλά ένα σοφό άτομο θα καταλάβει ότι
οι φύσεις τους δεν είναι διαφορετικές, ότι η μη δυαδική φύση τους είναι η
πραγματική τους φύση.
Όταν αναφέρομαι στην τήρηση ή παραβίαση των δέκα στοιχείων
του καλού χαρακτήρα, τι θα έπρεπε να γίνεται και τι δεν θα έπρεπε να γίνεται, τις
θετικές καταστάσεις της ύπαρξης και τις αρνητικές καταστάσεις της ύπαρξης, ή τα
λευκά και μαύρα ντάρμα, ο κοινός άνθρωπος θα συμπεράνει ότι αυτές οι δηλώσεις
αφορούν δυαδικότητες. Ο σοφός άνθρωπος, ωστόσο, θα κατανοήσει ότι οι φύσεις
τους δεν είναι
δύο
διαφορετικά πράγματα, ότι η μη δυαδική φύση τους είναι η αληθινή τους φύση.
Αν πω, "Θα πρέπει να καλλιεργήσετε [την κατανόηση] του
γεγονότος ότι
όλα τα
ντάρμα χαρακτηρίζονται από πόνο", ο κοινός άνθρωπος θα συμπεράνει ότι
πρόκειται για μια δυαδικότητα. Το σοφό άτομο, ωστόσο, θα κατανοήσει ότι οι
φύσεις τους δεν είναι δύο διαφορετικά πράγματα, ότι η μη δυαδική τους φύση
είναι η αληθινή τους φύση.
Όταν δηλώνω ότι [το αξίωμα]"όλα τα εξαρτημένα φαινόμενα
είναι παροδικά" αυτό σημαίνει ότι ο κρυμμένος θησαυρός του τατάγκατα είναι
επίσης παροδικός," ο κοινός άνθρωπος θα σκεφτεί ότι αυτά είναι δύο
διαφορετικά πράγματα. Ο σοφός άνθρωπος, ωστόσο, θα κατανοήσει ότι οι φύσεις
τους δεν είναι δύο διαφορετικά πράγματα, ότι η μη δυαδική φύση τους είναι η
αληθινή τους φύση. Όταν δηλώνω ότι [το αξίωμα] "όλα τα ντάρμα είναι χωρίς
εαυτό" σημαίνει ότι ο κρυμμένος θησαυρός του τατάγκατα
είναι
επίσης χωρίς εαυτό", ο κοινός άνθρωπος θα συμπεράνει ότι πρόκειται για δύο
διαφορετικά πράγματα. Το σοφό άτομο, ωστόσο, θα καταλάβει ότι οι φύσεις τους
δεν είναι δύο διαφορετικά πράγματα, ότι η μη δυαδική τους φύση είναι η αληθινή
τους φύση.
Η φύση του
εαυτού και του μη εαυτού δεν είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Η σημασία/βαρύτητα
αυτού ως προς τον κρυμμένο θησαυρό του τατάγκατα, δεν μπορεί να μετρηθεί –
επαινείται από αναρίθμητους και απεριόριστους Βούδες. Αυτό έχω εξηγήσει στη
Σούτρα που Επιτυγχάνει Όλες τις Αρετές.
Γιε καλής
οικογενείας ,τόσο η φύση όσο και τα χαρακτηριστικά του εαυτού και του μη εαυτού
είναι μια δυαδικότητα. Θα πρέπει αυτό να το αποδεχτείς και να το θαυμάσεις. Γιε
καλής οικογενείας, θα πρέπει επίσης να κρατάς σταθερά κοντά σου και να έχεις
στο νου σου εκείνες τις σούτρα που περιλαμβάνουν αυτήν τη προσέγγιση. Όπως
εξήγησα στη Μεγάλη Σούτρα για την Τέλεια Σοφία (Mahāprajñāpāramitā-sūtra), ο
εαυτός και ο μη εαυτός δεν έχουν δύο ξεχωριστά χαρακτηριστικά. Είναι όπως το
τυρόπηγμα που παράγεται από το γάλα, το φρέσκο βούτυρο παράγεται από το
τυρόπηγμα, το καθαρό βούτυρο παράγεται από το φρέσκο βούτυρο, και η κρέμα στο καθαρό
βούτυρο παράγεται από το καθαρό βούτυρο. Μήπως η φύση του τυροπήγματος
προέρχεται από το γάλα, μήπως προέρχεται από τον εαυτό της ή προέρχεται από
κάτι άλλο; Το ερώτημα παραμένει το ίδιο μέχρι και την κρέμα στην επιφάνεια του καθαρού
βουτύρου. Αν πεις ότι αυτά παράγονται με τη βοήθεια κάποιου άλλου πράγματος,
αυτό θα αποτελούσε "εξωτερική αιτιότητα" και θα σήμαινε ότι δεν
προέρχονται από το γάλα.
Αν δεν
προέρχονταν από γάλα, τότε το γάλα δεν θα συμμετείχε σε αυτά. Αν προκύπταν από
μόνα τους, δεν θα μπορούσαν να έχουν εμφανιστεί προϋποθέτοντας μια συνέχεια
[της ταυτότητας] κατά την πάροδο του χρόνου.
Αν όντως
προέκυπταν μέσα από μια συνέχεια [της ταυτότητας], τότε δεν θα υπήρχε συν-εκδήλωση.
Αν δεν υπήρχε συν-εκδήλωση, τότε τα πέντε είδη γαλακτοκομικών γεύσεων δεν θα
[προέκυπταν] επίσης την ίδια στιγμή. Αλλά παρόλο που δεν εκδηλώνονται την ίδια
στιγμή, σίγουρα δεν προέρχονται από κάπου αλλού. Γι' αυτό θα πρέπει να καταλάβεις
ότι τα χαρακτηριστικά του τυροπήγματος υπάρχουν μέσα στο γάλα πριν από [την
εμφάνιση του τυροπήγματος], γιατί όταν υπάρχει μια πλούσια γλυκιά γεύση σε
κάτι, αυτό δεν αλλάζει από μόνο του. Αυτό ισχύει για όλες τις γεύσεις, μέχρι
και την κρέμα στην επιφάνεια του καθαρού βουτύρου. Η αιτιώδης συνθήκη που
λειτουργεί σε μια αγελάδα που πίνει νερό και τρώει χορτάρι, είναι ότι αυτά τα
πράγματα μεταμορφώνονται από το αίμα στα αγγεία της και παράγεται γάλα. Αν
τρώει γρασίδι με γλυκιά γεύση, το γάλα της
θα έχει
γλυκιά γεύση. Αν τρώει χόρτο με πικρή γεύση, το γάλα της θα έχει πικρή γεύση.
Υπάρχει ένα είδος χόρτου που φυτρώνει στα Ιμαλάια που ονομάζεται snigdha[9].
Αν οι αγελάδες το φάνε, το γάλα τους θα δώσει μια διαυγή κρέμα βουτύρου που
στερείται εντελώς οποιουδήποτε χρώματος, όπως πράσινο, κίτρινο, κόκκινο, λευκό
ή μαύρο. Έτσι, ανάλογα με το σιτάρι ή το χόρτο που τρώει μια αγελάδα, το χρώμα
και η γεύση του γάλακτος της, θα διαφέρουν.
Μέσω των αιτιών και των συνθηκών που προκύπτουν από τη
συμπεριφορά που
κυριαρχείται
από τη γνώση ή την άγνοια, τα όντα θα παράγουν [καρμικά αποτελέσματα] με δύο
χαρακτηριστικούς τρόπους. Και όμως η άγνοια μπορεί να μετασχηματιστεί και έτσι
να μετατραπεί σε γνώση. Με τον ίδιο τρόπο, όλα τα ντάρμα είτε είναι θετικά είτε
μη θετικά, [τελικά] δεν είναι δυαδικά.»
Τότε ο
Μποντισάτβα Κάσιαπα ρώτησε τον Βούδα:
«Μπαγκαβάν, στο παράδειγμα με το γάλα, τι αντιπροσωπεύει το
τυρόπηγμα; Αν, όπως λες, το χαρακτηριστικό του τυροπήγματος υπάρχει σίγουρα μέσα
στο γάλα, τότε είναι σε τόσο μικρή μορφή που δεν μπορεί παρά να με κάνει να
αναρωτιέμαι, τι σημαίνει όταν λέμε ότι "το τυρόπηγμα γεννιέται ή
δημιουργείται από τα αίτια και τις συνθήκες του γάλακτος"; Όταν λέμε ότι
τα ντάρμα γεννιούνται, είναι επειδή αρχικά δεν υπήρχαν, αλλά [στο παράδειγμά
σου] το φαινόμενο υπάρχει ήδη, οπότε πώς μπορούμε να μιλάμε για αυτό ως κάτι
"που έρχεται σε ύπαρξη"; Αν το χαρακτηριστικό του τυροπήγματος είναι
σίγουρα μέσα στο γάλα, τότε μέσα σε εκατό χορταράκια θα πρέπει να υπάρχει το γάλα
και ομοίως μέσα στο γάλα θα πρέπει να υπάρχει το γρασίδι. Αλλά αν πει κανείς
ότι το τυρόπηγμα δεν είναι σίγουρα μέσα στο γάλα, τότε τι κάνει το γάλα να παράξει
το τυρόπηγμα; Από την άλλη πλευρά, αν ένα ντάρμα που αρχικά δεν υπάρχει, μπορεί
αργότερα να έρθει σε ύπαρξη, τότε γιατί το χορτάρι δεν έρχεται σε ύπαρξη από το
γάλα [όπως το τυρόπηγμα];»
[Ο Βούδας απάντησε:]
Γιε καλής οικογενείας, η αιτιώδης διαδικασία που λειτουργεί
όταν μια αγελάδα τρώει χορτάρι είναι ότι, το αίμα της γίνεται άσπρο, τότε, τόσο
το χορτάρι όσο και το αίμα διασπώνται, και μέσω της ζωτικής της δύναμης αυτό
μετατρέπεται σε γάλα. Αν και το γάλα προέρχεται από το χορτάρι και το αίμα, δεν
μπορεί να ειπωθεί ότι [οι πρώτες ύλες και το τελικό προϊόν] είναι δύο
διαφορετικά και ξεχωριστά πράγματα- απλώς λέμε ότι παράγεται από αυτή την
αιτιώδη διαδικασία. Τα άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα, από το τυρόπηγμα μέχρι την
κρέμα στο καθαρό βούτυρο, είναι έτσι επίσης. Από αυτή την έννοια έχουμε
ονομάσει τις γεύσεις που προέρχονται από το αγελαδινό [γάλα]. Η διάσπαση του
γάλακτος είναι αυτό που γίνεται στη συνέχεια η αιτιώδης συνθήκη που οδηγεί σε τυρόπηγμα.
Τι είναι αυτό που προκαλεί όλα αυτά που συμβαίνουν; Ίσως η ζύμωση, ίσως η
θερμότητα.
Επειδή υπάρχει μια διαδικασία είμαστε σε θέση να πούμε, ότι λόγω
ορισμένων αιτιών, παράγονται άλλα πράγματα, και αυτό ισχύει επίσης για [όλα τα
γαλακτοκομικά προϊόντα που ανέφερα] μέχρι την κρέμα στην επιφάνεια του καθαρού
βουτύρου. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούμε να πούμε οριστικά ότι
τα χαρακτηριστικά του τυροπήγματος δεν υπάρχουν στο φρέσκο γάλα, ή ότι
παράγονται από κάποια εξωτερική αιτία που είναι ξεχωριστή από το γάλα, διότι
τέτοιες δηλώσεις είναι ακατάλληλες.
Γιε καλής οικογενείας, η γνώση και η άγνοια είναι επίσης έτσι. Αν κάποιος επηρεάζεται
από μολύνσεις και περιορισμούς σε αυτό που κάνει, το άτομο χαρακτηρίζεται ως ανίδεος.
Αν κάποιος επηρεάζεται από απόλυτα υγιή ντάρμα σε ό,τι κάνει, το άτομο
χαρακτηρίζεται ως γνώστης. Γι αυτό ακριβώς λέω ότι αυτά τα δύο δεν είναι
διακριτά -το πώς μιλάμε για κάποιον εξαρτάται από τις καρμικές συνθήκες που
λειτουργούν [εκείνη τη στιγμή]. Αυτό το χόρτο των Ιμαλαΐων που ονομάζεται
snigdha, αν το φάει κάποια αγελάδα, θα μετατρέψει το γάλα της σε κρέμα[1].
Η φύση του Βούδα είναι επίσης έτσι.
Γιε καλής οικογενείας, τα όντα που έχουν λίγη συσσωρευμένη
αρετή, δεν θα βρουν αυτό το χορτάρι. Κι η βουδική φύση είναι έτσι, καθώς, τα όντα
δεν την βλέπουν επειδή είναι καλυμμένη από τις μολύνσεις τους. Από την άλλη, παρόλο
που ο ωκεανός είναι ομοιόμορφα αλμυρός, μέσα του υπάρχει επίσης τόσο εξαιρετικό
νερό, που έχει τη γεύση του γάλακτος. Σκεφτείτε τα βουνά των Ιμαλαΐων, παρά το
γεγονός ότι έχουν πολλά πλεονεκτήματα αφού παράγουν πολλά φαρμακευτικά φυτά, εκεί
υπάρχουν επίσης και δηλητηριώδη φυτά. Τα σώματα των όντων είναι επίσης έτσι: παρόλο που έχουν τα δηλητηριώδη φίδια που
συνθέτουν τα τέσσερα στοιχεία του σώματος, έχουν επίσης έναν θαυμαστό φαρμακευτικό
βασιλιά μέσα τους, δηλαδή τη βουδική φύση. Αυτό δεν είναι ένα τεχνητά κατασκευασμένο
ντάρμα, αλλά καλύπτεται από τη σκόνη των παροδικών μολύνσεων. Όποιος μπορεί να αφαιρέσει
αυτές τις μολύνσεις, είτε είναι βραχμάνος, κσατρίγια[2],
βαϊσια ή σούντρα[3], θα δει
τη βουδική φύση και θα ολοκληρώσει το υψηλότερο μονοπάτι. Ακριβώς όπως, όταν οι
κεραυνοί πέφτουν και τα σύννεφα εμφανίζονται στον ουρανό, ανθίζουν λουλούδια στους
χαυλιόδοντες όλων των ελεφάντων. Αν δεν υπήρχαν κεραυνοί, δεν θα υπήρχαν
ανθισμένα λουλούδια, και δεν θα υπήρχαν λόγια ούτε και λέξεις γι' αυτό. Η βουδική
φύση των όντων είναι ακριβώς έτσι. Στη συνηθισμένη της κατάσταση, είναι
καλυμμένη από όλες τις ατέλειες και είναι αδύνατο να τη δει κανείς. Αυτός είναι
ο λόγος για τον οποίο εξήγησα για τον μη-εαυτό των όντων [κάποτε].
Αν μπορούσε κανείς να ακούσει αυτήν την βαθιά Μαχαπαρινιρβάνα
Σούτρα, θα έβλεπε τη βουδική του φύση, κι αυτό θα ήταν σαν να έβλεπε λουλούδια
στους χαυλιόδοντες του ελέφαντα. Παρόλο που μπορεί να έχει ακούσει κανείς για τα
διαφορετικά σαμάντι που έχουν αναφερθεί σε άλλες σούτρα, αν δεν έχει ακούσει
αυτήν τη σούτρα, δεν θα μπορέσει να καταλάβει το λεπτό αυτό θέμα για τον
Τατάγκατα, με τον ίδιο τρόπο που δεν θα μπορέσει να δει τα λουλούδια στους
χαυλιόδοντες του ελέφαντα, χωρίς τον κεραυνό. Αφού ακούσει κανείς αυτή τη
σούτρα, τότε καταλαβαίνει ότι όλα τα όντα κατέχουν τη βουδική φύση, και αυτός
είναι ο λόγος που εξηγώ τη Μαχαπαρινιρβάνα Σούτρα. Την αποκαλώ [επίσης] «ο κρυμμένος
θησαυρός που είναι ένας τατάγκατα», που απλώνει τα λουλούδια που είναι σαν το νταρμακάγια
στους χαυλιόδοντες ελέφαντα όταν [πέφτει] ο κεραυνός. Όταν καλλιεργήσει κανείς
κάτι τόσο σπουδαίο, επιτυγχάνει αυτό που είναι γνωστό ως μαχαπαρινιρβάνα. Εάν
ένας καλός άντρας ή μια καλή γυναίκα προσεκτικά μελετήσει κι εξασκήσει αυτό που
υπάρχει σε αυτή τη Σούτρα της Μεγάλης Νιρβάνα [με το πολύ λεπτό νόημα], να ξέρεις
ότι αυτός θα ξεπληρώσει το χρέος του στον Βούδα και θα είναι πραγματικά ένας μαθητής
του Βούδα.»
Τότε ο μποντισάτβα Κάσιαπα είπε στον Βούδα:
«Αυτό είναι εξαιρετικό Μπαγκαβάν. Η βουδική φύση για την
οποία μιλάς, είναι πολύ βαθιά, πολύ βαθιά, δύσκολα την αντιλαμβάνεσαι και
δύσκολα μπαίνεις [στη σφαίρα αυτή]. Οι σράβακα και οι πρατυεκαβούδα δεν θα μπορέσουν
να την καταπιούν [κατανοήσουν].
Ο Βούδας απάντησε: «Γιε ευγενούς οικογενείας, έτσι είναι,
έτσι ακριβώς είναι. Αυτό για το οποίο εξέφρασες θαυμασμό, δεν διαφέρει από αυτό
που εξήγησα.»
Τότε ο μποντισάτβα Κάσιαπα είπε στον Βούδα: «Μπαγκαβάν, γιατί
η βουδική φύση είναι τόσο βαθιά, δύσκολα την αντιλαμβάνεσαι και δύσκολα μπαίνεις;»
Ο Βούδας απάντησε:
«Γιε ευγενούς οικογενείας, είναι σαν να πηγαίνουν στον γιατρό
εκατό τυφλοί άνθρωποι για να θεραπεύσουν τα μάτια τους. Ο γιατρός παίρνει ένα
χρυσό νυστέρι και κάνει μια τομή στον αμφιβληστροειδή τους. Στη συνέχεια
κρατάει ψηλά ένα δάχτυλο και ρωτά αν μπορούν να το δουν ή όχι, αλλά οι τυφλοί
απαντούν ότι ακόμα δεν μπορούν να δουν τίποτα. Στη συνέχεια σηκώνει δύο δάχτυλα
και μετά τρία δάχτυλα, μέχρι να πουν τελικά ότι μπορούν να δουν λίγο. Το ίδιο
συνέβαινε πριν, μέχρι να διδάξει ο Τατάγκατα αυτή τη Σούτρα της Μεγάλης Νιρβάνα
[με το πολύ λεπτό νόημα]. Αν και αμέτρητοι μποντισάτβα είχαν εφοδιαστεί με τις
τελειότητες μέχρι και το στάδιο του δεκάτου επιπέδου, δεν μπορούσαν να δουν ότι
κι οι ίδιοι κατείχαν τη βουδική φύση.
Ωστόσο, μόλις την εξηγήσει ο Τατάγκατα θα την δουν αμέσως
έστω και λίγο και αφού την δουν, θα αναφωνήσουν: «Μπαγκαβάν, αυτό είναι
καταπληκτικό! Έχουμε διασχίσει τον κύκλο της ζωής και του θανάτου αμέτρητες
φορές, διαρκώς μπερδεμένοι από τον μη εαυτό.»
«Γιε ευγενούς οικογενείας, ακόμα κι οι μποντισάτβα που έχουν
κερδίσει τη θέση μέσα στα δέκα επίπεδα, δεν μπορούν να διακρίνουν καθαρά τη
βουδική φύση. Πως θα μπορούσε να περιμένει κανείς ότι οι σράβακα και οι
πρατυεκαβούδα θα είναι σε θέση να την αντιληφθούν; Αυτό είναι ανάλογο με έναν
άνθρωπο που κοιτάζει ψηλά στον ουρανό και βλέπει άγριες χήνες να πετούν. Μπορεί
να σκεφτεί: "Αυτό ήταν ένα κοπάδι χήνες που μόλις είδα στο ουρανό",
αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι σίγουρος για το τι έβλεπε, καθώς υπήρχαν μόνο
ενδείξεις πουλιών στη ματιά του. Με τον ίδιο τρόπο, οι μποντισάτβα που έχουν
προχωρήσει στα δέκα επίπεδα, μπορεί να αντιληφθούν και να κατανοήσουν μόνο ένα
μικρό μέρος αυτής της φύσης του τατάγκατα. Και είναι ακόμα πιο δύσκολο να
μπορέσει να την διακρίνει ένας σράβακα ή ένας πρατυεκαβούδα!
«Γιε ευγενούς οικογενείας, είναι σαν ένας μεθυσμένος άνθρωπος
που προσπαθεί να περπατήσει σε έναν δρόμο και μόλις μετά βίας μπορεί να δει με
τη θολή του όραση. Οι Μποντισάτβα στα δέκα επίπεδα που έχουν διακρίνει μόνο ένα
μικρό μέρος της φύσης του τατάγκατα, βρίσκονται σε μια τέτοια κατάσταση. Αυτό
είναι επίσης ανάλογο με έναν διψασμένο άνθρωπο που διασχίζει έναν απέραντο τόπο.
Η δίψα του ανθρώπου τον πιέζει έτσι ώστε να ψάχνει παντού για νερό. Βλέπει μια
συστάδα δέντρων και σε ένα από τα δέντρα κάθεται ένας λευκός γερανός. Αλλά ο
άνθρωπος έχει αποπροσανατολιστεί τόσο πολύ που δεν μπορεί να καταλάβει, να
διακρίνει τι είναι δέντρο και τι νερό. Καθώς δεν είναι σίγουρος τι κοιτάζει, θα
κοιτάξει απλώς τον λευκό γερανό που βρίσκεται πάνω στα δέντρα. Οι μποντισάτβα
στα δέκα επίπεδα, που έχουν δει μόνο ένα μικρό μέρος της φύσης του τατάγκατα
βρίσκονται σε μια τέτοια κατάσταση.
«Γιε ευγενούς οικογενείας, φαντάσου έναν άνθρωπο να παρασύρεται στη μέση του
ωκεανού, εκατοντάδες χιλιάδων αμέτρητα γιοτζάνα [από την ακτή]. Στο βάθος
βλέπει μια μεγάλη βάρκα, ένα φυλάκιο και ένα μεγάλο κτίριο. Εκείνη τη στιγμή σκέφτεται:
"Α, αυτό το φυλάκιο είναι απλώς μια ψευδαίσθηση. Και όμως, όσο περισσότερο
το κοιτάζω, τόσο πιο σίγουρος είμαι για την αίσθηση μου, ότι αυτό που βλέπω,
είναι αυτό που ξέρω ότι είναι ένα φυλάκιο!" Οι μποντισάτβα στα δέκα επίπεδα
που βλέπουν τη φύση του τατάγκατα μέσα τους, βρίσκονται σε μια τέτοια
κατάσταση.
«Γιε ευγενούς οικογενείας, είναι σαν ένα πρίγκηπα που έχει
γεννηθεί με ευαίσθητη κράση και μένει ξάγρυπνος όλη νύχτα σ’ ένα γλέντι. Όταν
βγει ο ήλιος, διαπιστώνει πως όλα όσα βλέπει είναι δυσδιάκριτα. Με τον ίδιο
τρόπο οι μποντισάτβα στα δέκα επίπεδα, αν και μπορούν να δουν τη βουδική φύση
μέσα τους, παρόλα αυτά δεν είναι πολύ ξεκάθαροι γι αυτό.
«Γιε ευγενούς οικογενείας, αυτό είναι επίσης ανάλογο με κάποιον σε ένα υπουργείο,
που λόγω μιας δουλειάς για τον βασιλιά, μένει εκεί και επιστρέφει αργά στο
σπίτι του, όταν πέφτει η νύχτα. Ξαφνικά αστράφτει και βλέπει ένα κοπάδι
αγελάδες. Εκείνη τη στιγμή σκέφτεται: "Αυτές ήταν αγελάδες; Μήπως ήταν
σύννεφα ή ένα σπίτι;" Βλέποντας για αρκετή ώρα [προς την κατεύθυνση] αυτού
που κοίταζε, συνειδητοποιεί ότι, αν και έχει την εντύπωση ότι αυτό που είδε
ήταν αγελάδες, τώρα όλα του φαίνονται αβέβαια. Αντίστοιχα κι οι μποντισάτβα στα
δέκα επίπεδα: αν και μπορεί να βλέπουν τη φύση του τατάγκατα μέσα τους, εξακολουθούν
να μην είναι σε θέση να εξακριβώσουν με ακρίβεια τι είναι.
«Γιε ευγενούς οικογενείας, αυτό είναι επίσης ανάλογο με έναν
μοναχό που κοιτάζει μέσα στο νερό που είναι απαλλαγμένο από έντομα κι όμως
βλέπει κάτι που μοιάζει με τη μορφή των εντόμων. Εκείνη τη στιγμή σκέφτεται: «Αυτά
τα πράγματα που κινούνται στο νερό είναι έντομα; Είναι σκόνη;» Αφού παρατηρεί το νερό για αρκετή ώρα, παρόλο
που ξέρει ότι αυτό που βλέπει είναι σκόνη, δεν είναι εντελώς σίγουρος. Με τον
ίδιο τρόπο, οι μποντισάτβα στα δέκα επίπεδα μπορεί να βλέπουν τη φύση του τατάγκατα
μέσα τους, δεν είναι όμως πολύ ξεκάθαροι γι' αυτό.
«Επιπλέον, γιε ευγενούς οικογενείας, σκέψου την αναλογία
κάποιου που κοιτάζει στο σκοτάδι και βλέπει ένα μικρό παιδί στο βάθος. Εκείνη
τη στιγμή σκέφτεται: «Ήταν αυτό ένα βόδι, ένας αετός ή ένας άνθρωπος;»
Παρατηρεί το σκοτάδι για πολύ ώρα, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι, παρόλο που
είδε ένα παιδί, δεν είναι απόλυτα σίγουρος. Με τον ίδιο περίπου τρόπο, οι
μποντισάτβα στα δέκα επίπεδα, μπορεί να αντιλαμβάνονται τη φύση του τατάγκατα
μέσα τους, δεν είναι όμως πολύ ξεκάθαροι γι' αυτό.
«Επιπλέον, γιε ευγενούς οικογενείας, είναι σαν τον άνθρωπο
που βλέπει μια ζωγραφισμένη εικόνα ενός μποντισάτβα τη νύχτα στο σκοτάδι.
Εκείνη τη στιγμή σκέφτεται: "Αυτή η εικόνα του μποντισάτβα, μήπως είναι ο Μαχεσβάρα,
ή ο Μαχαμπράχμα, ή είναι απλώς ένας χιτώνας από βαμμένο ύφασμα;" Την
κοιτάζει για αρκετή ώρα, και ενώ στο μυαλό του λέει "αυτή είναι η εικόνα
ενός μποντισάτβα", στην πραγματικότητα δεν είναι εντελώς σίγουρος. Με τον
ίδιο τρόπο, οι μποντισάτβα στα δέκα επίπεδα, μπορεί να αντιληφθούν τη φύση του τατάγκατα
μέσα τους, αλλά δεν είναι πολύ ξεκάθαροι γι' αυτό.
«Γιε ευγενούς οικογενείας, αυτή η βουδική φύση που έχεις,
είναι πολύ βαθιά και δύσκολα διακρίνεται. Μόνο οι Βούδες μπορούν να την
κατανοήσουν. Το πεδίο των σράβακα και των πρατυεκαβούδα δεν την
συμπεριλαμβάνει. Οι συνετοί θα πρέπει κατά αυτόν τον τρόπο να διακρίνουν για να
κατανοήσουν τη φύση του τατάγκατα, Γιέ ευγενούς οικογένειας.»
Ο μποντισάτβα Κάσιαπα απευθύνθηκε τότε στον Βούδα, λέγοντας: «Μπαγκαβάν,
όπως έχεις εξηγήσει, η βουδική φύση είναι λεπτοφυής και δύσκολα κατανοείται.
Είναι κάτι που μπορούμε να δούμε με τα μάτια μας;»
Ο Βούδας είπε:
«Γιε ευγενούς οικογενείας, Κάσιαπα, είναι σαν τον πεδίο Ούτε Σκέψη
Ούτε Μη Σκέψη[4], που
εκείνοι που βαδίζουν στα δύο μονοπάτια[που δεν είναι Μαχαγιάνα] δεν είναι σε
θέση να κατανοήσουν. Η κατανόηση έρχεται ως αποτέλεσμα της πίστης που έχουμε σ’
αυτήν τη σούτρα. Ως εκ τούτου, οι σράβακα και οι πρατυεκαβούδα που πιστεύουν
αυτό που διδάσκεται στην Μαχαπαρινιρβάνα Σούτρα, θα γνωρίσουν τη δική τους
ταταγκάτα φύση από μόνοι τους. Για αυτόν τον λόγο, Γιε ευγενούς οικογενείας, θα
πρέπει να εκτελείτε και να καλλιεργείτε προσεκτικά τις πρακτικές αυτής της
Μαχαπαρινιρβάνα Σούτρα. Η βουδική φύση είναι κάτι που μόνο οι Βούδες κατανοούν
πλήρως, [η σφαίρα] των σράβακα και των πρατυεκαβούδα δεν την περιλαμβάνει.»
Ο Μποντισάτβα Κάσιαπα, ρώτησε ξανά τον Βούδα: «Μπαγκαβάν, οι
καθημερινοί κοινοί άνθρωποι θεωρούν τη φύση τους ως ένα ζωντανό ον για να
επιβεβαιώσουν την ύπαρξη ενός εαυτού.»
Ο Βούδας είπε: «Σκέψου αυτήν την παραβολή που επικεντρώνεται
σε δύο ανθρώπους που ήταν κοντινοί φίλοι. Ο ένας ήταν πρίγκιπας, ο άλλος ήταν
φτωχός και ταπεινός, αλλά κι οι δύο κινούνταν μαζί. Μια φορά, ο φτωχός
παρατήρησε ένα εντυπωσιακό σπαθί που ανήκε στον πρίγκιπα, που ήταν τόσο αυθεντικό
και στιβαρά φτιαγμένο όσο κανένα άλλο. Στο μυαλό του ο φτωχός άνθρωπος
επιθυμούσε το σπαθί. Κάποια στιγμή αργότερα, ο πρίγκιπας έπρεπε να ταξιδέψει σε
μια άλλη χώρα και πήρε το σπαθί μαζί του. Εν τω μεταξύ, ο φτωχός άνθρωπος, ενώ πέρασε τη νύχτα μακριά
από το σπίτι του σε κάποια περίσταση, μιλούσε στον ύπνο του και επαναλάμβανε
συνεχώς, "Το σπαθί, το σπαθί". Κάποιος που βρισκόταν εκεί κοντά τον
άκουσε, άρπαξε τον άνδρα και τον πήγε στον βασιλιά. Μόλις τον είδε, ο βασιλιάς
ρώτησε: "Αυτό το σπαθί για το οποίο μιλάς, πού βρίσκεται;" Ο άντρας
απάντησε στον βασιλιά άμεσα, εξηγώντας αυτά που μπορούσε, και πρόσθεσε: ‘Βασιλιά,
ακόμα κι αν ήταν να τεμαχίσεις αυτό το σώμα του ταπεινού σου υπηρέτη, κόβοντας
τα χέρια και τα πόδια μου με την ελπίδα να φτάσω στο σπαθί, και πάλι δεν θα το έβρισκες.
Όταν αυτός ο υπηρέτης ήταν κοντά στο γιο σου, τον πρίγκιπα, τότε έτυχε να το
δω, αλλά μόνο μια φορά, και ούτε να το αγγίξω τόλμησα. Πώς θα μπορούσα να το
πάρω; Ο βασιλιάς τότε τον ρώτησε: "Όταν είδες το σπαθί, πως έμοιαζε;"
Εκείνος απάντησε: "Μεγάλε βασιλιά, αυτό που είδε αυτός ο υπηρέτης ήταν
κάτι σαν ένα κέρατο κριαριού." Όταν ο βασιλιάς το άκουσε αυτό, χαμογέλασε
και είπε: "Ακολουθώντας τη σκέψη σου, βλέπω ότι δεν υπάρχει κανένας φόβος,
γιατί αυτό το σπαθί δεν υπάρχει στην αποθήκη μου. Πώς είναι δυνατόν να είδες
ένα τέτοιο πράγμα κοντά τον πρίγκιπα;" Τότε ο βασιλιάς στράφηκε προς τους
υπουργούς του και τους ρώτησε: "Έχει κανείς από σας δει ποτέ αυτό το
σπαθί;" Αλλά μόλις είπε αυτά τα λόγια, ο βασιλιάς, έπεσε νεκρός. Στη
συνέχεια, ένας άλλος πρίγκιπας τον διαδέχθηκε στο θρόνο, και αυτός επίσης ρώτησε
το προσωπικό του, "Πείτε μου αν κάποιος από εσάς έχει δει αυτό το σπαθί μέσα
στους θησαυρούς του παλατιού". Το επιτελείο απάντησε: "Το έχουμε
δει". Έτσι εκείνος ρώτησε, "Πώς είναι φτιαγμένο;" Και εκείνοι
απάντησαν: "Μεγάλε βασιλιά, μοιάζει σαν κέρατο κριαριού." Τότε ο
βασιλιάς είπε: "Πού θα μπορούσε να βρίσκεται αποθηκευμένο μέσα στο παλάτι ένα τέτοιο σπαθί;" Και το
ίδιο έκαναν τέσσερις βασιλιάδες διαδοχικά, όλοι έψαξαν για το σπαθί, αλλά χωρίς
αποτέλεσμα. Τώρα, λίγο καιρό μετά την αναχώρηση του τελευταίου βασιλιά, ο πρώην
πρίγκιπας ο οποίος είχε φύγει για μια άλλη χώρα επέστρεψε στην πατρίδα του, για
άλλη μια φορά αναλαμβάνοντας τη θέση του ως πρίγκιπας και στη συνέχεια
διαδέχθηκε το θρόνο ως βασιλιάς. Όταν και αυτός ρώτησε το προσωπικό αν είχαν
δει το σπαθί, εκείνοι απάντησαν: "Μεγάλε βασιλιά, όλοι το έχουμε
δει". Έτσι συνέχισε: "Πώς έμοιαζε;" [Κάποιος] απάντησε:
"Μεγάλε βασιλιά, το χρώμα του είναι καθαρό σαν το λουλούδι ούτπαλα (μπλε
λωτός)". Κάποιος άλλος απάντησε: "Έχει σχήμα σαν κέρατο κριού",
και στη συνέχεια κάποιος άλλος είπε: "Το χρώμα του είναι κόκκινο, σαν πολλές
φλόγες". Ένας άλλος πρόσθεσε: "Όχι, μοιάζει με μαύρο φίδι". Ξεκαρδισμένος
απ’ τα γέλια ο βασιλιάς αναφώνησε: "Κανείς σας δεν έχει δει πώς μοιάζει
στην πραγματικότητα το σπαθί μου".
«Γιε ευγενούς οικογενείας, οι μποντισάτβα-μαχάσατβα είναι
ακριβώς έτσι. Όταν είναι έξω στην κοινωνία εκθέτουν τα αληθινά χαρακτηριστικά
του εαυτού, αλλά αφού διδάξουν αυτό το ντάρμα, στη συνέχεια προχωρούν στην
εγκατάλειψή του. Και ακριβώς όπως εκείνος ο πρίγκιπας που πήρε το υπέροχο σπαθί
μαζί του όταν έφυγε για μια άλλη χώρα, το κοινό, αδαές άτομο [που έχει λάβει αυτή
τη διδασκαλία] θα πει: "Όλα τα πράγματα έχουν έναν εαυτό- υπάρχει ένας
εαυτός", ακριβώς όπως εκείνος ο φτωχός φίλος του πρίγκιπα που φώναζε στον
ύπνο του: "Το σπαθί, το σπαθί!" Όταν οι σράβακα και οι πρατυεκαβούδα
ρωτούν τα όντα, "Ποια χαρακτηριστικά ή μορφές έχει ο εαυτός που τον χαρακτηρίζουν
γι' αυτό που είναι;", θα πάρουν απαντήσεις όπως: "Έχω δει τη μορφή
του εαυτού-έχει το μέγεθος ενός ανθρώπινου αντίχειρα", ή "Μοιάζει με
κόκκο ρυζιού", ή "Είναι απλά όπως ένας κόκκος κεχριού". Και
άλλοι θα πουν, "Τα γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν τον εαυτό μας βρίσκονται
μέσα στο νου εκεί όπου λάμπει σαν τον ήλιο". Επομένως τα όντα δεν
γνωρίζουν πραγματικά τι είναι αυτό που διακρίνει τον εαυτό, όπως ακριβώς το
προσωπικό του παλατιού δεν ήξερε τι είναι αυτό που διέκρινε το σπαθί.
Όταν οι μποντισάτβα διδάσκουν το ντάρμα σχετικά με το θέμα
του εαυτού με τέτοιο τρόπο, οι συνηθισμένοι άνθρωποι δεν θα καταλάβουν και
αντίθετα θα διαχωρίσουν τα πράγματα με διάφορους τρόπους για να δημιουργήσουν
λανθασμένα αντιλήψεις σχετικά με τα γνωρίσματα [που πιστεύουν] ότι
χαρακτηρίζουν τον εαυτό. Όλα αυτά μοιάζουν με τον τρόπο με τον οποίο, οι
ερωτήσεις σχετικά με το πώς έμοιαζε το σπαθί, οδήγησαν στην απάντηση ότι αυτό έμοιαζε
με κέρατο κριού. Αυτοί οι συνηθισμένοι άνθρωποι, ο ένας μετά τον άλλο, θα συνεχίσουν
να σκέφτονται με αυτόν τον τρόπο, παράγοντας κατά τη διαδικασία αυτή
λανθασμένες απόψεις. Προκειμένου να αποκόψει λανθασμένες απόψεις σαν κι αυτές,
ο Τατάγκατα δίδαξε έτσι για τον μη-εαυτό. Στην παραβολή, αυτός είναι ο λόγος
για τον οποίο ο [βασιλιάς]είπε στο προσωπικό του παλατιού: "Αυτό το σπαθί
δεν βρίσκεται στην αποθήκη μου".
[Η Γιρλάντα των Γραμμάτων]
«Γιε ευγενούς οικογενείας, ο αληθινός εαυτός για τον οποίο
μίλησε σήμερα ο Τατάγκατα, είναι αυτό που ονομάζεται βουδική φύση. Στις διδασκαλίες μου αυτή η βουδική φύση, έχει
παρομοιαστεί με το καθαρό σπαθί [στην προηγούμενη ιστορία]. Γιε ευγενούς
οικογενείας, αν ένας συνηθισμένος άνθρωπος μπορεί να το μεταδώσει σωστά, αυτός θα
εναρμονίζεται με το ανώτερο Ντάρμα του Βούδα. Αλλά αν κάποιος μπορεί να το διδάξει
με τον λεπτομερή τρόπο που διακρίνει σωστά τα πράγματα, να ξέρετε ότι αυτός
είναι κάποιος με το ανάστημα ενός μποντισάτβα.
«Γιε ευγενούς οικογενείας οι διαφορετικές πραγματείες, τα
μαγικά ξόρκια, οι προφορικές ρήσεις, και τα γραπτά λόγια που υπάρχουν, όποια κι
αν είναι αυτά, είναι όλα εκφορά [του λόγου] του Βούδα και δεν αντικατοπτρίζουν αυτά
που λένε οι υπέρμαχοι άλλων μονοπατιών.»
Ο Μποντισάτβα Κάσιαπα είπε στον Βούδα:
«Μπαγκαβάν, πως διατύπωσε ο Βούδας την πηγή των συλλαβών (αναλλοίωτη πηγή / akṣara -mātṛkā[5]);»
«Γιε ευγενούς οικογενείας, η εκφορά του πρώτου μισού των
συλλαβών ή των ακσάρας[6]
(akṣaras) είναι αυτό που σχηματίζει τη μήτρα [του φωνητικού συστήματος],
παρέχοντας την βάση για τα καταγραμμένα κείμενα, τα μαγικά ξόρκια και τη
λογοτεχνία [στο σύνολό της]. Και όσον
αφορά το γνήσιο ντάρμα και όλες τις υποδιαιρέσεις του (σκάντα), οι απλοί
άνθρωποι μελετούν αυτή τη φωνητική μήτρα των συλλαβών, έτσι ώστε αργότερα να
είναι σε θέση να διακρίνουν, τι είναι ντάρμα και τι δεν είναι ντάρμα.»
Ο Μποντισάτβα Κάσιαπα μίλησε ξανά στον Βούδα, λέγοντας:
«Μπαγκαβάν, ποια είναι η σημασία των ασκάρας για τα οποία μιλάς;»
Ο Βούδας απάντησε: «Γιε ευγενούς οικογενείας, υπάρχουν δεκατέσσερις
ήχοι φωνηέντων που προσδιορίζουν το νόημα των ακσάρας. Η ίδια η λέξη ‘ακσάρα’ ονομάζεται
νιρβανική[7]
επειδή [ο συλλαβικός λόγος] είναι μόνιμος και αναλλοίωτος (a-kṣara). Αν είναι αναλλοίωτος,
είναι και άφθαρτος (akṣaya) και άφθαρτο δεν είναι τίποτα άλλο, παρά το
αδαμάντινο σώμα του Τατάγκατα. Οι ακόλουθοι δεκατέσσερεις φθόγγοι είναι αυτό
που ονομάζω πηγή των συλλαβών ή ακσάρας.
«Το Α[8] είναι άθραυστο (abhedya) κι αυτός είναι ο λόγος που, αυτό που
ονομάζουμε Τρία Πετράδια είναι σαν το αδαμάντινο βάτζρα. Επίσης ο ήχος Α δεν
έχει βλαβερή επίδραση (anāsrava). Κι αυτό που δεν
έχει βλαβερή επίδραση δεν είναι παρά ο Τατάγκατα. Τίποτα δεν ρέει από τα εννιά
ανοίγματα του Τατάγκατα επομένως δεν έχει καμία βλαβερή επίδραση. Το σώμα του
δεν έχει ούτε καν τα εννιά ανοίγματα, γι αυτόν το λόγο είναι απαλλαγμένος από
οποιαδήποτε βλαβερή επίδραση. Το να είναι κανείς απαλλαγμένος από τις βλαβερές
επιδράσεις, σημαίνει ότι είναι μόνιμος κι αυτό ακριβώς είναι ο Τατάγκατα. Ο
Τατάγκατα είναι ακατασκεύαστος (akṛta) κι αυτός είναι ένας άλλος λόγος που δεν
έχει βλαβερή επίδραση. Επιπλέον, ο ήχος Α ονομάζεται και αρετή (aṅga). Τα Τρία
Πετράδια είναι αυτό ακριβώς, αρετή, και γι αυτό την λέμε Α.
«Το Ā σημαίνει ατσάρυα (ācārya). Τώρα τι σημαίνει ατσάρυα; Είναι
εκείνος που κατάφερε να αποκαλείται ‘ιερός/ευγενής’(άρυα[9])
στον κόσμο: χωρίς προσκολλήσεις, με λίγες επιθυμίες, κάποιος που έχει επιτύχει
την ευτυχία/πληρότητα.
«Αυτό το άτομο ονομάζεται επίσης "αγνό" (āpūta ή āpūnita), καθώς
μπορεί να μεταφέρει τα όντα πέρα από τον μεγάλο ωκεανό της σαμσάρα, μέσα και
έξω από τον οποίο ρέουν οι τρεις υπάρξεις. Αυτό είναι που ονομάζεται ιερό. Ο
ήχος Ā είναι επίσης η άσκηση της πειθαρχίας (ācaritam): η διατήρηση των
καθαρών όρκων και η προσαρμογή σύμφωνα με τον κόσμο (lokānuvartanā).
«Το γράμμα Ā σημαίνει επίσης να βασίζεσαι σε
(āśraya) ιερά πρόσωπα: να μελετάς τη συμπεριφορά [τους], το σταμάτημα, την
εκκίνηση και την έγερση των κινήσεων (gocara ή ācāra).
[Σημαίνει] επίσης να τελετουργεί (pūja), να σέβεται (ādara)
και να υποκλίνεται με ευλάβεια (namaskāra ή pādavanda) προς τα Τρία Πετράδια,
να παρέχει φροντίδα στον πατέρα και τη μητέρα του, και να μελετά τη Μαχαγιάνα. Οι
καλοί άνδρες και οι καλές γυναίκες που τηρούν τις αρχές και οι μποντισάτβα-μαχάσατβα,
αυτά είναι τα ιερά [πρόσωπα]. Ā σημαίνει επίσης να διδάσκω χρησιμοποιώντας παραινέσεις
(ādeśana ή ājñā), όπως όταν λέμε, "Έι εσύ, έλα εδώ!" (āgaccha), ή
"Πρέπει να κάνεις αυτό!", ή "Δεν πρέπει να κάνεις αυτό!". Αυτός
που μπορεί να εμποδίσει (āvaraṇa) τις διδασκαλίες που υποστηρίζουν την
ανάρμοστη συμπεριφορά, είναι γνωστός ως ιερό πρόσωπο. Αυτό λοιπόν καλούμε
γράμμα Ā.
Το Ι δηλώνει ‘αυτό’ (idam), την ιερή ζωή (brahmacarya) στο Ντάρμα
του Βούδα που είναι εκτενής (vistara), αγνή (viśuddha) και αμόλυντη (vimala), όπως
η πανσέληνος. Έτσι θα πρέπει να κάνετε αυτό που πρέπει να κάνετε και να απέχετε
από ό,τι δεν πρέπει να κάνετε. Αυτό έχει νόημα (sārtha) και [αυτό] δεν έχει
νόημα (anartha)- αυτό είναι μια έκφραση του Βούδα και αυτό είναι μια έκφραση
του Μάρα. Αυτό επομένως εννοούμε με το Ι.
Το Ī είναι το Ντάρμα του Βούδα. Είναι
λεπτό, βαθύ και δύσκολο να επιτευχθεί. Όπως ο Μαχασβάρα και ο Μαχαμπράχμα, αυτό
το ντάρμα ονομάζεται ελεύθερο και αυτόνομο (īśvara). Καθώς είναι σε θέση να το
διατηρήσουν, αυτές [οι θεότητες] ονομάζονται "προστάτες του ντάρμα"
(dharmapāla). Οι αυτόνομοι [άρχοντες] ονομάζονται επίσης οι "τέσσερις
προστάτες του κόσμου" (lokapāla). Με την αυτονομία τους μπορούν να προστατεύουν
αυτήν την Μαχαπαρινιρβάνα Σούτρα. Ī σημαίνει να είσαι ικανός να διδάσκεις κάτι ελεύθερα, οπότε
μπορεί επίσης να σημαίνει ότι παρουσιάζεις το ντάρμα για χάρη των όντων με
ελεύθερο και αυτόνομο τρόπο. Επιπλέον, αφού το Ī σημαίνει αυτονομία, τι είναι
αυτό που έχω διδάξει; Είναι [να σας ενθαρρύνω] να καλλιεργήσετε την άσκησή σας
στις καλά ισορροπημένες (vaitulya[10])
γραφές. Ο ήχος Ī σημαίνει επίσης την αποκοπή της ζήλιας (īrṣyā), όπως ακριβώς απομακρύνουμε
τα ζιζάνια , ώστε να μετατραπεί [μια κατάσταση] σε κάτι ευοίωνο (śrī). Αυτό,
επομένως, είναι το Ī.
Το U είναι το πιο ανώτερο (uttara), το πιο υπέρτατο (uttama) και το
πιο προηγμένο (udāra) από όλες τις σούτρα: δηλαδή, η Μαχαπαρινιρβάνα. Επιπλέον,
το U υποδηλώνει τη φύση ενός τατάγκατα (ταταγκαταγκάρμπα), κάτι για το οποίο οι
σράβακα και οι πρατυεκαβούδα δεν έχουν ακόμη ακούσει. Σημαίνει επίσης το Ουταρακούρου[11],
τον ιδανικό τόπο μεταξύ όλων των τόπων [για να ζήσει κανείς]. Αν οι μποντισάτβα
καταφέρουν να ακούσουν και να αποδεχτούν αυτήν τη σούτρα, τότε [ομοίως] θα
γίνουν οι πιο επιφανείς (utkṛṣṭa ή utkarṣa) ανάμεσα σε όλα τα όντα. Αυτός είναι
ο λόγος για τον οποίο λέμε ότι αυτή η σούτρα είναι η ανώτερη και η καλύτερη.
Αυτό, επομένως, είναι το γράμμα U.
Το Ū είναι σαν το αγελαδινό γάλα (ūdhasya), η πιο εξαιρετική μεταξύ
όλων των γεύσεων. Η φύση ενός τατάγκατα είναι επίσης σαν αυτό, και αυτή [η
Μαχαπαρινιρβάνα] είναι [επομένως] η πιο σεβαστή και ανώτερη (ūrdhva) μεταξύ
όλων των σούτρα. Αν κάποιος τη συκοφαντήσει, θα πρέπει να ξέρεις, ότι αυτό το
άτομο δεν διαφέρει από ένα βόδι. Επιπλέον, Ū αποκαλείται κάποιος χωρίς σοφία (ūnajñāna)
ή χωρίς νοημοσύνη (ūnasmṛti). Όταν κάποιος συκοφαντεί το λεπτό και μυστικό ταταγκαταγκάρμπα,
θα πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι ένα τέτοιο άτομο βρίσκεται σε μια πολύ λυπηρή
(ūrmi) κατάσταση. Βρίσκονται μακριά από το μυστικό ταταγκαταγκάρμπα όταν
κηρύττουν τη διδασκαλία του μη-εαυτού- έτσι, αυτοί ονομάζονται Ū.
Το Ε δηλώνει "αυτό" (etad), τη νιρβάνα των Βούδα που
είναι η φυσική τους κατάσταση (dharmatā). Έτσι ονομάζεται E.
Το Ai σημαίνει τατάγκατα, καθώς δηλώνει ότι "έτσι ήρθε"
(aiti). Επιπλέον, το Ai είναι η κίνηση (airyātha ή airyāthika patha) ενός τατάγκατα-
η έναρξη, το σταμάτημα, η συστολή, το τέντωμα ή το ανέβασμα. Η [κίνησή του] δεν
είναι ποτέ χωρίς όφελος για τα έμβια όντα. Αυτό ονομάζεται Ai.
Το O είναι γνωστό ως οι μολύνσεις (kleśa), οι οποίες ονομάζονται
επίσης "εκροές". (ogha). Ο Τατάγκατα έχει αποκόψει μόνιμα όλες τις
ατέλειες, και σ’ αυτό αναφέρεται το γράμμα Ο.
Au
σημαίνει το Μεγάλο Όχημα (auttarika-yāna;). Από τα δεκατέσσερα [φωνήεντα] ήχων,
αυτό είναι το τελευταίο (auttarapadika;). Οι σούτρα της μαχαγιάνα είναι επίσης
έτσι, καθώς είναι η τελευταία λέξη σε όλες τις γραφές. Αυτό επομένως ονομάζεται
Au.
Το Aṃ δηλώνει την ικανότητα να σταματάει (saṃruddha ή saṃrodha) όλα
τα ακάθαρτα πράγματα. Μέσα στο ντάρμα του Βούδα έχει την ικανότητα να
εγκαταλείπει όλο το χρυσό, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους. Αυτό ονομάζεται
Aṃ.
Aḥ
σημαίνει το υπέρτατο
όχημα (mahāyānaḥ). Γιατί; Επειδή αυτό το κείμενο Μαχαγιάνα, η Μαχαπαρινιρβανα
Σούτρα, είναι το πιο εξαιρετικό (niṣṭhāḥ) μεταξύ όλων των σούτρα. Αυτό
ονομάζεται Aḥ.
Το Ka δηλώνει την ανάδυση της μεγάλης συμπόνιας (karuṇā) προς τα
αισθανόμενα όντα. Ακριβώς όπως ο Βούδας κοιτάζει τον γιο του Ραχούλα, το Ka σημαίνει
να κάνεις το καλύτερο δυνατό (kalyāṇa) προς τους άλλους. Αυτός είναι ο λόγος
για τον οποίο ονομάζεται Ka.
Το Kha αναφέρεται στη φιλία με κάποιον που δεν είναι αξιόπιστος
(khalaprīti). Αυτοί που δεν είναι άξιοι εμπιστοσύνης λέγεται επίσης ότι είναι
μπερδεμένοι (khaṭuka) με την έννοια ότι, δεν πιστεύουν στο ταταγκαταγκάρμπα,
και γι' αυτό είναι γνωστοί ως Kha.
Το Ga αναφέρεται σε μια κρύπτη σαν μήτρα (garbha), και αυτή η κρύπτη
δεν είναι άλλη από τον κρυμμένο θησαυρό που είναι το ταταγκαταγκάρμπα. Όλα τα έμβια
όντα κατέχουν τη βουδική φύση, και γι' αυτό ονομάζεται Ga.
Το Gha είναι η φωνή (ghoṣa) του Τατάγκατα που είναι συνεχώς παρούσα
(nitya). Σε τι αναφέρεται "η διαρκώς παρούσα φωνή του Τατάγκατα";
Αναφέρεται στο γεγονός ότι ο Τατάγκατα παραμένει μόνιμα χωρίς αλλαγή. Αυτό,
επομένως, είναι το Gha.
Το Ṅa είναι η όψη της εξάλειψης (bhaṅga) που υπάρχει σε όλες τις
συνθήκες (saṃskāra). Αυτό εννοείται με τον όρο Ṅa.
Το Ca έχει την έννοια της άσκησης (caryā). Επειδή ηρεμεί (abhi -
cāruka), είναι γνωστό ότι σημαίνει άσκηση. Αυτό, λοιπόν, είναι το Ca.
Το Cha είναι ο Τατάγκατα που σκεπάζει όλα τα όντα για να τα
προστατεύει (prati -chādana), σαν ένας μεγάλος θόλος (chattra). Αυτό, λοιπόν,
είναι το Cha.
Το Ja είναι η πλήρης απελευθέρωση (punarjanmajaya) στην οποία δεν
υπάρχει καμία όψη γήρανσης (nirjarā[1]).
Αυτό, λοιπόν, είναι γνωστό ως Ja.
Το Jha είναι μια υπερβολική ανάπτυξη των κλέσα, σαν ένα πυκνό δάσος
(jhaṣa). Αυτό, λοιπόν, είναι γνωστό ως Jha.
Ña
σημαίνει σοφία (ñāna[2]).
Η κατανόηση της φύσης του ντάρμα που είναι η πραγματικότητα (tattvadharmatā)
ονομάζεται επομένως Ña.
Το Ṭa αναφέρεται στο κήρυγμα του ντάρμα ενώ μόνο το μισό [του
Βούδα] σώμα είναι φανερό (parisphuṭa) στην Τζαμπουντβίπα, όπως ένα μισό φεγγάρι
[που παίρνει το σχήμα αυτού του γράμματος[3]].
Αυτό, λοιπόν, είναι γνωστό ως Ṭa.
Το Ṭha είναι η ολοκληρωμένη (niṣṭhāvat ή naiṣṭhika) φύση του σώματος
του ντάρμα. Είναι σαν μια πανσέληνος [παίρνει το σχήμα αυτού του γράμματος[4]].
Αυτό επομένως ονομάζεται Ṭha.
Το Ḍa χαρακτηρίζει ένα ηλίθιο (ḍimba ή ḍimbha) μέλος της σάνγκα.
Αυτός δεν κατανοεί τη μονιμότητα και την παροδικότητα και μπορεί να συγκριθεί
με ένα μικρό βρέφος (ḍimba ή ḍimbha). Επομένως, αυτό ονομάζεται Ḍa.
Ḍha
είναι να μην κατανοεί
κανείς την ευγνωμοσύνη που οφείλει (ānuvidhitsā) στο δάσκαλο. [Ένα τέτοιο
άτομο] μπορεί να συγκριθεί με ένα κριάρι (menḍha). Αυτό, λοιπόν, είναι το Ḍha.
Το Ṇa δηλώνει αυτό που δεν είναι αυτή η ευγενής (aṇāriya)
διδασκαλία, δηλαδή τις [διδασκαλίες] που απαντώνται στα αιρετικά (pāṣaṇḍa)
μονοπάτια των ακραίων. Αυτό είναι το Ṇa.
Ta
είναι ο Τατάγκατα όταν
λέει στον μπίκσου: "Θα πρέπει να αφήσεις στην άκρη την αντιληπτική σου
ικανότητα (ātaṅka), γιατί θα εξηγήσω το λεπτό ντάρμα σε σένα". Αυτό,
λοιπόν, είναι το Ta.
Tha
σημαίνει ψευδαίσθηση
(svapnāvasthā). Τα όντα είναι περικυκλωμένα από αυτήν καθώς μετακινούνται μέσα
στη σαμσάρα, παγιδευμένα όπως οι μεταξοσκώληκες ή ο χρυσός. Αυτό, λοιπόν
ονομάζεται Tha.
Το Da αντιπροσωπεύει τη μεγάλη φιλανθρωπία (dāna), αυτό που είναι
γνωστό ως "Μαχαγιάνα". Για το λόγο αυτό ονομάζεται Da.
Το Dha υμνεί την αρετή (dhanya). Τα Τρία Πετράδια είναι σαν το όρος Σουμερού
ως προς την ανωτερότητά τους (sotsedha), την έκταση (pariṇaddha), και την ανθεκτικότητα
(dhīra). Επομένως, αυτό ονομάζεται Dha.
Το Na αναφέρεται στο γεγονός ότι τα Τρία Πετράδια είναι ακλόνητα
(adhiṣṭhāna), χωρίς κίνηση (naiścalya), ακριβώς όπως το δοκάρι σε μια πύλη (indrakīla).
Αυτό ονομάζεται Na.
Πα
σημαίνει αυτό που
ονομάζεται ανεστραμμένη αντίληψη (viparyāsa). Αν κάποιος έλεγε ότι τα Τρία Πετράδια
ήταν όλα φθαρτά (pari kṣaya), ένα τέτοιο άτομο θα πρέπει να γνωρίζετε ότι εξαπατά
τον εαυτό του (parimūḍha). Αυτό, επομένως, ονομάζεται Pa.
Το Pha χαρακτηρίζει την κοσμική καταστροφή (vipatphala). Αν κάποιος
λέει ότι όταν συμβαίνουν κοσμικές συμφορές, εκλείπουν και τα Τρία Πετράδια, θα
πρέπει να καταλάβετε ότι ένα τέτοιο άτομο είναι ανόητο, αδαές και παραβιάζει αυτό
που έχει υποδείξει ο Σοφός. Αυτό, επομένως, ονομάζεται Pha.
Το Ba αναφέρεται στις δέκα δυνάμεις (bala) των Βούδα. Αυτό, λοιπόν,
είναι το Ba.
Το Bha είναι ένα βαρύ φορτίο (bhāra). Όταν
κάποιος είναι κατάλληλος (bhavya) για να σηκώσει [το βάρος] της ανυπέρβλητης
αληθινής διδασκαλίας, θα πρέπει να γνωρίζετε ότι ένα τέτοιο άτομο είναι ένας
μεγάλος μποντισάτβα. Αυτό, λοιπόν, είναι το bha.
Το Μa αντιπροσωπεύει την ένδοξη (maṇḍana) νοητική πειθαρχία (manodaṇḍa) των
μποντισάτβα, που αναφέρεται σε αυτήν τη Μαχαγιάνα Μαχαπαρινιρβάνα[-σούτρα]. Αυτό,
επομένως, ονομάζεται Ma.
Το Ya αναφέρεται στο γεγονός ότι οι μποντισάτβα, όπου κι αν
βρίσκονται (yatratatra), κηρύττουν τις διδασκαλίες του Μεγάλου Οχήματος
(Mahāyāna) στα όντα. Αυτό, λοιπόν, είναι ως Ya.
Με το Ra
όταν κάποιος παρουσιάζει τη διδασκαλία της αλήθειας (tattvadharma) εκμηδενίζει (uparati) αποτελεσματικά τα [τρία δηλητήρια της]
απληστίας (rāga), του μίσους (dveṣa) και της πλάνης (moha). Αυτό είναι το Ra.
Το La αναφέρεται στο "μονοπάτι του ακροατή της φωνής"
(śrāvakayāna), το οποίο είναι ταραγμένο και ατάραχο (lola). [Αντίθετα,] η
Μαχαγιάνα είναι σταθερή και δεν έχει κίνηση (acala). Για να απελευθερωθούμε από
το μονοπάτι του ακροατή της φωνής (uccalana) και να ασκηθούμε επιμελώς στην ανυπέρβλητη
Μαχαγιάνα, αυτό ονομάζεται La.
Va
είναι η μεγάλη βροχή του
Ντάρμα (mahā-dharma-varṣa) που ρίχνει ο Τατάγκατα και ο Τιμημένος του Κόσμου
(bhagavat) στα όντα, δηλαδή τα μαγικά ξόρκια (vidyā) και οι γραφές. Αυτό,
επομένως, είναι το Va.
Το Śa είναι η ελευθερία από τα τρία βέλη[5]
(śalya). Αυτό, είναι γνωστό ως Śa.
Ṣa
σημαίνει ολοκλήρωση
(pariniṣpatti). Αν ένα άτομο είναι σε θέση να ακούσει αυτήν την Μαχαπαρινιρβάνα
Σούτρα, τότε θα είναι σταθερά εδραιωμένο (sampratiṣṭhita) σε όλες τις γραφές Μαχαγιάνα-
έτσι αυτό ονομάζεται Ṣa.
Το Sa αντιπροσωπεύει το κήρυγμα του αληθινού Ντάρμα (saddharma) στα
όντα, που τους προκαλεί χαρά (saṃharṣaṇa). Αυτό, λοιπόν αντιπροσωπεύει το Sa.
Το Ha
είναι μια αίσθηση
χαράς (harṣa) στο νου κάποιου. Εξαιρετικό (hā)! Ο Μπαγκαβάν έχει εγκαταλείψει
(hāta) κάθε νοητικό σχηματισμό (saṃskāra). Αλίμονο (hambho ή aho bata)! Ο Τατάγκατα
εισέρχεται στην παρινιρβάνα!" Επομένως, αυτό είναι το Ha.
Το Kṣa σημαίνει Μάρα. Όσοι μάρα κι αν προσπαθήσουν, δεν μπορούν να
βλάψουν το ταταγκαταγκάρμπα, και γι' αυτό ονομάζεται Kṣa. Επιπλέον, το Kṣa
εκφράζει επίσης τη συμμόρφωση με τον κόσμο, εμφανίζοντας [τον Τατάγκατα] να
έχει πατέρα, μητέρα, γυναίκα και παιδί. Επομένως, και αυτό επίσης, ονομάζεται Kṣa.
Τα Ṛ,
Ṝ, Ḷ και Ḹ - αυτές οι
τέσσερις συλλαβές εξηγώ ότι έχουν τέσσερις σημασίες. Δηλαδή, Βούδας, Ντάρμα,
και Σάνγκα, και η αντιπαράθεση τους (pratipakṣa). Αυτό που ονομάζω
"αντιπαράθεση" αναφέρεται στη συμμόρφωση ή στο να ενεργεί κανείς
σύμφωνα με τους τρόπους του κόσμου (lokānuvartana), όπως όταν [ο Βούδας] βάζει
τον Ντεβαντάτα να επιδείξει τη ρήξη του με τη σάνγκα ή όταν ο Βούδας εμφανίζει
μαγικά, διάφορες άλλες μορφές, σχήματα και εικόνες προκειμένου να παρουσιάσει
τους κανόνες εκπαίδευσης (śikṣāpada). Οι σοφοί καταλαβαίνουν και γνωρίζουν ότι
δεν πρέπει να αντιδρούν σε κανένα από αυτά τα πράγματα με φόβο, καθώς πρόκειται
για "πράξεις συμμόρφωσης με τον υπόλοιπο κόσμο". Για το λόγο αυτό
ονομάζονται Ṛ, Ṝ, Ḷ και Ḹ.
Η φωνή μπορεί να προκύψει από την αναπνοή, από τη βάση της
γλώσσας ή από τη ρινική περιοχή- μπορεί να είναι μακρά, σύντομη ή στακάτη.
Ανάλογα με το πώς ακούγεται, διακρίνουμε τι σημαίνει. Όλες οι διακρίσεις στον ήχο,
γίνονται από τον τρόπο με τον οποίο [χρησιμοποιούνται] η γλώσσα και τα δόντια.
Με αυτόν τον τρόπο, το νόημα μιας συλλαβής μπορεί να μετατρέψει την πράξη της ομιλίας
ενός όντος σε κάτι καθαρό. Όμως, η βουδική φύση των όντων δεν είναι έτσι -ένας
λεκτικός προσδιορισμός (*śabda-prajñapti) που μόνο αργότερα γίνεται αγνός.
Γιατί; Επειδή η φύση της είναι απ’ την αρχή καθαρή. Παρόλο
που μπορεί να βρίσκεται μέσα στα σύνολα (skandha), στις βάσεις των αισθήσεων
(āyatana) ή στα πεδία των αισθήσεων (dhātu), μην το ταυτίζετε με τα σύνολα, τις
αισθητηριακές βάσεις ή τα αισθητηριακά πεδία. Για το λόγο αυτό, όλα τα όντα θα
πρέπει να καταφεύγουν στους μποντισάτβα, οι οποίοι, μέσω της βουδικής φύσης
τους, βλέπουν τα όντα χωρίς διάκριση.
Και για το λόγο αυτό οι μισές συλλαβές είναι οι βασικές
μονάδες στις γραφές, στις πραγματείες και σε άλλα γραπτά έργα. Ωστόσο, όλα τα
νοήματα σε αυτές τις μισές συλλαβές, αποτελούν επίσης τη βάση της ομιλίας που
έχει προσβληθεί από τις μολύνσεις.
Γι' αυτό ονομάζονται μισές συλλαβές. Αντίθετα, οι πλήρεις
συλλαβές είναι η βάση όλων των καλών της ομιλίας. Για παράδειγμα, αυτός που
κάνει αρνητικές πράξεις σε αυτόν τον κόσμο, μπορεί να αποκαλείται "μισός
άνθρωπος" και κάποιος που καλλιεργεί τις θετικές πράξεις, μπορεί να
αποκαλείται "πλήρες άτομο". Έτσι, η βάση όλων των γραφών και των
πραγματειών προέρχεται από μισές συλλαβές, οπότε αν κάποιος θα έλεγε ότι ο Τατάγκατα
και η ορθή απελευθέρωση περιέχονται σε μισές συλλαβές, αυτό θα ήταν εσφαλμένο.
Γιατί; Επειδή αυτά τα πράγματα είναι πέρα από τις λέξεις. Για το λόγο αυτό,
όσον αφορά όλα τα φαινόμενα αλλά και το καθένα, ο Τατάγκατα είναι ανεμπόδιστος,
αδέσμευτος και πραγματικά απελευθερωμένος.
Τι θα μπορούσε να ονομαστεί "κατανόηση της σημασίας των
συλλαβών"; Αν κάποιος κατανοήσει ότι η εμφάνιση του Τατάγκατα στον κόσμο
θα μπορούσε να επιφέρει την καταστροφή των μισών συλλαβών, αυτό θα το
αποκαλούσα "κατανόηση της σημασίας των συλλαβών". Αλλά αν κάποιος κατέχει
μόνο τα νοήματα που προέρχονται από την παρακολούθηση αυτού που εκφράζεται με μισές
συλλαβές, αυτό το άτομο δεν κατανοεί τη φύση του Ταταγκάτα.
«Τι θα αποτελούσε "το νόημα της μη συλλαβής"; Όταν
οι άνθρωποι εξοικειώνονται και ασκούν ένα ντάρμα που είναι αρνητικό, είναι αυτό
που αποκαλώ "[ένα ντάρμα] χωρίς συλλαβές". Ένα άτομο χωρίς συλλαβές
αναφέρεται επίσης σε εκείνους που, αν και εξοικειώνονται με ένα ντάρμα που
είναι καλό και το ασκούν, εντούτοις δεν καταλαβαίνουν τι είναι μόνιμο και
παροδικό, σταθερό και ασταθές στον Ταταγκάτα. Αυτοί δεν κατανοούν τα δύο πετράδια
του ντάρμα και της σάνγκα, τι είναι βινάγια και τι δεν είναι βινάγια, τι είναι
σούτρα και τι δεν είναι σούτρα, τι έχει ειπωθεί από τον Μάρα και τι έχει
ειπωθεί από τον Βούδα. Αν κάποιος είναι ανίκανος να διακρίνει αυτά τα πράγματα,
θα αποτελούσε κάποιον που ακολουθεί και εμμένει στα "νοήματα χωρίς
συλλαβές". Έχοντας τώρα εξηγήσει [τις συνέπειες] του να ακολουθεί κανείς
εκείνα τα νοήματα που στερούνται συλλαβών εντελώς, σας προτρέπω να
απελευθερωθείτε από αυτά που είναι μισές συλλαβές και να κατανοήσετε καλά αυτό
που βρίσκεται σε πλήρεις συλλαβές.»
Ο μποντισάτβα Κάσιαπα απευθύνθηκε τότε στον Βούδα, λέγοντας:
«Μπαγκαβάν, θα πρέπει
πράγματι να μελετήσουμε προσεκτικά τον [συνολικό] αριθμό των συλλαβών. Επειδή,
έχοντας τώρα συναντήσει τον πιο ύψιστο δάσκαλο, έχουμε λάβει, και την
ενθάρρυνση όσο και τις υποδείξεις του Τατάγκατα.
Ο Βούδας επαίνεσε τον Κάσιαπα: «Άριστα, άριστα! Για να
αναζητήσεις το αληθινό Ντάρμα θα πρέπει να μελετήσεις αυτά τα πράγματα.»
Στη συνέχεια ο Βούδας μετάδωσε και αυτό επίσης στον
μποντισάτβα Κάσιαπα: «Γιε καλής οικογενείας, το κατσιλίντι[6] και
το τσακραβάκα[7]
είναι δύο είδη πουλιών που κάνουν πράγματα μαζί- δεν είναι ποτέ χωριστά το ένα
από το άλλο, είτε κινούνται είτε είναι ακίνητα. Με τον ίδιο τρόπο τα ντάρμα της
οδύνης, της παροδικότητας, και του μη-εαυτού δεν είναι ποτέ χωριστά το ένα από το
άλλο.
Ο μποντισάτβα Κάσιαπα είπε στον Βούδα: «Μπαγκαβάν, πως μπορεί
ο πόνος, η παροδικότητα και ο μη εαυτός να είναι σαν τα πουλιά κατσιλίντι
και τσακραβάκα;
Ο Βούδας απάντησε: «Γιε καλής οικογενείας, υπάρχει ένα ντάρμα
που είναι επώδυνο και ένα διαφορετικό ντάρμα που είναι ευδαιμονικό, υπάρχει ένα
ντάρμα που είναι μόνιμο και υπάρχει ένα διαφορετικό ντάρμα που είναι παροδικό,
υπάρχει ένα ντάρμα που είναι ο εαυτός και υπάρχει ένα διαφορετικό ντάρμα που
δεν είναι ο εαυτός. Ακριβώς όπως το ρύζι διαφέρει από την κάνναβη ή το σιτάρι,
και το σιτάρι είναι διαφορετικό από τα φασόλια, το κεχρί ή το ζαχαροκάλαμο, με
τον ίδιο τρόπο από μια ποικιλία σπόρων αναδύονται βλαστάρια που στη συνέχεια θα
γίνουν [μια ποικιλία] φύλλων και λουλουδιών. Αυτά [τα παραδείγματα] είναι όλα
παροδικά και όμως κάθε φορά που ωριμάζει ο καρπός, οι άνθρωποι τον απολαμβάνουν,
και αυτή τη στιγμή μπορούμε να την ονομάσουμε "μια σταθερά". Γιατί;
Επειδή η φύση της είναι αληθινή και πραγματική.»
Ο Κάσιαπα τότε ρώτησε τον Βούδα: «Μπαγκαβάν, αν υπάρχει μια
συνέπεια σε τέτοια πράγματα, θα ήταν ίδια όπως αυτή [η σταθερά] του Τατάγκατα;»
Ο Βούδας απάντησε: «Όχι, Γιε καλής οικογενείας, δεν πρέπει να
ερμηνεύεις τα πράγματα έτσι. Γιατί; Αν έλεγες ότι ο Τατάγκατα είναι σαν το όρος
Σουμερού, τότε όταν το κάλπα της καταστροφής έρχεται και το Σουμερού
καταστρέφεται, θα έπρεπε να καταστραφεί κι ο Τατάγκατα με τον ίδιο τρόπο; Γιε
καλής οικογενείας, θα πρέπει να μην έχεις αυτού του είδους την εντύπωση. Με
εξαίρεση τη νιρβάνα, μεταξύ όλων των ντάρμα δεν υπάρχει κανένα που να είναι
μόνιμο. Εγώ χρησιμοποίησα μόνο ένα κοσμικό σχήμα λόγου, όταν είπα ότι [η
απόλαυση των] φρούτων είναι κάτι το μόνιμο.
Ο Κάσιαπα τότε είπε στον Βούδα: « Άριστα, άριστα! Τώρα
κατάλαβα τι έλεγε ο Βούδας.»
Ο Βούδας είπε στον Κάσιαπα: «Έτσι ακριβώς, Γιέ καλής οικογενείας. Ακόμα κι αυτοί που ασκούνται σε
όλα τα σαμάντι που περιγράφονται στις σούτρα, μέχρι να ακούσουν αυτήν τη
Μαχαπαρινιρβάνα Σούτρα, όλα όσα λένε θα αφορούν μόνο την παροδικότητα. Όταν
όμως ακούσουν αυτή τη σούτρα, ακόμα και όταν οι μολύνσεις είναι παρούσες μέσα
τους, θα φαίνεται σαν να έχουν φύγει, και τότε θα είναι ωφέλιμοι για όλους τους
ανθρώπους και τις θεότητες. Γιατί; Επειδή θα έχουν διαπιστώσει ξεκάθαρα την
παρουσία της βουδικής φύσης μέσα τους. Γιε καλής οικογενείας, είναι σαν ένα
δέντρο μάνγκο (āmra). Όταν τα λουλούδια του αρχίζουν να ανοίγουν και να
σκορπίζονται, αυτό λέμε ότι είναι παροδικό. Αλλά όταν ο καρπός του έχει
ωριμάσει, έχει μεγάλη αξία, και αυτό μπορούμε να πούμε ότι είναι αμετάβλητο.
«Γιε καλής οικογενείας, ακόμη και εκείνοι που ασκούν όλα τα
σαμάντι που περιγράφονται στις σούτρα, μέχρι να ακούσουν αυτήν τη
Μαχαπαρινιρβάνα Σούτρα, όλα όσα λένε, θα αφορούν μόνο την παροδικότητα. Αλλά
όταν ακούσουν αυτή τη σούτρα, ακόμα και όταν οι μολύνσεις είναι παρούσες σε
αυτούς, θα φαίνεται σαν να μην υπάρχουν, και τότε θα είναι ωφέλιμοι σε όλους
τους ανθρώπους και τις θεότητες. Γιατί; Επειδή θα έχουν διαπιστώσει με σαφήνεια
την παρουσία της βουδικής φύσης μέσα τους. Επιπλέον, αυτό είναι ανάλογο με το τι
συμβαίνει όταν λιώνει το μετάλλευμα χρυσού. Αυτό που είχε τα χαρακτηριστικά της
παροδικότητας, όταν λιώνει μετατρέπεται σε χρυσό, ο οποίος είναι μεγάλης αξίας,
και μπορούμε να πούμε ότι είναι αναλλοίωτος.
«Γιε καλής οικογενείας, ακόμη και εκείνοι που ασκούν όλα τα
σαμάντι που περιγράφονται στις σούτρα, μέχρι να ακούσουν αυτήν τη
Μαχαπαρινιρβάνα Σούτρα, όλα όσα λένε, θα αφορούν μόνο την παροδικότητα. Αλλά
όταν ακούσουν αυτή τη σούτρα, ακόμα και όταν οι μολύνσεις είναι παρούσες σε
αυτούς, θα φαίνεται σαν να μην υπάρχουν, και τότε θα είναι ωφέλιμοι σε όλους
τους ανθρώπους και τις θεότητες. Γιατί; Επειδή θα έχουν διαπιστώσει με σαφήνεια
την παρουσία της βουδικής φύσης μέσα τους. Γιε καλής οικογενείας, είναι σαν το
σουσάμι. Πριν πιεστεί το γνωρίζουμε ως μια παροδική [ουσία], αλλά μετά το
πάτημα δίνει λάδι, το οποίο έχει μεγάλη αξία, και μπορούμε να πούμε ότι είναι
αναλλοίωτο.
«Γιε καλής
οικογενείας, ακόμη και εκείνοι που ασκούν όλα τα σαμάντι που περιγράφονται στις
σούτρα, μέχρι να ακούσουν αυτήν τη Μαχαπαρινιρβάνα Σούτρα, όλα όσα λένε, θα
αφορούν μόνο την παροδικότητα. Αλλά όταν ακούσουν αυτή τη σούτρα, ακόμα και
όταν οι μολύνσεις είναι παρούσες σε αυτούς, θα φαίνεται σαν να μην υπάρχουν,
και τότε θα είναι ωφέλιμοι σε όλους τους ανθρώπους και τις θεότητες. Γιατί;
Επειδή θα έχουν διαπιστώσει με σαφήνεια την παρουσία της βουδικής φύσης μέσα
τους. Επιπλέον, γιε καλής οικογενείας, αυτό είναι ανάλογο με τη ροή του ενός
πλήθους ποταμών που όλοι επιστρέφουν στη θάλασσα. Τα σαμάντι που περιγράφονται
στον κανόνα των σούτρα, όλα επιστρέφουν στην Μαχαπαρινιρβάνα Σούτρα της
Μαχαγιάνα. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή τελικά αυτό για το οποίο μιλάω, είναι η
παρουσία της βουδικής φύσης. Γι' αυτό ακριβώς λέω, ότι υπάρχει ένα ντάρμα που
είναι μόνιμο, και υπάρχει ένα διαφορετικό ντάρμα που είναι παροδικό, και ούτω
καθεξής μέχρι τη διδασκαλία του μη-εαυτού, η οποία είναι επίσης έτσι.»
Ο μποντισάτβα Κάσιαπα τότε ρώτησε τον Βούδα: «Μπαγκαβάν, ο
Τατάγκατα είναι ήδη ελεύθερος από τα δηλητηριώδη βέλοι της θλίψης. Η μεγάλη
θλίψη είναι το σημάδι των θεοτήτων, αλλά ο Τατάγκατα δεν είναι θεότητα. Η θλίψη
είναι το σημάδι ενός ανθρώπινου όντος, αλλά ο Τατάγκατα δεν είναι ανθρώπινο ον.
Η θλίψη είναι το σημάδι των είκοσι πέντε μορφών ύπαρξης στη σαμσάρα, αλλά ο Τατάγκατα
δεν βρίσκεται σε καμία από αυτές τις είκοσι πέντε μορφές ύπαρξης και επομένως ο
Τατάγκατα δεν έχει θλίψη. Γιατί τότε, οι άνθρωποι μιλούν για τη θλίψη του Τατάγκατα;»
[ Βούδας απάντησε:] «Γιε καλής οικογενείας, τα όντα στο πεδίο
της μη αντίληψης, ονομάζονται έτσι, επειδή δεν σχηματίζουν ιδέες σ’ αυτό το
πεδίο. Αλλά αν δεν υπάρχει [νοητική
διαδικασία για την παραγωγή] ιδεών, αυτό θα πρέπει να σημαίνει ότι δεν υπάρχει
ζωτική δύναμη. Αν δεν υπάρχει ζωτική δύναμη, τότε πώς θα μπορούσε κάποιος να
έχει σκάντα, πεδία αισθήσεων και αισθητηριακές βάσεις; Με αυτή την έννοια, δεν
μπορεί κανείς να πει ότι η ζωτική δύναμη ενός όντος στο πεδίο της μη-αντίληψης,
κατοικεί σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο μέρος, [και όμως αυτό το πεδίο είναι
πραγματικό]. Γιε καλής οικογενείας, είναι σαν τα πνεύματα των δέντρων που
κατοικούν στα δέντρα. Δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς με βεβαιότητα ότι
κατοικούν στα κλαδιά, στις διακλαδώσεις, στους μίσχους ή στα φύλλα των δέντρων.
Αλλά ακριβώς επειδή η θέση τους δεν είναι σταθερή, δεν σημαίνει ότι μπορούμε να
πούμε ότι δεν υπάρχουν. Η ζωτική δύναμη ενός όντος στον πεδίο της μη-αντίληψης
είναι κάπως έτσι.
«Γιε καλής οικογενείας, το Ντάρμα του Βούδα είναι επίσης
έτσι. Είναι εξαιρετικά βαθύ και δύσκολα κατανοείται. Ο Ταταγκάτα δεν έχει
πραγματικά καμία θλίψη ή ανησυχία, και γεννά μεγάλη συμπόνια για εκείνους που
είναι εγκλωβισμένοι στη θλίψη. Γιατί κοιτάζει όλα τα όντα, όπως κοιτάζει τον
γιο του Ραχούλα.
«Επιπλέον, γιε καλής οικογενείας, η ζωτική δύναμη ενός όντος
του πεδίου της μη αντίληψης, μπορεί να γίνει πραγματικά κατανοητή μόνο από έναν
Βούδα- η γνώση όλων των άλλων, απλά δεν φτάνει τόσο μακριά. Αυτό ισχύει επίσης και
για την κατάσταση ούτε της αντίληψης ούτε της μη αντίληψης[8].
Κάσιαπα, η φύση του Τατάγκατα είναι καθαρή και αμόλυντη. Καθώς αυτό είναι ένα
κατασκευασμένο, μετασχηματισμένο σώμα, πού θα μπορούσε να υπάρχει θλίψη ή ανησυχία;
Αλλά το να πούμε ότι ο Τατάγκατα δεν έχει θλίψη, είναι σα να αμφισβητούμε ότι
θα μπορούσε να ωφελεί τα όντα διδάσκοντας Ντάρμα. Το να λέμε ότι ο Τατάγκατα
δεν έχει θλίψη, είναι σαν να αμφισβητούμε ότι "κοιτάζει τα όντα όπως
κοιτάζει [τον γιο του] Ραχούλα". Και αν κάποιος αρνιόταν ότι κοιτάζει τους
άλλους όπως τον Ραχούλα, μια τέτοια συζήτηση θα ήταν ψευδής. Με αυτή την
έννοια, γιε καλής οικογενείας, ο Βούδας είναι ασύλληπτος, το Ντάρμα είναι ασύλληπτο,
η βουδική φύση των όντων είναι ασύλληπτη, και η ζωτική δύναμη ενός όντος στο πεδίο
της μη αντίληψης, είναι ασύλληπτη. Ο Ταταγκάτα έχει θλίψη και αυτός δεν έχει
θλίψη. Αυτό είναι το πεδίο των Βούδα και απλά δεν μπορεί να γίνει κατανοητό από
τους σράβακα ή τους πρατυεκαβούδα.
«Γιε καλής οικογενείας, αυτό είναι ανάλογο με την μη
δυνατότητα ενός σπιτιού, με όλες τους τις λεπτομέρειες, να σταθεί στον ουρανό.
Ωστόσο, αν κάποιος ισχυριζόταν ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει κάποιο μέσο
με το οποίο ένα σπίτι θα μπορούσε να αιωρείται στον αέρα, αυτό θα ήταν αβάσιμο.
Με αυτή την έννοια, δεν πρέπει να λέμε ότι ένα σπίτι στέκεται στον ουρανό ή δεν
στέκεται στον ουρανό. Αν και ένα συνηθισμένο άτομο, μπορεί να ισχυριστεί ότι
ένα σπίτι στέκεται στον ουρανό, στην πραγματικότητα ο ουρανός είναι τέτοιος,
που τίποτα δεν μένει σε αυτόν. Γιατί; Επειδή η φύση του δεν προσφέρει κανένα στήριγμα.
«Γιε καλής οικογενείας, ο νους είναι ακριβώς έτσι. Δεν μπορεί
κανείς να πει ότι κατοικεί στα σκάντα, στα πεδία των αισθήσεων ή στις βάσεις
των αισθήσεων, ούτε μπορεί κανείς να πει ότι δεν κατοικεί σε αυτά τα μέρη. Η
ζωή των όντων στο πεδίο της μη-αντίληψης είναι επίσης έτσι, και η θλίψη του Τατάγκατα
είναι έτσι επίσης. Αν ο Τατάγκατα δεν είχε θλίψη, τότε πώς μπορεί να ισχυριστεί
κανείς ότι θεωρεί τα όντα σαν να ήταν ο Ραχούλα; Αν ισχυριζόταν κανείς ότι έχει
θλίψη, τότε γιατί λέγεται ότι η φύση του είναι η ίδια με τον ουρανό;
«Γιε καλής οικογενείας, σκέψου την περίπτωση ενός μάγου. Αν
και μπορεί να δημιουργήσει μαγικά μια ποικιλία πραγμάτων, όπως ένα παλάτι, ή
ότι μπορεί να αναστήσει κάποιον που έχει πριν σκοτώσει, ή ότι μπορεί ενώ είναι
δεμένος να δραπετεύσει, ή [να εμφανίσει] διάφορα αντικείμενα όπως χρυσάφι,
ασήμι, βαϊντούρια, πετράδια, δάση από δέντρα ή ένα μόνο δέντρο, τίποτα απ’ αυτά
δεν είναι πραγματικό. Ο Τατάγκατα είναι έτσι. Επειδή προσαρμόζεται με τον
κόσμο, μπορεί να
εκδηλώσει στεναχώρια, αλλά στην ουσία δεν υπάρχει καμία πραγματικότητα στο
συναίσθημα που εκδηλώνεται.
«Γιε καλής οικογενείας, ο Τατάγκατα έχει ήδη εισέλθει στην
παρινιρβάνα, οπότε πώς θα
μπορούσε να έχει θλίψη ή ανησυχία; Αν κάποιος έλεγε ότι η κατάσταση της εισόδου
του Τατάγκατα στη νιρβάνα ήταν κάτι παροδικό, να ξέρετε ότι αυτό θα ήταν το
άτομο που θα είχε θλίψη. Αν κάποιος έλεγε, ότι ο Τατάγκατα δεν εισέρχεται στη νιρβάνα
αλλά παραμένει μόνιμα σε μια κατάσταση αμετάβλητη, να ξέρετε ότι αυτό το άτομο
θα ήταν χωρίς θλίψη. Ο Τατάγκατα ανησυχεί και δεν ανησυχεί, αλλά αυτό δεν είναι
κάτι που μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητό.
«Επιπλέον, γιε καλής οικογενείας, αυτό είναι ανάλογο με το
γεγονός ότι ένα κατώτερο άτομο είναι αρκετά εξοικειωμένο με ένα κατώτερο
ντάρμα, αλλά δεν έχει γνώση των εννοιών του μεσαίου ή του ανώτερου. Κάποιος του
μεσαίου γνωρίζει για το μεσαίο [ντάρμα], αλλά δεν γνωρίζει για το ανώτερο. Αλλά
ένα ανώτερο άτομο κατανοεί τα ανώτερα και τα μεσαία και τα κατώτερα. Οι σράβακα
και οι πρατυεκαβούδα είναι ακριβώς έτσι - η γνώση τους περιορίζεται στο δικό
τους στάδιο κατανόησης-αλλά ο Τατάγκατα δεν είναι έτσι, γιατί κατανοεί τέλεια
το δικό του επίπεδο καθώς και τα επίπεδα κατανόησης των άλλων. Αυτός είναι ο
λόγος για τον οποίο ο Τατάγκατα λέγεται ότι έχει ανεμπόδιστη σοφία. Εκδηλώνει φανταστικές
μεταμορφώσεις που συμφωνούν με τα κοσμικά έθιμα και όταν οι συνηθισμένοι άνθρωποι
το βλέπουν αυτό με τα μάτια τους, υποθέτουν ότι είναι πραγματικές. Ωστόσο, παρά
την επιθυμία ορισμένων να κατανοήσουν σε βάθος τον ανεμπόδιστο, την ανυπέρβλητη
σοφία του Τατάγκατα, αυτό απλά δεν θα συμβεί. Αν αυτός έχει ανησυχία και δεν
έχει ανησυχία - αυτό μόνο ένας Βούδας μπορεί να το καταλάβει. Και με βάση αυτή
την αιτιότητα, [η διδασκαλία αυτή ότι] "υπάρχει ντάρμα για τον εαυτό και
υπάρχει ένα διαφορετικό ντάρμα για τον μη εαυτό " είναι αυτό που ονομάζω,
"η φύση των πουλιών κατσιλίντι και τσακραβάκα’’.
«Επειδή, επιπλέον, γιε καλής οικογενείας, το Ντάρμα του Βούδα κινείται
παράλληλα, ακριβώς όπως κάνουν τα πουλιά τσακραβάκα’. Στην κορύφωση του
καλοκαιριού, όταν τα νερά φουσκώνουν, αυτά τα πουλιά επιλέγουν υψηλές πεδιάδες
στις οποίες εγκαθίστανται ως ασφαλείς περιοχές για να μεγαλώσουν τα μικρά τους.
Όταν τελειώσει αυτή η περίοδος, ακολουθούν τα ένστικτά τους και μετακινούνται
σε άλλες περιοχές που τους παρέχουν ασφάλεια. Η εμφάνιση του Τατάγκατα στον
κόσμο είναι ακριβώς έτσι. Προκειμένου να μεταμορφώσει αναρίθμητα όντα, τους
δίνει τη δυνατότητα να κατοικούν στο αληθινό ντάρμα, όπως ακριβώς τα πουλιά κατσιλίντι
και τσακραβάκα επιλέγουν τις υψηλές πεδιάδες ως τόπο για να
εγκαταστήσουν τα παιδιά τους. Ο Τατάγκατα με τον ίδιο τρόπο, επιτρέπει στα όντα
να ολοκληρώσουν αυτό που πρέπει να κάνουν και στη συνέχεια εισέρχεται αμέσως
στην μαχαπαρινιρβάνα.
«Γιε καλής οικογενείας, με την παροιμία, "Υπάρχει ένα
ντάρμα που είναι πόνος και ένα διαφορετικό ντάρμα που είναι ευδαιμονία",
υπαινίσσομαι το γεγονός ότι τα εξαρτημένα φαινόμενα υποφέρουν και ότι η νιρβάνα
είναι ευδαιμονία. Αυτό είναι το πιο
περίπλοκο [θεώρημα], διότι καταστρέφει τα εξαρτημένα φαινόμενα.»
Ο μποντισάτβα Κάσιαπα είπε τότε στον Βούδα: «Μπαγκαβάν, γιατί
όταν τα όντα πραγματώνουν τη νιρβάνα αυτό ονομάζεται ‘η μεγαλύτερη ευδαιμονία’;
Ο Βούδας είπε: «Γιε καλής οικογενείας, όπως εξήγησα, τα
εξαρτημένα φαινόμενα στο σύνολό τους, χαρακτηρίζονται από γήρανση και θάνατο.
Συνειδητότητα και προσοχή,
είναι το μέρος που ονομάζω αθάνατο (*amṛta).
Απροσεξία και μη συνειδητότητα,
αυτό το ονομάζω θνητό (*mṛta)
Αν δεν είσαι απρόσεκτος
τότε μπορείς να αποκτήσεις τον τόπο που δεν έχει θάνατο.
Με τον ίδιο τρόπο, ο απρόσεκτος
προχωρά πάντα σε έναν δρόμο θανάτου.
«Αν κάποιος είναι απρόσεκτος, βρίσκεται στο [βασίλειο των]
δημιουργημένων ντάρμα, και τα δημιουργημένα ντάρμα αποτελούν αυτό που είναι πιο
οδυνηρό. Το να μην είναι κανείς απρόσεκτος λοιπόν αναφέρεται στη νιρβάνα - η νιρβάνα
χαρακτηρίζεται από την αθανασία και αποτελεί αυτό που είναι το πιο ευχάριστο.
Αν κάποιος προχωρήσει στο μονοπάτι των εξαρτημένων φαινομένων, είναι αυτό που
ονομάζω "ο τόπος του θανάτου, όπου υφίσταται κανείς τον μεγαλύτερο
πόνο". Αν όμως κάποιος φτάσει στη νιρβάνα, αυτό το ονομάζω "τον τόπο
της αθανασίας", όπου λαμβάνει κανείς τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση". Όταν
δεν είναι απρόσεκτος κανείς, ακόμη και αν εμπλέκεται με τα εξαρτημένα
φαινόμενα, θα εξακολουθούσα να το ονομάζω "ένα σώμα που είναι μόνιμο,
μακάριο, αθάνατο και άφθαρτο".
«Τι σημαίνει να είσαι απρόσεκτος; Τι σημαίνει να είσαι
προσεκτικός; Οι καθημερινοί, συνηθισμένοι άνθρωποι [ακολουθούν] ένα ντάρμα που
ονομάζω απρόσεκτο και του διαρκούς θανάτου. Όσοι είναι πέρα από τα κοσμικά, οι ιεροί
άνθρωποι είναι προσεκτικοί και δεν έχουν ούτε γήρανση ούτε θάνατο. Γιατί
συμβαίνει αυτό; Επειδή έχουν εισέλθει στο απόλυτο, στην αιώνια ευδαιμονία που
είναι η νιρβάνα. Με αυτή την έννοια λέω ότι υπάρχει ένα ντάρμα που είναι
επώδυνο και υπάρχει ένα διαφορετικό ντάρμα που είναι ευδαιμονικό- υπάρχει ντάρμα
που είναι ο εαυτός και υπάρχει ένα διαφορετικό ντάρμα που δεν είναι ο εαυτός.
«Όπως κάποιος, εδώ στο έδαφος, που δεν βλέπει ίχνη πουλιών
όταν κοιτάζει τον ουρανό, γιε καλής οικογενείας, τα όντα που δεν έχουν θεϊκή
όραση δεν θα βλέπουν τη δική τους ταταγκάτα-φύση που υπάρχει ακριβώς εκεί, στη
μέση των δικών τους μολύνσεων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έχω εκθέσει
τις απόκρυφες διδασκαλίες του μη-εαυτού. Περί τίνος πρόκειται; Πρόκειται για το
γεγονός ότι χωρίς θεϊκή όραση δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει τον αληθινό εαυτό
και, αντίθετα, κατασκευάζεται ένας εαυτός με έναν τρόπο που είναι ακατάλληλος.
Οτιδήποτε δημιουργείται που είναι προϊόν των μολύνσεων, είναι παροδικό. Αυτός
είναι ο λόγος για τον οποίο είπα ότι υπάρχουν ντάρμα που είναι μόνιμα και
διαφορετικά ντάρμα που είναι παροδικά.
Αυτός που είναι ακλόνητος και δυνατός,
σαν να στέκεται σε μια βουνοκορφή,
παρατηρεί συνεχώς τους απλούς ανθρώπους,
στο έδαφος και στην ερημιά [κάτω].
Αφού ανέβηκε σε ένα παλάτι μεγάλης σοφίας,
μια εξέδρα ανυπέρβλητου θαύματος,
έχει απομακρύνει τη δική του θλίψη.
Ωστόσο, βλέπει τη θλίψη στα αισθανόμενα όντα.
«Έχοντας αποκόψει εντελώς τις μολύνσεις μέσα του, όσο
πολυάριθμες και αν είναι, ο Τατάγκατα κατοικεί σε ένα βουνό σοφίας,
παρατηρώντας τα όντα που [μαστίζονται] συνεχώς από τις μολύνσεις, εκατοντάδες
εκατομμύρια σε αριθμό.»
Τότε ο μποντισάτβα Κάσιαπα είπε στον Βούδα: «Μπαγκαβάν, το
νόημα όσων έχεις εκθέσει σε στίχους δεν βγάζει νόημα για μένα. Γιατί; Επειδή
εκείνοι που έχουν εισέλθει στη νιρβάνα, δεν έχουν ούτε θλίψη ούτε ευτυχία. Πως επιτυγχάνει
κανείς την "ανάβαση στο παλάτι της σοφίας"; Επιπλέον, τι σημαίνει να
ζει κανείς στην κορυφή ενός βουνού και να παρατηρεί τα όντα από κάτω;»
Ο Βούδας είπε: «Γιε καλής οικογενείας, το παλάτι της σοφίας
είναι απλώς ένα άλλο όνομα για τη νιρβάνα. Αυτός που δεν έχει θλίψη αναφέρεται
στους Τατάγκατα, αυτός που έχει θλίψη αναφέρεται στους συνηθισμένους ανθρώπους.
Επειδή οι συνηθισμένοι άνθρωποι έχουν θλίψη, θεωρούν ότι οι Τατάγκατα δεν έχουν
θλίψη. Η κορυφή του όρους Σουμερού αναφέρεται στη σωστή απελευθέρωση. Η
επιμελής προσπάθεια είναι μια μεταφορά για το γεγονός ότι δεν υπάρχουν
διαταραχές στο Όρος Σουμερού. Η γη αναφέρεται στα εξαρτημένα φαινόμενα, αυτοί
οι συνηθισμένοι άνθρωποι που είναι εγκατεστημένοι στη γη, δημιουργούν αυτά τα
εξαρτημένα φαινόμενα. Ο
όρος "σοφία" είναι επομένως ένα όνομα για τη σωστή αφύπνιση.
Απαλλαγμένος από την ύπαρξη, [το απελευθερωμένο άτομο] παραμένει μόνιμα και γι'
αυτό ονομάζεται "Τατάγκατα". Οι Τατάγκατα έχουν συμπόνια για τα
αναρίθμητα όντα που πλήττονται συνεχώς από τα δηλητηριώδη βέλη των διαφόρων
καταστάσεων της ύπαρξής τους. Αυτός είναι ο λόγος που είπα ότι ο Τατάγκατα έχει
θλίψη.»
Ο μποντισάτβα Κάσιαπα είπε στον Βούδα: «Μπαγκαβάν, αν ο
Τατάγκατα αισθανόταν θλίψη δεν θα τον ονομάζαμε ‘ τέλεια φωτισμένο’.
Ο Βούδας τότε είπε στον Κάσιαπα: «Όλα τα πράγματα έχουν
αιτίες και συνθήκες για να έρθουν σε ύπαρξη. Ανάλογα με τις μεταμορφώσεις που
τα όντα θα υποστούν, ο Τατάγκατα γεννιέται και εκδηλώνεται ανάμεσά τους. Αλλά
παρόλο που μπορεί να γεννηθεί [ως ον], στην πραγματικότητα δεν λαμβάνει χώρα
καμία γέννηση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο λέω ότι ο Τατάγκατα είναι ένα
"ντάρμα που διαρκώς παραμένει ", ακριβώς όπως τα πουλιά κατσιλίντι
και τσακραβάκα [που είναι πάντα μαζί]. _
[1] Nirjara (निर्जर).—[επίθετο] χωρίς να γερνάει, φρέσκος, νέος wisdom library
[2] μεσο-ινδική
παραλλαγή του jñāna.
[3] Η
αναφορά στο σχήμα του γράμματος παραπέμπει στο ημικύκλιο που σχηματίζει το
γράμμα
ṭa στη γραφή Brahmī, συμπεριλαμβανομένης της μορφής
Siddham.
[4] Όπως και
στο παραπάνω παράδειγμα, το σχήμα του γράμματος παραπέμπει στον πλήρη κύκλο που
σχηματίζει το το γράμμα ṭha στη γραφή Brahmī, συμπεριλαμβανομένης της μορφής
Siddham.
[5] Τα τρία
βέλη ή βέλη είναι παρομοίωση για τα τρία αμείλικτα kleśas (μολύνσεις) που
αναφέρονται επίσης ως τα τρία δηλητήρια, τα τρία λάθη κ.ο.κ.: η απληστία ή η
επιθυμία, θυμός ή εχθρότητα, και πλάνη ή άγνοια.
[6] Το πουλί
Kācilindi είναι ένα υπέροχο υδρόβιο πουλί με φτερά λεπτά και ελαφριά, σαν
βαμβάκι. Ένας Τσακραβαρτίν φοράει ρούχα φτιαγμένα από τα φτερά του.
[7]Cakravāka
(चक्रवाक):-[cakra-vāka]
(kaḥ) 1. μ. Η κόκκινη χήνα (Anas casaca).
[8] Η
υψηλότερη κατάσταση πριν την επίτευξη της νιρβάνα, που είναι το τέταρτο
διαλογιστικό πεδίο του άμορφου πεδίου
[1] Με άλλα
λόγια, όταν εκτρέφεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο, κάθε αγελάδα θα παράγει
εξαιρετικό προϊόν, δεν είναι ότι μια αγελάδα είναι εγγενώς ανώτερη ή κατώτερη
από μια άλλη.
[2] Μία από
τις τέσσερις κληρονομούμενες τάξεις (varṇa) σύμφωνα με τον βραχμανικό ινδουισμό
(δηλαδή, brahman, kṣatriya, vaiśya, śūdra), των οποίων τα καθήκοντα
περιλαμβάνουν τη διατήρηση της τάξης και την επιβολή τιμωρίας.
[3] vaiśya:
Η τρίτη από τις τέσσερις ινδικές κάστες την εποχή του Σακιαμούνι. Ήταν έμποροι,
επιχειρηματίες, έμποροι, αγρότες, βιομήχανοι κ.λπ., αλλά όχι καλά μορφωμένοι
και sudra: Η κατώτερη
από τις τέσσερις ινδικές κάστες την εποχή του Σακιαμούνι. Ήταν αγρότες, σκλάβοι
και δουλοπάροικοι.
[4]
Naivasamjnānāsamjnā Realm, το Πεδίο Ούτε Σκέψη Ούτε Μη Σκέψη. Αυτό το πεδίο,
γνωστό ως το Πεδίο της Κορυφής της Ύπαρξης, είναι το υψηλότερο άμορφο πεδίο. Η
διάρκεια ζωής των όντων στο Πεδίο Ούτε Σκέψης ούτε Μη Σκέψης λέγεται ότι είναι
ογδόντα χιλιάδες κάλπα. https://www.nichirenlibrary.org/en/dic/Content/R/17
[5]
Η Σίβα Σούτρα λέει, ότι η
βάση της γνώσης είναι η Mātṛkā. Το Mātṛkā αντιπροσωπεύει τον μυστικιστικό ήχο
που αντιστοιχεί σε κάθε γράμμα του σανσκριτικού αλφαβήτου. Αυτό ονομάζεται Mātṛkā
(η μυστικιστική ηχητική δύναμη) επειδή παράγει ολόκληρο το σύμπαν. Το
σανσκριτικό αλφάβητο από το 'α' έως το ‘κσα’ η μητέρα ολόκληρου του σύμπαντος
είναι μια κυρίαρχη θεότητα. Ονομάζεται Mātṛka επειδή είναι άγνωστη. Όταν η Mātṛkā
είναι γνωστή, οδηγεί κάποιον στη σωτηρία. Στα διάφορα γράμματα προεδρεύουν
διαφορετικές θεότητες. wisdom library
[6] akṣara αναλλοίωτο
[7] nirvāṇic
[8]
οι φθόγγοι από δω και πέρα, θα εμφανίζονται με λατινικά γράμματα, χωρίς
μετάφραση και σε έντονη γραφή (σημ. μτφρ.)
[9] Arya
(σανσκριτικά ārya, Pāli: ariya) είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται στον
Βουδισμό και μπορεί να μεταφραστεί ως "ευγενής", "όχι
συνηθισμένος", "πολύτιμος"’, ‘αγνός",[2]
"πλούσιος". Ο arya με την έννοια του "ευγενούς" ή
"εξυψωμένου" χρησιμοποιείται συχνά στα βουδιστικά κείμενα για να
προσδιορίσει έναν πνευματικό πολεμιστή ή ήρωα.
wikipedia
[10] vaitulya συνώνυμο με το vaipulya: αναφέρεται στις Μαχαγιάνα σούτρα wisdom library
[11] Uttarakuru (उत्तरकुरु).-Σύμφωνα με την Mahāprajñāpāramitāśāstra (κεφάλαιο XV). Σύμφωνα με αυτό,
"οι άνθρωποι που γεννιούνται στις μακάριες κατοικίες (sukha-sthānaja)
συχνά στερούνται της προσπάθειας (vīrya), της ευφυΐας (medhā) και της σοφίας
(prajñā). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι του Yu yan lo wei
(Uttarakuru) είναι τόσο ευτυχισμένοι που ανάμεσά τους δεν υπάρχουν μοναχοί
(pravrajita) ή ακόλουθοι των κανόνων (śīlamādana)".
[1] Ντάρμα με κεφαλαίο, οι
Διδασκαλίες του Βούδα, αλήθεια, νόμος
[2] Το
ερώτημα αφορά μια συγκεκριμένη ανησυχία που συνοδεύει την αποδοχή του δόγματος
του κάρμα, το οποίο στην πραγματικότητα επηρέασε βαθιά
τις εξελίξεις στον Βουδισμό, και είναι
ιδιαίτερα εμφανής στη σκέψη της Μαχαγιάνα. Δηλαδή, αν
και κάποιος γνωρίζει ότι έχει καρμικές πληροφορίες από το παρελθόν
αποθηκευμένες μέσα του που δεν έχουν ακόμη
εκδηλωθεί, δεν γνωρίζει ποιος θα είναι αυτός ο
καρμικός καρπός. Ακόμα πιο ανησυχητική είναι
η πίεση που ασκεί αυτή η αρχή στις αποφάσεις κάποιου
τώρα, επειδή δεν μπορεί να
να είναι σίγουρος για το πώς οι τρέχουσες πράξεις θα
αποδώσουν καρπούς στο μέλλον.
[3] Η λέξη
ντάρμα με μικρό ‘ν’ μπορεί να σημαίνει πράγμα, φαινόμενο, ιδέα, σφαίρα, φύση,
στοιχεία της ύπαρξης κλπ
[4] Δηλαδή,
πώς είναι δυνατόν τα τρία καταφύγια ως εξωτερικές εκφράσεις της βουδιστικής
αλήθειας
στην κοινωνία και η φύση του Βούδα μέσα στον εαυτό
μας, όλα αντιπροσωπεύουν ή περιέχουν την ίδια ουσία;
[5] Σκτ.
*uccheda-dṛṣṭi, κυριολεκτικά, "άποψη του μηδενισμού". Αναφέρεται
επίσης ως η
μηδενιστική θέση, αν και χωρίς τις υπαρξιστικές
προεκτάσεις, αντιπροσωπεύει την ιδέα
ότι το κάρμα δεν έχει νόημα και ότι δεν υπάρχει καμία
ηθική συνέπεια για τις πράξεις κάποιου.
[6] Skt.
*śāśvatā-dṛṣṭi, κυριολεκτικά, "άποψη του αιωνίου". Αυτό είναι το
αντίθετο της μηδενιστικής θέσης, δηλαδή ο ισχυρισμός ότι κάθε ύπαρξη είναι
μόνιμη.
[7] Τα δύο
άκρα εδώ αναφέρονται στο είναι και στο μη είναι, στη μονιμότητα και στην
παροδικότητα,
πόνο και ευδαιμονία, ακόμη και στον εαυτό και τον μη
εαυτό, και ούτω καθεξής.
[8] Στην
εκδοχή Faxian (885c21)
η ίδια μεταφορά αναφέρεται σε απλούς ανθρώπους που δεν μπορούν να ακολουθήσουν
αυτό που εξηγεί ο Βούδας, και στην απόδοση του Faxian το αποδυναμωμένο άτομο παίρνει το
φάρμακο πολύ γρήγορα και αποπροσανατολίζεται, δηλαδή η κατάστασή του
επιδεινώνεται.
[9] Pinus
longifolia. Snigdha σημαίνει παχύρρευστο, αλλά αυτό μπορεί να είναι το κόκκινο
φυτό του καστορέλαιου, που ονομάζεται επίσης maricapattraka, pīḍa, manojña,
sarala και ούτω καθεξής. Αναπτύσσεται σε υψόμετρα στην οροσειρά των Ιμαλαΐων.
Βλέπε Waku #245, σ. 66-67.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου